8 Σεπτεμβρίου 2017

Αγαπώ σημαίνει και στερώ

Οι υπερβολές των γονέων δημιουργούν ενήλικες με συ-
μπεριφορά παιδιού σε πολλές πτυχές της ζωής τους

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

Στην εποχή μας οι γονείς προσπαθούν συνεχώς να μη λείψει τίποτα στα παιδιά τους. Ι­δί­ως οι γο­νείς των σημερινών τριαντάρηδων και σαραντάρηδων είναι άν­θρω­ποι που πάλεψαν πολύ για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τις δυσκολίες που α­ντι­με­τώ­πι­σαν εκείνοι ή οι δικοί τους γονείς. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φο­ρές να φτά­νου­με στο άλλο άκρο: να βρι­σκό­μα­στε, ως κοι­νω­νί­α, αντιμέτωποι με συ­μπε­ρι­φο­ρές ενηλίκων που δε μοιάζουν με ενήλικες· ή να βρι­σκό­μα­στε α­ντι­μέ­τω­ποι με τη δυ­σκο­λί­α μας να μπούμε σε καταστάσεις που ζορίζουν, όπως εί­ναι μια α­παι­τη­τι­κή δου­λειά χωρίς δίχτυ ασφαλείας, το μεγάλωμα των παιδιών, ο γάμος, η α­νά­λη­ψη των οι­κο­νο­μι­κών υποχρεώσεων εξ ολοκλήρου.

Πολλοί αποδίδουν αυτές τις δυσκολίες στην «κρίση». Αυτό φαινομενικά είναι σω­στό, όχι ό­μως κατά βάθος, διότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι και η κρίση από αυτό δη­μι­ουρ­γή­θη­κε. Φτά­σα­με δηλαδή σε αυτήν, επειδή δεν αναλάβαμε ποτέ εξ ο­λο­κλή­ρου τις ευθύνες μας.

Σκέφτομαι ότι αν θέλουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας, οφείλουμε να είμαστε κο­ντά τους ψυ­χι­κά, αλλά να τους στερήσουμε τα περιττά: τις πολλές ανέσεις, τις πε­ριτ­τές φρο­ντί­δες, το να είμαστε πάντα εκεί γι’ αυτά –ιδίως από μια ηλικία και με­τά. Να τα κάνουμε να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, ότι και ε­κεί­να εί­ναι ικανά για πολλά πράγ­μα­τα. Να τους δείξουμε την πραγματικότητα.

Όταν έχουμε φτιάξει ένα πλαίσιο ψυχικής προσφοράς και συναισθηματικής α­λή­θειας, τότε στα­δι­α­κά μπορούμε να στερήσουμε από τον άλλο ό,τι θα του κάνει κακό. Ό,τι θα τον κάνει ε­ξαρ­τη­μέ­νο, στάσιμο, αδύναμο. Αγαπώ δε σημαίνει μόνο δίνω. Ση­μαί­νει και αφαιρώ. Η σχέ­ση θέλει μικρές δόσεις ουσίας αλλά και μικρές δόσεις α­που­σί­ας, για να μπορέσει ο άλλος να βρει τον εαυτό του, τις δυνάμεις του. Καμιά φο­ρά η αδιαφορία, σε κατάλληλες ηλικίες, είναι πιο κι­νη­τή­ρι­α και σωτήρια, γιατί σε μι­κρές δόσεις παράγει θυμό και ενεργοποίηση. Το σί­γου­ρο εί­ναι ότι κάθε σχέση, γο­νεϊ­κή και άλλη, θέλει σκέψη. Σκέψη για το ποιοι είμαστε εμείς που δί­νου­με και τι παίρ­νου­με τελικά με το να μην πατά ο άλλος στα πόδια του, με το να μη δι­α­φο­ρο­ποι­εί­ται.

Η ενηλικίωση είναι μια επίπονη αλλά ουσιαστική διαδικασία. Η σχέση, ο γάμος, η γο­νεϊ­κό­τη­τα, η φιλία, οι σπουδές και η εργασία θέλουν κυρίως κόπο, συ­στη­μα­τι­κό­τη­τα και πειθαρχία. Ό­μως, τελικά, αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την εξέλιξη, ψυ­χι­κή και κοι­νω­νι­κή.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (27.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

27 Αυγούστου 2017

Η αριστεία ως στόχος

(δημοσιογράφος, πολιτικός σχολιαστής)

Η ​αριστεία είναι ουτοπία. Επί της ουσίας δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί. Ακόμη και ό­σοι α­να­κη­ρύσ­σο­νται «άριστοι» επιδέχονται βελτίωση. Και αυτό είναι λογικό: αν μπο­ρού­σε να ε­πι­τευ­χθεί η αριστεία, θα είχαμε το τέλος της Ιστορίας. Τίποτε δε θα ε­ξε­λισ­σό­ταν. Από ένα σημείο και μετά όλα –ως «άριστα»– θα έμεναν παγωμένα.

Η αριστεία όμως χρειάζεται ως στόχος. Α­σχέ­τως αν δεν μπορεί να επιτευχθεί, βοη­θά αν­θρώ­πους, συστήματα, κοινωνίες να βελ­τι­ω­θούν, να λύσουν προβλήματα, να α­ντι­με­τω­πί­σουν ε­πι­τυ­χέ­στε­ρα τις καταστροφές, να αυ­ξή­σουν την ευημερία.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (20.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

Οι άριστοι που δεν τιμούμε

Από τον Πύρρο Δήμα
(αρσιβαρίστας, τέσσερις φορές ολυμπιονίκης)

​​Υπάρχουν δύο διαφορετικά θέματα μέσα στην ίδια συζήτηση. Το πρώτο έχει να κά­νει με τη δι­α­τή­ρη­ση ή μη των μαθητικών παρελάσεων. Το δεύτερο με την ε­πι­λο­γή του σημαιοφόρου.


Εδώ και δεκαετίες έχουμε κατακτήσει το προνόμιο να μην απαιτούμε από τη νε­ο­λαί­α μας την ε­πί­δει­ξη στρατιωτικού πνεύματος. Υπάρχουν πλέον πολύ πιο δη­μι­ουρ­γι­κοί και χρήσιμοι τρό­ποι για να καμαρώσουμε τα παιδιά μας ως το μέλλον της κοι­νω­νί­ας μας. Και είναι καλύτερο, α­πό το να τα βλέπουμε σε σειρές με το ίδιο βή­μα, να τα παρακολουθούμε απελευθερωμένα και δημιουργικά. Για να τιμήσεις τους α­γώ­νες του έθνους, δεν είναι απαραίτητο να βαδίσεις σαν στρατιώτης. Μπορείς, μα­ζί με τη μνήμη, να καταθέσεις προσφορά και ιδέες που θα κά­νουν καλύτερο αυ­τόν τον τόπο. Θα ήταν ιδανικό αν στις εθνικές επετείους οι μαθητικές κοι­νό­τη­τες α­να­λάμ­βα­ναν πρωτοβουλίες κοινωνικής προσφοράς ως ένδειξη τιμής προς ε­κεί­νους που πρόσφεραν πολύ περισσότερα: τη ζωή τους.

Όμως γνωρίζω ότι στην πατρίδα μας η πλειονότητα της κοινής γνώμης είναι υπέρ των μα­θη­τι­κών παρελάσεων. Πρόκειται, άλλωστε, για παράδοση. Το υπουργείο Παι­δεί­ας αποφάσισε η ε­πι­λο­γή των σημαιοφόρων να γίνεται με κλήρωση. Η σημαία δε θα παραδίδεται στον α­ρι­στού­χο αλλά στον πιο τυχερό. Αυτό δεν είναι σωστό.

Είχα την τιμή να είμαι δύο φορές σημαιοφόρος της ελληνικής ομάδας σε Ο­λυ­μπι­α­κούς Α­γώ­νες. Δεν επρόκειτο να την αποδεχθώ αν ήταν προϊόν τύχης. Η θέση του ση­μαι­ο­φό­ρου είναι, πά­νω απ’ όλα, εκείνη του ηγέτη. Στον σημαιοφόρο ανατίθεται η τι­μή και η ευθύνη να βαδίσει πρώ­τος, να προχωρήσει μπροστά. Και υπάρχουν συ­γκε­κρι­μέ­νοι λόγοι για τους οποίους γί­νε­ται αυτό. Δεν μπορείς να επιλέξεις τους η­γέ­τες σου με κλήρωση, αν και, για να είμαι ει­λι­κρι­νής, καμιά φορά πιστεύω ότι η τύ­χη θα τα κατάφερνε καλύτερα από εμάς.

Όσο λοιπόν έχουμε παρελάσεις, η σημαία πρέπει να παραδίδεται στον καλύτερο. Μό­νο που αυ­τός δε χρειάζεται να είναι πάντα ο άριστος στους βαθμούς. Υπάρχουν πολ­λά πεδία α­ρι­στεί­ας, δεν είναι μόνο η βαθμολογική επίδοση:
● Άριστος είναι ο μαθητής με κινητικά προβλήματα, που έχει στους ώμους με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος σε σχέση με τους συμμαθητές του.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που αγωνίζεται με επιτυχία στους αθλητικούς στί­βους και ας μην έχει χρόνο για τα μαθήματα.
● Άριστος είναι ο μαθητής που την προηγούμενη χρονιά ήταν κάτω από τη βάση και φέ­τος προ­σπα­θεί αφιερώνοντας πολλαπλάσιο χρόνο στο διάβασμα.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που οι γονείς του δε μιλούν ελληνικά, που ο ίδιος δε θε­ω­ρεί­ται Έλ­λη­νας στα χαρτιά, και όμως μιλάει, γράφει και αισθάνεται όπως ένας α­πό εμάς.
● Άριστος είναι, ακόμη, και ο μαθητής που μετά το σχολείο πηγαίνει να κάνει με­ρο­κά­μα­το για να στηρίξει την οικογένειά του.
● Αλλά και αυτός που διακρίνεται στη μουσική, που χορεύει ή έχει θεατρικό τα­λέ­ντο άριστος δεν είναι;

Υπάρχουν πολλοί άριστοι μαθητές μέσα σε κάθε τάξη του ελληνικού σχολείου. Αρ­κεί φυσικά να συμφωνήσουμε ότι η αριστεία δε μετριέται μόνο με βαθμούς στον έ­λεγ­χο.

Ας αρχίσουμε, λοιπόν, να επιλέγουμε τους σημαιοφόρους διαφορετικά. Όχι όμως στην τύχη. Εί­ναι άδικο. Αν κάνουμε κλήρωση, κλείνουμε τα μάτια σε όλα αυτά που πε­τυ­χαί­νουν κα­θη­με­ρι­νά τα παιδιά μας. Αν κοιτάξουμε δίπλα μας με άλλο μάτι, θα τους δούμε τους άριστους. Και τό­τε μπορεί να τους επιλέξουμε μαζί. Τυχεροί θα εί­μα­στε εμείς, όχι οι σημαιοφόροι.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (06.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

Η εκτίμηση των συμμαθητών

(δημοσιογράφος, διπλωματικός ανταποκριτής)

Με αφορμή τη μεγάλη συζήτηση που άνοιξε για τον σημαιοφόρο, η προσωπική ε­μπει­ρί­α από εκ­παι­δευ­τι­κά συστήματα άλλων χωρών ίσως μπορεί να αποδειχθεί χρή­σι­μη.

Δεν είμαι ειδήμων του χώρου της παιδείας, όμως έχω την αίσθηση ότι η επιλογή πρέ­πει να ση­μα­το­δο­τεί κάτι ξεχωριστό, κάτι που να αντανακλά αναγνώριση από τους ίδιους τους συμ­μα­θη­τές. Η επιλογή του σημαιοφόρου να γίνεται με κριτήριο ό­χι ότι έχει καλύτερους βαθ­μούς α­πό τους συμμαθητές του, αλλά ότι οι τελευταίοι τον εκτιμούν και τον εμπιστεύονται. Να είναι ο επιλεγείς τρόπον τινά ο καλύτερος πο­λί­της, με την έννοια του όρου προσαρμοσμένη στη μα­θη­τι­κή κοινότητα, στο τμή­μα, στην τάξη, στο σχολείο. Αυτός θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι ο σημαιοφόρος. Και αυτός δεν είναι απαραίτητα ο καλύτερος μαθητής.

Να τον επιλέγουν –μέσα από διαδικασίες που πιθανώς θα περιλαμβάνουν κάποιου τύ­που ψη­φο­φο­ρί­α– οι συμμαθητές του. Κριτήριο να είναι όχι μόνο η αριστεία, η ο­ποί­α προφανώς και θα αποτελεί σημαντική διάσταση, όχι η ικανότητα απορρόφησης πλη­ρο­φο­ρι­ών και α­πό­κτη­σης γνώσεων, αλλά η εκτίμηση και η αποδοχή από τους συμ­μα­θη­τές.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, ω­στό­σο με­γα­λύ­τε­ρη αξία έχει το παιδί, ο μαθητής, ο άνθρωπος που εκπροσωπεί τους συμ­μα­θη­τές του να δι­α­θέ­τει την αξιοπιστία, τον σεβασμό, την εμπιστοσύνη των υ­πό­λοι­πων μελών της τά­ξης, του σχο­λεί­ου, του συγκεκριμένου κοινωνικού συ­νό­λου.

Σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, από τα οποία μπορεί το δικό μας να αντλήσει χρή­σι­μα συ­μπε­ρά­σμα­τα, στο τέλος της σχολικής χρονιάς βραβεύεται ο «καλύτερος πο­λί­της», το παιδί που βοήθησε κάποιον ή κάποιους συμμαθητές του όταν αυτοί α­ντι­με­τώ­πι­σαν μια α­ντι­ξο­ό­τη­τα, βρήκε λύση σε μια δύσκολη κατάσταση –για να μην πά­ω σε ακραία παραδείγματα, όπου έ­να παιδί μπορεί να έσωσε τη ζωή κάποιου άλ­λου.

Σε αυτό το πνεύμα, όχι μόνο είναι άδικο η επιλογή του παιδιού που θα κρατήσει τη ση­μαί­α να γί­νε­ται με κλήρωση, αλλά έτσι χάνεται και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια διδακτική δι­α­δι­κα­σί­α που δε θα αφορά εξετάσεις και βαθμούς αλλά συ­μπε­ρι­φο­ρά.

Γιατί σκοπός του σχολείου δεν είναι να παράγει μόνο μορφωμένους μαθητές, αλλά και σω­στούς ανθρώπους και συγκροτημένους πολίτες.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (15.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

20 Αυγούστου 2017

Δέκα «μικρά» παιδικά δικαιώματα

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΟΗΕ/UNICEF, 1959) και η Σύμβαση για τα Δι­και­ώ­μα­τα του Παιδιού (ΟΗΕ, 1989) τριάντα χρόνια αργότερα αφορούν θέματα ό­πως η προ­στα­σί­α της ζωής των παιδιών, της υγείας τους αλλά και το δικαίωμα που έχουν στην εκ­παί­δευ­ση. Πλάι όμως στις μεγάλες αυτές αρχές υπάρχουν και τα «μι­κρά» δικαιώματα της κα­θη­με­ρι­νής ζωής, που αφορούν περισσότερο τις οι­κο­γέ­νει­ες. Δικαιώματα που κά­θε καλός γονιός πρέπει να σέβεται. Ας δούμε τα κυ­ρι­ό­τε­ρα από αυτά:

1. Συναισθηματική αποδοχή. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να γίνεται αποδεκτό για ό,τι α­κρι­βώς εί­ναι και όχι για ό,τι θέλουν οι άλλοι. Οι ενήλικοι δεν πρέπει να «κα­τευ­θύ­νουν» αυ­θαί­ρε­τα τα παι­διά τους, να τα εξαπατούν και να τα υποχρεώνουν να δε­σμεύ­ο­νται με πράγματα που είναι έ­ξω από τις δυνατότητες και τον χαρακτήρα τους. Αυ­τό δε σημαίνει πως πρέπει να υ­πο­χω­ρούν στα καπρίτσια τους. Τα παιδιά, γενικά, ξέ­ρουν πως βρίσκονται μέσα στην καρδιά και τη σκέ­ψη των γονιών τους, τους έχουν ε­μπι­στο­σύ­νη και είναι ικανά να αποδέχονται κάποιες πα­ρα­τη­ρή­σεις όταν τις βλέ­πουν δίκαιες (συχνά το βλέπουν) και να πειθαρχούν.

2. Ευνοϊκό περιβάλλον. Το περιβάλλον πρέπει να προσφέρει γαλήνη και ηρεμία στα παι­διά. Για να μεγαλώνουν με σιγουριά και θάρρος, για να μπορούν να ικανοποιούν τη φυ­σι­κή τους περιέργεια, την ανάγκη τους να «εξερευνούν» και να «κοι­νω­νι­κο­ποι­ού­νται», πρέπει να μπο­ρούν να συχνάζουν και σε χώρους έξω από το σπίτι: στη γει­το­νιά, στην πόλη. Επομένως πρέ­πει όλοι να δεσμεύονται ότι οι γειτονιές, τα σχο­λεί­α, τα πάρκα κ.ο.κ. θα είναι πολιτισμένοι χώ­ροι, κατάλληλοι για τα παιδιά.

3. Χώρος για παιχνίδια. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την κίνηση όσο και τον αέρα. Τη ση­με­ρι­νή ε­πο­χή δεν παίζουν αρκετά σε ανοικτούς χώρους ελεύθερα, μαζί με άλλα παι­διά –ιδίως στις πό­λεις. Υπάρχουν βέβαια οι παιδικές χαρές, αλλά τον πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρό τους τον περνούν στο σπίτι, καθισμένα, ακίνητα, πράγμα που τα κάνει ευ­ε­ρέ­θι­στα, νευρικά, ανασφαλή και ι­δι­ό­τρο­πα.

4. Το δικαίωμα στο λάθος. Είναι δύσκολο να μάθει κανείς χωρίς να κάνει λάθη. Ένας γο­νιός φυ­σι­κά πρέπει να προστατεύει τα παιδιά του και να μην αφήνει να κά­νουν σο­βα­ρά λάθη. Ω­στό­σο, καλύτερο είναι να τα βοηθάει να μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αν, για παράδειγμα, τα παι­διά διαλέγουν «κακές» (κατά τη γνώμη των γονιών) πα­ρέ­ες, οι απαγορεύσεις και οι πε­ρι­ο­ρι­σμοί δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Η πιο σωστή α­ντι­με­τώ­πι­ση είναι να τα βοηθούν, ώστε να α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μόνα τους τα προ­βλή­μα­τα (αν υπάρχουν) και να αξιολογούν πιο σωστά τις πα­ρέ­ες τους. Αυτό προϋ­πο­θέ­τει γο­νείς διατεθειμένους για διάλογο με τα παιδιά τους.

5. Ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να επιχειρούμε να λύνουμε τα προβλήματα που τα παι­διά μπο­ρούν να λύσουν μόνα τους. Πρέπει να τους αφήνουμε τον χρόνο και να τους δί­νου­με τις ευ­και­ρί­ες να τα κατανοούν και να βρίσκουν τα ίδια λύση. Τα παιδιά που θέ­λουν να τα βγάζουν πέ­ρα μόνα τους έχουν κατά κανόνα γονείς διατεθειμένους να τα υποστηρίξουν, αν παραστεί α­νά­γκη, αλλά και που καταλαβαίνουν πότε η στιγμή εί­ναι ακατάλληλη για να επέμβουν. Μπο­ρεί να είναι δύσκολο για έναν γονιό να βλέ­πει τα παιδιά του να αντιμετωπίζουν α­πο­γοη­τεύ­σεις, αλλά η επέμβαση σε κάθε πε­ρί­πτω­ση δεν τα βοηθάει να μάθουν να αγωνίζονται.

6. Σταθεροί κανόνες. Το να μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα περιβάλλον χωρίς κα­νό­νες ση­μαί­νει πως μεγαλώνει μέσα σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Όμως, όταν τα παιδιά δεν έχουν σταθερά σημεία αναφοράς, δεν αποκτούν την ικανότητα να α­ξι­ο­λο­γούν την πραγματικότητα και να προχωρούν σε καλές επιλογές. Καθώς με­γα­λώ­νουν, βέβαια, οι κανόνες αλλάζουν και τα παιδιά μπορούν να τους αμφισβητούν, αλ­λά στα πρώτα τους χρόνια η ύπαρξη ο­ρι­σμέ­νων κα­νό­νων, εναρμονισμένων με την η­λι­κί­α τους, είναι πηγή σιγουριάς. Στα παιδιά αρέσει να νιώ­θουν πως οι γονείς τους μπο­ρούν να ελέγχουν την κατάσταση.

7. Υπευθυνότητα. Από την προσχολική ηλικία ακόμη τα παιδιά πρέπει να συ­νη­θί­σουν να κά­νουν κάποιες μικρές «δουλειές», ας τις πούμε θελήματα, για να νιώθουν πως εί­ναι χρή­σι­μα και να αναλαμβάνουν ευθύνες –στα μέτρα τους βέβαια. Είναι έ­νας τρό­πος για να α­πο­κτούν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, να συνηθίζουν στον αλ­τρου­ι­σμό και να νιώθουν πως συμ­με­τέ­χουν στην οικογενειακή ζωή. Ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με πως όλα αυτά (δουλειές, κα­θή­κο­ντα, ευθύνες) πρέπει πάντα να είναι στο μέ­τρο της η­λι­κί­ας τους.

8. Ελεύθερος χρόνος. Δεν πρέπει όλος ο χρόνος των παιδιών να είναι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νος. Εί­ναι δικαίωμά τους να έχουν κάποια χόμπι και ενδιαφέροντα α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το σχολείο και την οικογένεια. Πρέπει να έχουν ελεύθερο χρόνο, ακόμη και τον χρό­νο να μην κάνουν τίποτα, να αφήνουν ελεύθερη τη φαντασία τους, να α­να­παύ­ο­νται, να αξιολογούν τις εμπειρίες τους. Μό­νο αν έχουν τη δυνατότητα να «χά­νουν» χρό­νο, θα μπορέσουν να γίνουν ενήλικοι ικανοί να βρίσκουν ισορροπία α­νά­με­σα στη δου­λειά και τη διασκέδαση.

9. Ειλικρινείς απαντήσεις. Αν δεν απαντούμε στις ερωτήσεις τους, τα παιδιά θα πά­ψουν να μας ρωτάνε. Για να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης, πρέπει να εί­μα­στε πάντα δι­α­θέ­σι­μοι για διάλογο. Αν υπάρχει αυτή η διάθεση, το παιδί μπορεί να κα­τα­λά­βει πως ένας ενήλικος δεν είναι δυνατόν να τα ξέρει όλα και να κατανοήσει πως υπάρχουν στιγμές που ο γονιός μπο­ρεί να μιλήσει και άλλες που είναι προ­τι­μό­τε­ρο να σιωπήσει.

10. Σεβασμός στις κλίσεις τους. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα σε μια αγωγή που θα α­να­πτύσ­σει τις κλίσεις και τις δυνατότητές τους (όλα είναι προικισμένα με κάτι). Η εκ­παί­δευ­ση πρέπει να τους προσφέρει βασικές ικανότητες και, συγχρόνως, την ε­λευ­θε­ρί­α να ανακαλύπτουν τα εν­δι­α­φέ­ρο­ντά τους και να τα αναπτύσσουν. Κάθε παι­δί πρέ­πει να είναι ελεύθερο να ερευνά, να πειραματίζεται και να δρα­στη­ρι­ο­ποι­εί­ται με σε­βα­σμό στα όρια και τις δυνατότητές του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (02.05.2000) / CORRIERE SALUTE


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

18 Αυγούστου 2017

Σχολικό μπούλινγκ και κοινωνία

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

Ένας μαθητής 12 χρόνων πήγε φέτος (σχολικό έτος 2016-2017) σε καινούργιο σχο­λεί­ο ε­πει­δή υπέστη μπούλινγκ. Ο μαθητής, έξυπνος και ικανός, έχει μια δυ­σκο­λί­α στη βάδιση. Αυτό τον κάνει διαφορετικό. Στο νέο του σχολείο δεν υφίσταται μπού­λινγκ, δημιουργεί όμως φα­σα­ρί­ες, με τον συνεχή φόβο ότι θα τον κοροϊδέψουν.

Ένας άλλος μαθητής, με σύνδρομο Άσπεργκερ, είναι από τους πιο χαρισματικούς της τά­ξης. Έ­χει φυσικά τις δυσκολίες του, αλλά το παλεύει γενναία και διεκδικεί τον τίτ­λο του καλύτερου μα­θη­τή. Κάποιοι συμμαθητές του τον ενοχλούν, τον πει­ρά­ζουν, του δημιουργούν προ­βλή­μα­τα. Εκείνος ανταπαντά, γίνεται επιθετικός.

Μια τρίτη μαθήτρια ζει δύσκολα με τη μητέρα της. Σε κακή οικονομική κατάσταση, ε­­γκα­­τα­­λε­­λειμ­­μέ­­νη από πατέρα, δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση. Τα κορίτσια δεν την κάνουν πα­ρέ­α, γιατί η φαντασία της είναι αχαλίνωτη και γιατί δεν της α­ρέ­σει να χάνει. Είναι όμως ένα υ­πέ­ρο­χα συγκινητικό πλάσμα, με φοβερές ι­κα­νό­τη­τες και με μια μητέρα που δίνει μάχες κυ­ρι­ο­λε­κτι­κής επιβίωσης.

Και για τα τρία αυτά παιδιά έχουν έρθει συστάσεις γονέων να φύγουν από το σχο­λεί­ο όπου φοι­τούν. Και για τις τρεις –αλλά και για άλλες εκατόν τρεις– πε­ρι­πτώ­σεις υ­πάρ­χουν γονείς που ζη­τούν από κάποιον δάσκαλο ή κάποιον διευθυντή να α­πο­μα­κρυν­θούν τέτοια παιδιά α­πό τα παιδιά τους, γιατί δημιουργούν προβλήματα στα «αγ­γε­λού­δια» τους. Γιατί είναι ε­πι­θε­τι­κά, είναι δύσκολα, είναι «περίεργα». Είναι δι­α­φο­ρε­τι­κά. Λες και η λέξη «διαφορετικός» είναι αρ­ρώ­στια ή λες και δεν είμαστε όλοι με έναν τρόπο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο –αλλά και τόσο όμοιοι.

Αναρωτιέμαι πλέον πολύ συχνά τι σημαίνει μπούλινγκ στα σχολεία. Τι είναι αυτό που εν­­δι­­α­­φέ­­ρει τόσο πολύ τους γονείς, με τέτοια μανία, ώστε να είναι το πρώτο πράγ­μα που μου ζη­τούν να μιλήσουμε (φαντάζομαι αυτό ισχύει για όλους τους ψυ­χο­λό­γους του εκπαιδευτικού συ­στή­μα­τος). Τι είναι το μπούλινγκ; Ποιοι κάνουν μπού­λινγκ; Ποιοι το υφίστανται; Γιατί το μπού­λινγκ αφορά μόνο τα σχολεία και όχι ό­λη την κοι­νω­νί­α και, κυρίως, τις οικογενειακές σχέ­σεις, τις επαγγελματικές σχέ­σεις, τις σχέ­σεις μας γενικά με τους άλλους ανθρώπους;

Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απαίτηση ή η φαντασίωση μερικών να συ­να­γε­λά­ζο­νται μό­νο με ομοίους τους ή «κανονικούς»; Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η α­πώ­λει­α του ε­λέ­ους, αυτού του μαλακτικού για την ψυχή και για την κοινωνία;

Οι έρευνες αποδεικνύουν συνεχώς την επικράτηση του αριστερού ημισφαιρίου στον δυ­τι­κό κό­σμο. Το δεξί ημισφαίριο, της συναισθηματικότητας, της φροντίδας, του α­νοίγ­μα­τος των ο­ρί­ων του εαυτού, καθώς και της αποδοχής, δείχνει να δίνει τη θέ­ση του στις ταχύτατες, εκ του μα­κρό­θεν, συναλλαγές. Οι άνθρωποι δυ­σκο­λεύ­ο­νται με τα συναισθήματά τους και κυρίως με την ετερότητα, τη διαφορετικότητα. Δι­α­φο­ρε­τι­κό, ωστόσο, δεν είναι μόνο το χρώμα, το ύψος, το βάρος· δεν είναι μόνο η εκ γε­νε­τής έλλειψη, δυσκολία ή διαφοροποίηση στον ψυχισμό, στο σώμα ή στην α­νά­πτυ­ξη. Δι­α­φο­ρε­τι­κό είναι και το ταλέντο, η υψηλή νοημοσύνη, οι πολ­λα­πλές ι­κα­νό­τη­τες, το χά­ρι­σμα, η ένταση, το πάθος.

Κάθε φορά που συναντάμε κάποιον διαφορετικό νιώθουμε την ανάγκη να φέρουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της σύγκρισης. Εάν ο άλλος υπολείπεται, τότε αι­σθα­νό­μα­στε γενναιόδωροι και φιλεύσπλαχνοι στην παντοδυναμία μας. Μόλις όμως ο άλ­λος εί­ναι καλύτερος, γι­γα­ντώ­νο­νται σε τούτη τη χώρα ο φθόνος και η κα­τα­στρο­φή. Το ζή­τη­μα είναι να κατορθώσουμε να α­ντέ­ξου­με τον άλλο χωρίς να είμαστε εμείς το κέ­ντρο. Να αντέξουμε να σκεφτούμε για αυτόν, να τον φροντίσουμε, να α­νοί­ξου­με έ­ναν χώρο ύπαρξης για εκείνον, να μείνουμε εμείς στη θέ­ση μας και εκείνος στη δι­κή του. Να αποδεχτούμε επιτέλους ότι ο άλλος είναι ένας άλλος και ε­μείς εί­μα­στε ε­μείς. Να αναζητήσουμε επ’ ευκαιρία και ποιοι είμαστε εμείς.

Τα σχολεία δεν κινδυνεύουν από το μπούλινγκ των παιδιών. Η κοινωνία ολόκληρη κιν­δυ­νεύ­ει α­πό το μεγάλο αλλά ρημαγμένο Εγώ του καθενός από εμάς, που περνάει α­πό κρησάρα το κα­­θε­­τί μέσα από το πρίσμα τού «πώς το βλέπω εγώ». Αν αντέξουμε να μην είμαστε οι μόνοι και οι πιο σημαντικοί, τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να α­πο­δε­χθού­με ότι ζούμε σε έναν κό­σμο όπου δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε όλα, ότι ο δρό­μος προς την αυτοπραγμάτωση είναι δύ­σβα­τος, ότι η επιθετικότητα δεν είναι α­πα­ραί­τη­τα κακό πράγμα, αρκεί να αντέξουμε να δώ­σου­με ένα νόημα στο γιατί και στο ποιος. Κυρίως να δούμε με ορθάνοιχτα μάτια ότι οι πιο ε­πι­θε­τι­κοί είμαστε ε­μείς, που ενώ φαντασιωνόμαστε ότι φροντίζουμε καλά τον κήπο μας, μπο­λιά­ζου­με τα φυτά μας με αγκάθια, κρατώντας και μια καραμπίνα για όποιο σκαθάρι τολμήσει να ακουμπήσει στο δέντρο μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29.10.2016)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σχολική βία

8 Αυγούστου 2017

Αγάπα, παιδί μου, το βιβλίο

Συγγραφείς παιδικών βιβλίων μιλούν για το
πώς δημιουργούνται μικροί αναγνώστες

Η αγάπη των Ελλήνων για τα βιβλία είναι ένα ποτήρι άλλοτε μισοάδειο, άλλοτε μι­σο­γε­μά­το. Η μό­νη ελπίδα να το απογεμίσουμε με φρέσκο νεράκι είναι να κα­τορ­θώ­σου­με να εμ­φυ­σή­σου­με στα μι­κρά παιδιά τη βιβλιοφιλία. Δύσκολο εγχείρημα ο­μο­λο­γου­μέ­νως την εποχή των πολ­λα­πλών και κα­ται­γι­στι­κών ερεθισμάτων, που την προ­σο­χή των μικρών παιδιών δι­εκ­δι­κούν καθημερινά η τη­λε­ό­ρα­ση, ο υπολογιστής και το τάμπλετ, και ο ελεύθερος χρόνος τους μοι­ρά­ζε­ται ανάμεσα σε χρο­νο­βό­ρες με­τα­κι­νή­σεις και αναρίθμητες εξωσχολικές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες και μαθήματα. Μπο­ρού­με και πώς να μάθουμε τα παιδιά να αγαπούν τα βιβλία;


Απευθύναμε την ερώτηση σε μερικούς από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς παι­δι­κών α­να­γνω­σμά­των. «Μπορούμε να τους διαβάζουμε βιβλία, να παίζουμε με βι­βλί­α, να κυνηγάμε εκ­δη­λώ­σεις βιβλίου, να σκορπάμε βιβλία στον χώρο όπου με­γα­λώ­νουν και να περιμένουμε ώ­σπου η πε­ρι­έρ­γει­ά τους να τα κάνει να ξεφυλλίσουν με­ρι­κά α­πό αυτά», ήταν η συμβουλή του Α­ντώ­νη Πα­πα­θε­ο­δού­λου. Ο Φίλιππος Μαν­δη­λα­ράς μάς πρότεινε «από μικρή ηλικία να παίρ­νου­με τα παιδιά μαζί μας στο βι­βλι­ο­πω­λεί­ο, να τους δείχνουμε αυτόν τον χώρο-τέμενος για τα βιβλία κι εκεί να τους μα­­θαί­­νου­­με πώς διαλέγουμε ένα βιβλίο, ότι κοιτάμε την ιστορία, το οπισθόφυλλο κτλ. Το παι­δί έ­τσι θα αγαπήσει σταδιακά το βιβλίο, θα επιλέγει μόνο του και κά­πως έ­τσι θα α­πο­κτή­σει α­να­γνω­στι­κή συνείδηση».

Όλοι οι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός: «Να α­φή­νου­με τα παι­διά να διαλέγουν. Να διαβάζουμε συχνά μαζί, δυνατά», προτρέπει η Ε­λέ­νη Ανδρεάδη, ε­νώ ο Ευγένιος Τριβιζάς παροτρύνει τους γονείς να επιλέγουν παι­δι­κά βιβλία που και οι ίδιοι α­πο­λαμ­βά­νουν και στέκεται, επίσης, στη συνύπαρξη παι­διού και γονιού πάνω από ένα βι­βλί­ο: «Η έννοια της “συναπόλαυσης” είναι κα­θο­ρι­στι­κή. Αν οι γονείς διαβάζουν στο παιδί μια ι­στο­ρί­α που αφήνει τους ίδιους α­δι­ά­φο­ρους, εκείνο το διαισθάνεται και αντιδρά ανάλογα. Αν ό­μως διασκεδάζουν οι ί­διοι με την όλη διαδικασία, τότε είναι πολύ πιο πιθανό να με­τα­δώ­σουν στο παιδί την α­γά­πη για το διάβασμα». Φυσικά, πολύ σημαντικό είναι να αγαπούν οι ί­διοι οι γο­νείς τα βιβλία και να τους βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν και να αντλούν α­πό­λαυ­ση από αυ­τά.

Ο ρόλος του σχολείου

Ποιος όμως είναι ο ρόλος του σχολείου σε όλη αυτή την προσπάθεια; Η Καλλιόπη Κύρ­δη εί­ναι εκ­παι­δευ­τι­κός και συγγραφέας, υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων στη Δι­εύ­θυν­ση Πρω­το­βάθ­μι­ας Εκ­παί­δευ­σης Α΄ Αθήνας: «Το σχολείο μπορεί να δη­μι­ουρ­γή­σει κίνητρα για α­νά­γνω­ση όπως δρα­στη­ρι­ό­τη­τες με μορφή παιχνιδιού που ε­μπλέ­κουν βιβλία, ώρα ανάγνωσης ό­που δάσκαλος και παι­διά ε­πι­λέ­γουν και δια­βά­ζουν βι­βλί­α, αναπάντεχες γωνιές του σχο­λεί­ου ό­που μπορεί να γίνει μια α­τμο­σφαι­ρι­κή α­νά­γνω­ση, προτάσεις για βιβλία που συνδέονται με τα ενδιαφέροντα κάθε παι­διού, υ­πο­στή­ρι­ξη των επιλογών τους, χρόνος για να μιλήσουν για τα βιβλία που δια­βά­ζουν».

Εμπιστοσύνη στη δουλειά που μπορεί να κάνει το σχολείο στη διαμόρφωση μικρών –και με­γά­λων– βι­βλι­ο­φά­γων δείχνει και η Άλκη Ζέη, που μας εξομολογήθηκε ότι «η πεί­ρα μου από τις ε­πι­σκέ­ψεις στα σχολεία της Ελλάδας μού έδειξε ότι δια­βά­ζουν ε­κεί­να τα παιδιά που ο δά­σκα­λός τους έ­χει πάθος με τα βιβλία και βρίσκει χί­λιους δυο τρόπους να τα κάνει να δια­βά­σουν. Αρχίζει να δια­βά­ζει ένα βιβλίο με υ­πέ­ρο­χο τρό­πο και ξαφνικά σταματά και λέει “η συ­νέ­χει­α αύριο” ή τους προ­τεί­νει να “παί­ξουν” το βιβλίο, να υποδυθούν τους ήρωες. Εγώ θυ­μά­μαι, όταν ήμουν μικρό παι­δί, έ­παι­ζα με την αδερφή μου τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, για πα­ρά­δειγ­μα τον “Τρε­λα­ντώ­νη”. Ε­γώ έκανα την Πουλουδιά και η αδερφή μου τον Τρε­λα­ντώ­νη».

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, αντίθετα, πιστεύει ότι ο ρόλος του σχολείου είναι «κα­τα­στρο­φι­κός»: «Με­­γά­­λο μέρος των σχολικών βιβλίων είναι βαρετά, κουραστικά έως και α­πω­θη­τι­κά. Τα­λα­νί­ζουν τό­σο τα παιδιά, ώστε μέσα από μια διαδικασία γενίκευσης ε­ξηρ­τη­μέ­νων α­ντα­να­κλα­στι­κών αι­σθά­νο­νται στην υπόλοιπη ζωή τους απέχθεια για ο­ποιο­δή­πο­τε έντυπο, με την ε­ξαί­ρε­ση ίσως των καρνέ επιταγών».

Τι λένε οι συγγραφείς για το καλό παιδικό βιβλίο

Άλκη Ζέη: «Το παιδί ψάχνει να βρει τον εαυτό του στο βιβλίο. Αν ο ήρωας είναι πραγ­μα­τι­κό παι­δί, τον αγαπά και διαβάζει το βιβλίο. Προσπαθώ, όταν γράφω για έ­να παι­δί 10 χρονών, ε­κεί­νη την ώρα να γίνομαι αυτό το παιδί».

Φίλιππος Μανδηλαράς: «Είναι αυτό που κάνει το παιδί να ταξιδεύει σε έναν νέο κό­σμο, εί­ναι σαν να μπαίνει σε ένα καράβι και να ταξιδεύει στη θάλασσα».

Αντώνης Παπαθεοδούλου: «Ένα καλό παιδικό βιβλίο πρέπει να αφηγείται κάτι νέο και πρω­τό­τυ­πο ή κάτι γνωστό και ειπωμένο αλλά με έναν ολότελα νέο τρόπο. Πρέ­πει να τιμά τα παι­διά και να μην τα θεωρεί εύκολο κοινό. Να σέβεται το εύ­πλα­στο της ηλικίας τους και τα ξε­χω­ρι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Να σέβεται το δικαίωμα των παιδιών για ένα αισιόδοξο τέλος ό­σο δύσκολο κι αν εί­ναι το θέμα του. Και να “δι­δά­σκει” περισσότερα στον πρωταγωνιστή μέ­σα α­πό την ιστορία και λι­γό­τε­ρα α­πευ­θεί­ας στον αναγνώστη».

Καλλιόπη Κύρδη: «Αν εμείς, ως έμπειροι αναγνώστες, χαρούμε με την ανάγνωση ε­νός βι­βλί­ου για παιδιά, χαμογελάσουμε, νιώσουμε αγωνία, συμπάσχουμε με τους ή­ρω­ες, χαθούμε στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση, δηλαδή αν το απολαύσουμε, τότε είναι ένα κα­λό παιδικό βιβλίο».

Ελένη Ανδρεάδη: «Θα δανειστώ από τον παιδικό συγγραφέα Άνταμ Γκίντγουιτς. Αν έ­να παι­δί δια­βά­σει όλο το βιβλίο, το κλείσει και το κρατήσει σφικτά στην αγκαλιά του λέγοντας “α­γα­πώ αυ­τό το βιβλίο”, τότε είναι ένα καλό βιβλίο».

Ευγένιος Τριβιζάς: «Να γοητεύει και να διασκεδάζει το παιδί, να διευρύνει τους δη­μι­ουρ­γι­κούς του ορίζοντες και να καλλιεργεί τη φαντασία του».

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (01.08.2017) / Μαρία Αθανασίου

6 Αυγούστου 2017

Το πορνό καθορίζει την ανδρική συμπεριφορά

Σε όσο μικρότερη ηλικία έρχεται ένα αγόρι σε επαφή με την πορνογραφία, συνήθως πλέ­ον μέ­σω του διαδικτύου, τόσο περισσότερο θα έχει αργότερα την τάση να κυ­ρι­αρ­χεί πάνω στις γυ­ναί­κες ως «μάτσο» άνδρας (ή μάλλον έτσι να νομίζει...). Όταν ο νέ­ος εκτίθεται για πρώτη φο­ρά στην πορ­νο­γρα­φί­α σε μεγαλύτερη ηλικία, τότε έχει με­γα­λύ­τε­ρη τάση να συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται σαν ε­ρω­τύ­λος πλεϊμπόι και να είναι σε­ξου­α­λι­κά ασυγκράτητος. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας α­με­ρι­κα­νι­κής ε­πι­στη­μο­νι­κής έ­ρευ­νας, η οποία συσχέτισε την ηλικία της πρώτης «συ­νά­ντη­σης» με την πορ­νο­γρα­φί­α και τις κατοπινές σεξιστικές τάσεις ενός άνδρα. Το βα­σι­κό συμπέρασμα: η πορ­νο­γρα­φί­α έχει πραγματική επίπτωση στο μυαλό, στο συναίσθημα και στις σχέ­σεις των ανδρών.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Νεμπράσκα, με επικεφαλής την Αλίσα Μπί­σμαν, έ­κα­ναν τη σχε­τι­κή ανακοίνωση σε ψυχολογικό συνέδριο στην Ουάσιγκτον. Στην έρευνά τους με­λέ­τη­σαν 330 άν­δρες 17 έως 54 ετών. Η μέση ηλικία της πρώ­της επαφής με την πορνογραφία ή­ταν τα 13, η νε­ό­τε­ρη τα 5 (!) και η μεγαλύτερη τα 26. Οι συμμετέχοντες (σχεδόν όλοι ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λοι) α­πά­ντη­σαν σε αναλυτικό ε­ρω­τη­μα­το­λό­γι­ο για τις απόψεις τους σε σχέση με το σεξ και τις σχέσεις με το άλ­λο φύ­λο. Διαπιστώθηκε ότι:
● Όσοι είχαν έρθει σε επαφή με το πορνό από πολύ μικροί συμφωνούσαν με α­πό­ψεις του τύ­που «τα πράγματα είναι καλύτερα όταν οι άνδρες έχουν το πάνω χέρι σε σχέ­ση με τις γυ­ναί­κες».
● Όταν η επαφή με το πορνό είχε γίνει με καθυστέρηση, οι άνδρες, περιέργως, έ­τει­ναν να αλ­λά­ζουν συχνά συντρόφους και να το «παίζουν» πλεϊμπόι.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνδρες που έχουν δει πολύ πορνό συχνά δεν ευ­χα­ρι­στιού­νται το πραγ­μα­τι­κό σεξ και έχουν μεγαλύτερο άγχος απόδοσης στο κρεβάτι με τη σύντροφό τους. Όσοι έ­χουν δει λιγότερο πορνό τείνουν να απολαμβάνουν πε­ρισ­σό­τε­ρο το σεξ στην πραγ­μα­τι­κή ζωή.

Η μελέτη, εξάλλου, διαπίστωσε ότι τα περισσότερα παιδιά έρχονται σε επαφή με την πορ­νο­γρα­φί­α τυχαία (44%) και όχι επειδή την αναζήτησαν επί τούτου (33%) ή ε­πει­δή κάποιος τους υ­πο­χρέ­ω­σε να τη δουν (17%).

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (05.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σεξουαλική αγωγή

Παγκόσμιες ικανότητες

(δημοσιογράφος)

Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα αλλάξουν στη ζωή τους επτά επαγγέλματα, τα τρία από τα ο­ποί­α δεν υπάρχουν ακόμη. Θα επικοινωνούν και θα συνεργάζονται πάνω σε συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­τζεκτ με ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη, τους οποίους θα συ­να­ντούν στην... ο­θό­νη του υ­πο­λο­γι­στή τους. Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα βρε­θούν σε έναν άλλο κόσμο όσον α­φο­ρά την ερ­γα­σί­α, που ούτε να φανταστούμε μπο­ρού­με και βέβαια σε καμία περίπτωση δεν ξέρουμε τις νέες πα­ρα­μέ­τρους του. Το σί­γου­ρο εί­ναι ότι δε θα έχουν σημασία μόνο αυτά που ξέρεις, αφού η πρό­σβα­ση στην πλη­ρο­φο­ρί­α γίνεται ολοένα και πιο εύκολη για ολοένα και περισσότερους αν­θρώ­πους, αλ­λά κυρίως τι μπορείς να κάνεις με αυτά που ξέρεις, πώς μπο­ρείς να τα α­ξι­ο­ποι­ή­σεις. Χρει­ά­ζο­νται, επομένως, «παγκόσμιες ικανότητες».

Η δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικά περιβάλλοντα, η ι­κα­νό­τη­τα συ­νερ­γα­σί­ας με κοι­νό στό­χο, η επίλυση δύσκολων προβλημάτων με διαφορετικούς τρόπους, η ι­­κα­­νό­­τη­­τα να με­τα­βάλ­λεις τον εαυτό σου σχεδόν ταυτόχρονα με τον κόσμο είναι πια προ­α­παι­τού­με­να. Δύ­σκο­λα πράγ­μα­τα, βεβαίως, αλλά και συ­ναρ­πα­στι­κά συνάμα. Την ί­δια στιγμή οι αλλαγές που προ­ω­θού­νται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύ­στη­μα δε λαμ­βά­νουν καθόλου υπόψη την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ή, ακόμη χει­ρό­τε­ρα, τη χλευ­ά­ζουν και την απαξιώνουν, κρίνοντάς τη μάλιστα με ι­δε­ο­λη­πτι­κούς όρους. Σαν να γί­νε­ται να στα­μα­τή­σεις τη χρήση του διαδικτύου, επειδή μπορεί να χρησιμοποιείται για την προ­ώ­θη­ση του κα­πι­τα­λι­σμού.

Πολλές φορές οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν έχουν καν τόσο «βαθιά» κίνητρα· βα­σί­ζο­νται σε ένα οφθαλμοφανές κυνικό κομματικό πάρε δώσε: Το προνήπιο, για πα­ρά­δειγ­μα, θα ε­ντα­χθεί στην υποχρεωτική εκπαίδευση, ώστε να προσληφθούν πε­ρισ­σό­τε­ροι εκπαιδευτικοί· τα Θρη­σκευ­τι­κά θα μείνουν γιατί δε συμφέρει πολιτικά να συγκρουστείς με την Εκκλησία· το ά­συ­λο στα πα­νε­πι­στή­μι­α θα επανέλθει για να η­ρε­μή­σουν οι αριστεριστές...

Αρκεί ένα απλό «γκουγκλάρισμα» για να βρεθεί κανείς στον εκπαιδευτικό κόσμο της φα­ντα­σί­ας και της αλλαγής σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη. Φοβάμαι την ώ­ρα που θα με ρω­τή­σει το παι­δί μου για ποιο λόγο υποχρεώθηκε να μάθει μέσα σε μια ι­δε­ο­λη­πτι­κή, μίζερη και α­πό­λυ­τα βα­ρε­τή εκπαιδευτική πραγματικότητα, ό­ταν στον κό­σμο συμβαίνουν τόσα συ­ναρ­πα­στι­κά και εν­δι­α­φέ­ρο­ντα πράγματα.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (04.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

4 Μαΐου 2017

Εμβόλια: Ένα τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής

(αν. καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος ΔΣ ΚΕΕΛΠΝΟ)

Πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο φαραώ της Αι­γύ­πτου Ραμ­σής ο 5ος καταγράφηκε ως το πρώτο διάσημο θύμα της πρώτης ιστορικά ε­πι­δη­μί­ας στον κό­σμο, της ευ­λο­γιάς. Από τότε, και μέχρι την εξάλειψη της νόσου στο τέ­λος της δεκαετίας του ’70, δεκάδες ε­κα­τομ­μύ­ρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους α­πό αυ­τήν. Συντριπτικά πε­ρισ­σό­τε­ροι όμως είναι εκείνοι που διασώθηκαν χά­ρη στο εμ­βό­λι­ο κατά της ευλογιάς, το πρώτο εμ­βό­λι­ο που αναφέρεται στην ι­στο­ρί­α της Ι­α­τρι­κής. Οι εμβολιασμοί κατά της ευλογιάς ε­φαρ­μό­σθη­καν συστηματικά σε πα­γκό­σμι­ο ε­πί­πε­δο από το 1956 και οδήγησαν στην εξάλειψη της νό­σου, η οποία α­να­κοι­νώ­θη­κε ε­πι­σή­μως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) στις 8/5/1980.

Η ανακάλυψη και συστηματική χρήση των εμβολίων αποτελεί έναν από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους –αν ό­χι τον σημαντικότερο– σταθμούς στον αγώνα για την προστασία της δημόσιας υ­γεί­ας. Στο πλαίσιο αυ­τό ο ΠΟΥ έχει καθιερώσει τον εορτασμό της Ευ­ρω­παϊ­κής Εβδομάδας Εμ­βο­λι­α­σμών από τις 24 έ­ως τις 30 Απριλίου κάθε χρόνο με στόχο την πρόκληση και τον συ­ντο­νι­σμό ενημερωτικών δράσεων για τη σπου­δαι­ό­τη­τα των εμβολιασμών αλλά και την αύ­ξη­ση της εμβολιαστικής κάλυψης του πλη­θυ­σμού.

Δυστυχώς, παρόλο που χάρη στα εμβόλια ασθένειες όπως η ευλογιά ή η πανώλη έ­χουν ε­ξα­λει­φθεί, παρόλο που οι σημερινοί παιδίατροι γνωρίζουν π.χ. τη δι­φθε­ρί­τι­δα μό­νο μέσα από τα βιβλία Ι­α­τρι­κής, η παράνοια της τελευταίας εικοσαετίας, που –κατ’ ευφημισμόν– ο­νο­μά­ζε­ται «αντιεμβολιαστικό κίνημα», απειλεί διαχρονικά αυ­τό το τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής: τα εμβόλια και τη συ­στη­μα­τι­κή τους ε­φαρ­μο­γή.

Η φωτιά που άναψε το 1998 ο ανεκδιήγητος Βρετανός «ερευνητής» Andrew Wake­field ό­ταν, μέ­σω δημοσίευσης έρευνας-απάτης στο The Lancet, ισχυρίστηκε την ύ­παρ­ξη συν­δέ­σμου με­τα­ξύ αυ­τι­σμού και εμβολίων, συνεχίζει να καίει και να στοι­χί­ζει ζω­ές αθώων παιδιών, τα ο­ποί­α άφρονες γο­νείς αφήνουν ανεμβολίαστα. Υ­πέ­ρο­γκα πο­σά δαπανήθηκαν και πε­ρί­που 26 ε­κα­τομ­μύ­ρι­α παιδιά ε­ρευ­νή­θη­καν προ­κει­μέ­νου να ελεγχθεί τυχόν βασιμότητα των ι­σχυ­ρι­σμών του Wakefield. Όλες οι σχε­τικές έ­ρευ­νες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: δεν υ­πάρ­χει κα­μί­α συ­σχέ­τι­ση με­τα­ξύ εμ­βο­λί­ων και αυτισμού. Το επιστημονικό περιοδικό ζήτησε συ­γνώ­μη, α­φαι­ρέ­θη­κε η ά­δει­α άσκησης ε­παγ­γέλ­μα­τος από τον Wakefield, αλλά το κακό είχε γί­νει. Η α­νά­πτυ­ξη των νέων μέσων επικοινωνίας, που ως γνωστόν ευνοούν την ταχεία δι­ά­δο­ση και των πά­σης φύσεως θεωριών συνωμοσίας, συνέβαλε στην ενδυνάμωση της φωνής ό­σων πο­λε­μούν τα εμβόλια.

Κι ενώ θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά στον απλό πολίτη, που δεν μπο­ρεί να δια­χω­ρί­σει την ήρα από το στάρι μέσα σε έναν ωκεανό πληροφοριών, εί­ναι αδιανόητο να α­πο­δε­χθού­με πως υπάρχουν γιατροί που αρνούνται την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και ασφάλεια των εμβολίων. Έ­χο­ντας ασκήσει την Ιατρική επί 40 συ­να­πτά έτη, έχοντας εργαστεί επί του πε­δί­ου στον α­να­πτυσ­σό­με­νο κόσμο και έ­χο­ντας δι­α­πι­στώ­σει με τα μάτια μου τι σημαίνει μια φτω­χή χώρα να μην μπορεί να εμ­βο­λιά­σει τα παιδιά της, καταδικάζω με τον πλέον κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρόπο όλους εκείνους τους ε­παγ­γελ­μα­τί­ες υγείας που από το ασφαλές τους γραφείο ε­ξα­πο­λύ­ουν μύδρους φα­ντα­σι­ο­πλη­ξί­ας κα­τά των εμβολίων. Οι γιατροί, όλοι οι ε­παγ­γελ­μα­τί­ες υ­γεί­ας, δεν έ­χου­με την πολυτέλεια να πα­ρα­μέ­νου­με απαθείς· οφείλουμε να υ­ψώ­σου­με σθε­να­ρή φω­νή ενάντια στον παραλογισμό. Τα εμβόλια είναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά και προ­στα­τεύ­ουν τη ζωή των παιδιών μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25.04.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εμβολιασμός

3 Μαΐου 2017

Γονείς: Όλο και πιο διστακτικοί
έναντι του εμβολιασμού

Ανησυχητικές διαστάσεις αρχίζει να λαμβάνει και στην Ελλάδα το α­ντι­εμ­βο­λι­α­στι­κό κί­νη­μα. Ό­λο και πιο συχνά οι παιδίατροι καλούνται να καθησυχάσουν τους γο­νείς που προ­σέρ­χο­νται στα ι­α­τρεί­α τους με ερωτήσεις σχετικά με την ασφάλεια των εμ­βο­λί­ων. «Η εντύπωση που έ­χου­με είναι ό­τι το φαινόμενο μέρα με τη μέρα με­γα­λώ­νει», ανέφερε η κ. Μαρία Θε­ο­δω­ρί­δου, ομότιμος κα­θη­γή­τρια Παιδιατρικής στην Ι­α­τρι­κή Σχολή Αθηνών, σε ενημερωτική εκ­δή­λω­ση που διοργάνωσε το Κέ­ντρο Ε­λέγ­χου και Πρόληψης Νοσημάτων με αφορμή την Ευ­ρω­παϊ­κή Εβδομάδα Εμ­βο­λι­α­σμών (24-30 Απριλίου 2017).


«Μελέτη του 2012 του ΚΕΕΛΠΝΟ κατέδειξε ότι στους 100 γονείς ο ένας αρνείται να κά­νει το εμ­βό­λι­ο. Τώρα μπορεί να έχει φθάσει να αρνούνται δέκα στους 100 γο­νείς. Αυ­τό που βλέ­που­με είναι ό­τι από τους πέντε γονείς που θα έρθουν στο ι­α­τρεί­ο οι τέσ­σε­ρις θα εκφράσουν τη διστακτικότητά τους για τους εμβολιασμούς. Άλ­λος θα ρω­τή­σει μήπως δε θα πρέπει να κά­νει όλα τα εμβόλια στο παιδί του, άλ­λος θα ζη­τή­σει να γίνουν τα εμβόλια αργότερα και άλ­λος μπορεί να μεταφέρει κάτι που ά­κου­σε σχε­τι­κά με την ασφάλεια των εμβολίων, ζη­τώ­ντας την άποψη του για­τρού», ση­μεί­ω­σε η κ. Θεοδωρίδου, καταλήγοντας ότι «τα εμβόλια είναι θύ­μα­τα της ί­διας της ε­πι­τυ­χί­ας τους. Πολλές ασθένειες έχουν εξαλειφθεί λόγω των εμβολίων και δε θυ­μού­νται πλέον οι νέοι την εγκεφαλίτιδα ως επιπλοκή της ιλαράς ή τα ά­το­μα με κι­νη­τι­κές δυ­σκο­λί­ες λόγω της πολιομυελίτιδας». Τα πο­σο­στά εμ­βο­λι­α­στι­κής κά­λυ­ψης παραμένουν στην Ελλάδα υψηλά, γεγονός που έχει οδηγήσει στην «ε­κ­ρί­­ζω­­ση» ή και εξαφάνιση νο­ση­μά­των. Όπως ανέφερε η κ. Θεανώ Γε­ωρ­γα­κο­πού­λου, υ­πεύ­θυ­νη του Τμήματος Ε­πι­δη­μι­ο­λο­γι­κής Επιτήρησης του ΚΕΕΛΠΝΟ, από το 2002 η Ελλάδα έ­χει α­να­κη­ρυ­χθεί χώρα «ελεύθερη πο­λι­ο­μυ­ε­λί­τι­δας», ενώ κανένα κρού­σμα ιλαράς δεν έχει δηλωθεί από τις αρ­χές του 2016 έως τον Απρίλιο του 2017.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα του ΚΕ­ΕΛ­ΠΝΟ ή ε­δώ.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (26.04.2017) / Πέννυ Μπουλούτζα


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εμβολιασμός

27 Απριλίου 2017

Παιδεία, εκπαίδευση και κοινωνική συνείδηση

(σχολική σύμβουλος φιλολόγων, κριτικός βιβλίου)

Λένε ότι οι καλοί τρόποι και η φυσική ευγένεια δε φαίνονται όταν μιλάει κανείς με τη βα­σί­λισ­σα Ε­λι­σάβετ αλλά με τον μπάτλερ της. Πώς, όμως, καλλιεργούνται οι κα­νό­νες καλής συ­μπε­ρι­φο­ράς; Αρ­κούν σε μια κοινωνία, σε ένα κράτος, οι καλοί νό­μοι ή οι καλές προθέσεις; Κι αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι έχουν προβλεφθεί και υπάρχουν, ε­φαρ­μό­ζο­νται οι πρώτοι και πραγ­μα­το­ποι­ού­νται οι δεύτερες; Πώς θα λει­τουρ­γή­σουν ο­μα­λά και αποτελεσματικά οι ομάδες και τα άτομα στον δημόσιο ή ιδιωτικό χώ­ρο; Πό­σο προετοιμασμένοι είμαστε για να παράγουμε α­πρό­σκο­πτο και γόνιμο έργο, ώ­στε να μη χάνεται ο χρόνος σε ασήμαντα και πολύ «ανθρώπινα» ζη­τή­μα­τα, τα ο­ποί­α μας απομακρύνουν από την ουσία των πραγμάτων και μας καθηλώνουν σε έ­να ση­μεί­ο όπου, αυτάρεσκα τελματωμένοι, δεν αλ­λάζουμε τίποτα, μοιραίοι και α­πο­μο­νω­μέ­νοι στον μικρόκοσμό μας, εθισμένοι στο να υποτιμούμε τη νοημοσύνη του άλλου, για­τί τόσο μας ε­πι­τρέ­πει η περιορισμένη δική μας;

Είναι κοινός τόπος ότι δε θα δημιουργηθεί ο τέλειος άνθρωπος, ακόμη κι αν αυτός φοι­τή­σει στο πιο προωθημένο εκπαιδευτικό σύστημα. Ωστόσο υπάρχουν τρόποι και έ­χουν υιοθετηθεί θε­σμοί, σε μι­κρές ή μεγαλύτερες ομάδες, οι οποίοι έχουν δο­κι­μα­στεί αλλού, ώστε να α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται απο­τε­λε­σμα­τι­κά ακραίες κοινωνικές κα­τα­στά­σεις όπως η επιθετικότητα ή η α­που­σί­α συνεργατικού πνεύ­μα­τος. Τέτοιοι εί­ναι η αξιολόγηση στον χώρο εργασίας και η υι­ο­θέ­τη­ση των επαρκών και κατάλ­λη­λων κοι­νω­νι­κών συμβάσεων, που προσφέρουν –όταν ε­φαρ­μό­ζο­νται σωστά– τους χρή­­σι­μους «αρ­μούς», οι οποίοι συγκρατούν την αυθαιρεσία και τον κοι­νω­νι­κό κα­νι­βα­λι­σμό και ε­νι­σχύουν τους δε­σμούς εμπιστοσύνης. Και επειδή οι απλές γνώσεις σε θέ­μα­τα επιστημονικά δεν είναι αρκετές για να δημιουργηθούν ολοκληρωμένες προ­σω­πι­κό­τη­τες, στον χώρο του σχο­λείου απαιτούνται από την πρώτη κιόλας στιγ­μή άλ­λοι χειρισμοί, οι ο­ποί­οι διασφαλίζουν την ομαλή συμβίωση των ατόμων, ό­­που κυ­ρί­αρ­χο ρόλο οφείλουν να παί­ζουν ο σεβασμός, η αλληλεγγύη και η συ­νερ­γα­σί­α, όχι κα­τά το δο­κούν, αλλά με εκείνες τις δε­ξι­ό­τη­τες και τους κανόνες που α­πο­φέ­ρουν θε­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα προς όφελος του κοι­νω­νι­κού συνόλου. Στο εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα σημαντικό ρόλο παίζει η χρήση κα­νό­νων που συμ­βάλ­λουν, μέσω της σω­στής τους διαχείρισης και της κατάλληλης εκ­παί­δευ­σης των δα­σκά­λων και κα­θη­γη­τών, στη συγκρότηση της προσωπικότητας του μαθητή, προκειμένου να προ­ε­τοι­μα­στεί και να ωριμάσει προτού εισέλθει στον κοινωνικό στίβο.


Η αξιολόγηση, ως τμήμα του εκπαιδευτικού και εργασιακού συστήματος, μπορεί να γί­νε­ται αμ­φί­δρο­μα. Από πάνω προς τα κάτω και αντιθέτως. Επιπλέον, χρειάζεται να λει­τουρ­γεί και να βελ­τι­ώ­νε­ται διαρκώς ως αναπόσπαστο μέρος της όλης εκ­παι­δευ­τι­κής και εργασιακής δι­α­δι­κα­σί­ας, διότι εί­ναι απαραίτητο, για την εύρυθμη λει­τουρ­γί­α της κοινωνίας, να κρίνεται και ε­κεί­νος ο οποίος α­σκεί εξουσία, καθώς η έμ­φυ­τη ή επίκτητη ευγένεια ή οι διοικητικές δε­ξι­ό­τη­τές του θα φανούν κατά τη δι­άρ­κει­α της συνεργασίας του με τον μαθητή ή τον υφιστάμενο. Γι’ αυ­τό θα ω­φε­λή­σει την κοι­­νω­­νί­­α αν συνυπολογιστεί και αξιοποιηθεί ο τρόπος ή οι τρόποι με τους ο­ποί­ους οι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες και κοι­νω­νι­κή συ­νεί­δη­ση, ώστε να μάθουν τα όριά τους, τα μέ­σα για να συμβιώνουν αγαστά με τους άλ­λους, να γίνουν κάποτε καλοί επαγγελματίες, σωστοί μά­να­τζερ, να ε­λέγ­ξουν και κα­θυ­πο­τά­ξουν τα α­τα­βι­στι­κά ένστικτα.

Και πρέπει οι ειδικοί, όσοι δηλαδή είναι υπεύθυνοι για τα προγράμματα και τη λει­τουρ­γί­α των θε­σμών στην εκπαίδευση, πέραν πολιτικών σκοπιμοτήτων, αφού με­λε­τη­θούν τα δεδομένα, να θέσουν τις βάσεις για πράξεις και να μη μένουν στα λό­για, στις αόριστες έννοιες και τα συν­θή­μα­τα, καθώς και στα σχέδια επί χάρτου. Και τα ό­ποια προγράμματα εξαγγέλλονται να ε­φαρ­μό­ζο­νται πρώτα πι­λο­τι­κά και να ε­ρευ­νώ­νται τα αποτελέσματά τους, να αξιολογούνται και να βελτιώνονται. Ε­ξάλ­λου, χρει­ά­ζε­ται κοινός νους, κοινοί στόχοι, συναίνεση και πολλή δου­λειά, για να δρο­μο­λο­γη­θούν δρα­στικά οι βελτιώσεις, να αλλάξει η νοοτροπία του τύπου «θα του δεί­ξω ε­γώ», ώστε να α­πο­κλει­στεί η καταφυγή και παραμονή σε μικροψυχίες και νο­ση­ρές κα­τα­στά­σεις. Άλλως, θα ανα­ζη­τού­νται διαρκώς ικανά στελέχη για τη συ­γκρό­τη­ση και α­νά­πτυ­ξη ευαίσθητων δημόσιων φορέων, ε­νώ θα α­να­κυ­κλώνονται πα­θο­γέ­νει­ες του πα­ρελ­θό­ντος και του παρόντος.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (24.04.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

11 Απριλίου 2017

Τα παιδιά μας, αυτοί οι άγνωστοι

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

«​​​​Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για τον θάνατο του παππού του;», «Πώς να του πω για τον πα­τέ­ρα του που έφυγε από το σπίτι;», «Τώρα στην εφηβεία δε θέλει να μου μι­λή­σει, γιατί;», «Για­τί μένει κλεισμένο στο σπίτι, τι σκέφτεται;», «Πώς να τον κα­τευ­θύ­νω ως προς τη σχολή που θα επιλέξει;». Αυτές είναι μόνο μερικές από τις ε­ρω­τή­σεις που δέχομαι από γονείς κα­θη­με­ρι­νά. Συναντώ γονείς αγ­χω­μένους, α­νή­συ­χους, με α­γω­νί­α για απλά αλλά και πιο σύνθετα πράγ­μα­τα. Η διαπαιδαγώγηση εί­ναι για αυτούς μια ιστορία συμβουλών. Θέλουν να πάρουν συμ­βου­λές για το πώς θα α­να­θρέ­ψουν τα παι­διά τους, θέλουν να δώσουν συμβουλές στα παι­διά τους. Με­ρι­κές φορές είναι πο­λύ φυσιο­λο­γι­κό να θέλουν μια κατεύθυνση, έναν άν­θρω­πο που κά­πως ξέρει να τους πει κάτι ή να πει κάτι στα παιδιά τους. Κάποιες φορές, όμως, δεν μπορώ να δώ­σω συμβουλές, γιατί νιώθω ότι οι γονείς ρω­τά­νε τα λάθος πράγ­μα­τα. Και τό­τε κα­μιά συμβουλή δε θα τους ικανοποιήσει.

Πολύ συχνά θέτω σε αμφισβήτηση την ικανότητα να γνωρίζουμε τα παιδιά μας:
● Αν τα έ­χου­με πα­ρα­τηρήσει σε όλες τις φάσεις τους, αν έχουμε περάσει ποιοτικό και πο­σο­τι­κό χρόνο μα­ζί τους, αν τους έχουμε μάθει να συζητούν και, τέλος, αν πα­ρα­τη­ρού­με τον ε­αυ­τό μας σε αλ­λη­λε­πί­δρα­ση με εκείνα.
● Αν αντέχουμε το παιδί μας να είναι την ίδια στιγμή ο πιο δι­κός μας άνθρωπος και έ­νας ξέ­νος· και να ισορροπούμε ανάμεσα σε αυτήν τη σιωπηλή σύμ­βα­ση.
● Αν, ακόμη, κινούμαστε πα­ράλ­ληλα με αυτό, αφουγκραζόμαστε τις αγωνίες του, το στη­ρί­ζου­με, του ανοίγουμε δρόμους αλ­λά, κυρίως, αν στεκόμαστε πίσω από αυτό ή δί­πλα και ό­χι μπρο­στά –ό­χι πριν από αυτό για αυ­τό.

Πόσο γνωρίζουμε τα παιδιά μας; Τι είναι αυτό που μας κάνει να στεκόμαστε α­μή­χα­νοι α­πέ­να­ντι στις αγωνίες και τις επιθυμίες τους; Γιατί προσπαθούμε, συ­νει­δη­τά ή α­συ­νεί­δη­τα, να προ­λά­βου­με τις κρίσεις ή να καλύψουμε τις ανάγκες τους; Πού βρί­σκε­ται το όριο ανάμεσα στο παι­δί της κοι­λιάς μας και στο παιδί της καρδιάς μας; Για­τί προσπαθούμε να τα κα­τευ­θύ­νου­με, να τους δώσουμε τη δική μας φαντασίωση για αυτό που λέγεται ζωή; Και, τέλος, γιατί ξε­χά­σα­με τόσο πολύ πώς ή­μα­σταν εμείς παι­διά;

Λίγοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι το να γίνεις γονιός προϋποθέτει μια σπουδή του εαυτού –ό­χι του εαυτού του παιδιού μας, αλλά του παιδικού εαυτού μας. Κάθε φο­ρά που ρωτάμε κά­τι για το παιδί μας πρέπει να αναρωτιόμαστε εάν το ρωτάμε για εμάς ή για εκείνο. Τα παιδιά μας πρέπει να πα­ραμείνουν σε έναν βαθμό ολίγον ά­γνω­στα για εμάς. Αλλά δε δικαιούμαστε να πα­ρα­μεί­νου­με ε­μείς άγνωστοι με τον ε­αυ­τό μας μέχρι το τέλος της ζωής μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (26.03.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

9 Απριλίου 2017

Οι θεμελιώδεις αξίες της παιδείας

(καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale)

Η​​ σημασία της παιδείας είναι κομβική τόσο για την προσωπική ανάπτυξη του κάθε αν­θρώ­που χω­ρι­στά όσο και για τη συνολική ανάπτυξη μιας χώρας. Γι’ αυτό και η παι­δεί­α θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων μας. Επειδή ό­μως το θέμα της παιδείας είναι ε­ξαι­ρε­τι­κά σύν­θε­το, πολλές φορές χάνουμε το δά­σος για τα δέντρα. Θα ήθελα λοιπόν να υ­πεν­θυ­μί­σω κάποιες θε­με­λιώ­δεις, κατά τη γνώ­μη μου, αξίες που πρέπει να συναποτελούν τον κε­ντρι­κό άξονα των σχετικών προ­βλη­μα­τι­σμών:

1. Ερμηνεία και διαχείριση, όχι αναπαραγωγή

Η παιδεία στη χώρα μας εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να αντανακλά τις αξίες της ε­πο­χής στην ο­ποί­α θεμελιώθηκε. Παρά τις διάφορες μεταρρυθμίσεις και προ­σαρ­μο­γές που ε­πι­χει­ρή­θη­καν κατά και­ρούς, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται σε υ­περ­βο­λι­κό βαθμό από αξίες που μας κληροδότησε ο 19ος αιώνας. Παλιότερα η πρό­σβα­ση στην πληροφορία ήταν εξαιρετικά δυ­σχε­ρής και αυτό που έ­κα­νε κάποιους (και αρ­γό­τε­ρα κάποιες) να ξεχωρίζουν ήταν η ι­κα­νό­τη­τά τους να αναπαράγουν τη γνώ­ση που α­πο­κτού­σαν. Η βασική μέθοδος ήταν η α­πο­στή­θι­ση.

Σήμερα πλέον ζούμε σε έναν κόσμο που κολυμπά μέσα σε μια σχεδόν απεριόριστη πο­σό­τη­τα πλη­ρο­φο­ρίας. Η απάντηση σε ένα ερώτημα εξαρτάται απλούστατα από την ευκολία της πρό­σβα­σής μας στο διαδίκτυο. Αυτό όμως που δεν είναι καθόλου αυ­το­νόη­το είναι η ερμηνεία και διαχείριση της τεράστιας αυτής ποσότητας πλη­ρο­φο­ρι­ών. Το ποιο ερώτημα θα θέσει κα­νείς είναι πιο σημα­ντι­κό από το ποια α­πά­ντη­ση θα λάβει, ενώ η σύνθεση είναι πολύ πιο ση­μα­ντι­κή από την αποδελ­τί­ω­ση. Αντί λοι­πόν το εκπαιδευτικό σύστημα να βασίζεται στην α­πο­στή­θι­ση, όπως συμβαίνει τώ­ρα, θα έπρεπε να ενθαρρύνει και να καλλιεργήσει την κριτική ι­κα­νό­τη­τα. Είναι μά­λι­στα προφανές πως ο α­ναπροσδιορισμός αυτός δεν είναι απαραίτητος μό­νο για την ανθρώπινη ανάπτυξη αλλά και για την επιβίωση της δημοκρατίας.

2. Ικανότητα απόκτησης καινούργιων δεξιοτήτων σε μόνιμη βάση

Είναι σχεδόν κοινότοπη η διαπίστωση πως η τεχνολογική επανάσταση έχει προ­κα­λέ­σει τε­ρά­στι­ες α­να­τροπές στην οικονομία και πως μεταμορφώνει τα δε­δο­μέ­να της α­πα­σχό­λη­σης με τα­χύ­τα­τους ρυθ­μούς. Η κυρίαρχη σήμερα αντίληψη πως στό­χος των σπουδών είναι η α­πό­κτη­ση ορισμένων συ­γκε­κριμένων δεξιοτήτων που α­πο­τυ­πώ­νο­νται σε ένα πτυχίο, το οποίο και εξασφαλίζει την α­ντί­στοι­χη «ε­παγ­γελ­μα­τι­κή α­πο­κα­τά­στα­ση», έχει όλο και πιο πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη εφαρμογή. Η επαγγελματική α­γο­ρά χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται από μεγάλη αβεβαιότητα και ρευ­στό­τη­τα και αυτό απαιτεί πά­νω απ’ ό­λα τη δυνατότητα να μπορεί κανείς να εξελίσσεται συνεχώς. Η συνεχής, ό­μως, αυ­τή εξέλιξη και προσαρ­μο­γή δεν είναι κάτι που διαθέτουμε αυτόματα. Εί­ναι μια δε­ξι­ό­τη­τα που αποκτούμε μέσω της μά­θη­σης και που πρέπει να παρέχει το εκ­παι­δευ­τι­κό σύστημα.

3. Ποικιλία αντί ομοιομορφίας

Ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να προσαρμόζεται στους χρήστες του και ε­πο­μέ­νως να λειτουργεί με πολλαπλές ταχύτητες. Πρέπει, για παράδειγμα, να βοη­θά ταυ­τό­χρο­να τους τα­λα­ντού­χους να γίνουν άριστοι, αλλά και τους πιο α­δύ­να­μους να ξεπεράσουν τις α­δυ­να­μί­ες τους. Πρέ­πει να μη θέτει προσκόμματα στις οι­κο­γέ­νει­ες που διαθέτουν τους πό­ρους για να επιδιώξουν μια υ­ψη­λότερου ε­πι­πέ­δου παι­δεί­α για τα μέλη τους, αλλά ταυτόχρονα να ε­νι­σχύ­ει όσους είναι μεν ι­κα­νοί αλλά δε διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους. Τα ακριβά ι­δι­ω­τι­κά σχολεία πρέπει να συ­νυ­πάρ­χουν με τα πρότυπα δημόσια σχολεία αριστείας. Τα δη­μό­σι­α σχολεία και πα­νε­πι­στή­μι­α που το επιθυμούν θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν τα προ­γράμ­μα­τα σπου­δών τους, τις παιδαγωγικές μεθόδους τους, τις γλώσσες διδασκαλίας τους κτλ. και να κρίνονται με βάση τα αποτελέσματά τους. Οι πρακτικές αυτές προ­φα­νώς και δεν είναι συμβατές με το σημερινό υπέρμετρα συγκε­ντρω­τι­κό και τυ­πο­λα­τρι­κό σύστημα.

4. Προτεραιότητα στους χρήστες έναντι των λειτουργών

Στους περισσότερους τομείς της κρατικής οικονομίας (π.χ. μέσα μαζικής με­τα­φο­ράς, ΕΡΤ, ΔΕ­ΚΟ) οι κρατικές δομές ευνοούν κυρίως τα μέλη σε σχέση με τους χρή­στες τους. Θα μπο­ρού­σε μάλιστα να πει κανείς πως πολλές κρατικές δο­μές υ­πάρ­χουν κυρίως για να παρέχουν προ­σό­δους στους υ­παλ­λήλους τους.

Προφανώς η ποιότητα της παιδείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότη­τα των λει­τουρ­γών της, καθώς και τις συνθήκες εργασίας τους. Κακά εκπαιδευμένοι και κακοπλη­ρω­μέ­νοι δάσκαλοι δεν πρόκειται να παράγουν καλούς μαθητές. Από την άλ­λη όμως, η αίσθηση του καθήκοντος και η ευθύνη που επιτάσσει η παροχή της μόρ­φω­σης είναι χαρακτηριστικά που δεν εγγυάται από μόνος του ένας καλός μι­σθός. Όλοι μας έχουμε προσωπικά πα­ρα­δείγ­μα­τα δασκάλων που έκαναν κάτι πα­ρα­πά­νω για εμάς και γνωρίζουμε την τεράστια σημασία που είχαν οι πράξεις αυτές για τη μετέ­πει­τα διαμόρφωσή μας. Είναι, επομένως, επιτακτικό οι κα­λύ­τε­ροι δά­σκα­λοι να τυγχάνουν προνομια­κής μεταχείρισης σε σχέση με τους λιγότερο κα­λούς.

Είναι αναμφίβολο πως οι αποφάσεις που θα μετουσιώσουν τις θεμελιώδεις αυτές αρ­χές σε πρά­ξη δεν είναι ούτε αυτονόητες ούτε εύκολες. Αν όμως δε γίνουν πυ­ξί­δα μας, δεν πρόκειται να κατα­φέ­ρου­με τίποτα.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12.03.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

30 Ιανουαρίου 2017

Μην τα βοηθάτε διαρκώς στα μαθήματα!

(δημοσιογράφος)

«Εάν θέλετε τα παιδιά σας να προοδεύσουν στο σχολείο, μην τα βοηθάτε διαρκώς να κά­νουν τα μαθήματά τους», σημειώνεται σε πρόσφατες έρευνες, οι οποίες α­πο­δει­κνύ­ουν ότι η υ­περ­βο­λι­κή ε­νασχόληση των γονιών με τα μαθήματα των παιδιών έ­χει, τελικά, αρνητική ε­πί­πτω­ση στην ανάπτυ­ξή τους και στην κατάκτηση της γνώ­σης, αφού οι μαθητές αι­σθά­νο­νται ό­τι δεν είναι ικανοί να τα καταφέρουν μόνοι τους.

Οι εκπαιδευτικοί εξηγούν ότι μερικοί γονείς γράφουν οι ίδιοι τις σχολικές ερ­γα­σί­ες, ενώ η ε­μπλο­κή στην εκπαίδευση των παιδιών είναι τόσο μεγάλη, που φτάνει στο ση­μεί­ο να στέλ­νουν στους εκπαι­δευτικούς μηνύματα ηλεκτρονικού τα­χυ­δρο­μεί­ου α­νά πάσα στιγμή, α­κό­μη και τα Σαββατοκύριακα, για να ρωτήσουν λε­πτο­μέ­ρει­ες σχε­τι­κά με την εργασία που έχει να κά­νει το παιδί τους.

Τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη των μα­θη­τών α­πό αυτού του είδους τη γονική βοήθεια μπορεί να είναι πιο σοβαρά απ’ ό­σο μπορεί να φα­ντα­στεί κά­ποιος. Οι γονείς εκφράζουν τελικά, με αυτήν την ε­πί­μο­νη ε­να­σχό­λη­ση, τη μεγάλη ση­μα­σί­α που έχει για εκείνους η επιτυχία των παι­διών τους στο σχολείο με μια συμπεριφορά η οποία ενδέχεται να προκαλέσει στα παι­διά δι­α­φό­ρων ειδών αντιδράσεις: κρίσεις άγχους, ε­νί­σχυ­ση ναρκισσιστικών τά­σε­ων, έλ­λει­ψη επιμονής στην κατάκτηση –με τη δική τους προ­σπά­θει­α– της γνώ­σης.


Σύμφωνα με τη μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις, τα παιδιά με η­λι­κί­α με­γα­λύ­τε­ρη των εννέα ετών προσλαμβάνουν την εμπλοκή των γονιών στην ο­λο­κλή­ρω­ση των ερ­γα­σι­ών τους ως ένδειξη δικής τους ανικανότητας. Η βοήθεια σε έ­να παιδί μπορεί να είναι χρή­σι­μη στα πρώτα χρό­νια της εκπαίδευσής του, λένε οι ε­ρευ­νη­τές, αλλά οι γονείς θα πρέ­πει, καθώς το παιδί τους μεγα­λώνει, να προ­σαρ­μό­σουν την υποστήριξή τους και να το βοη­θούν μόνο αν εκείνο το ζητά.

Όσο για τη συμμετοχή των γονέων στις εργασίες των εφήβων, αυτή θεωρείται μό­νο ε­πι­ζή­μι­α, δε­δο­μέ­νου ότι το παιδί πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται τον φόρτο των ερ­γα­σι­ών του, να μά­θει να είναι αυτόνομο και να γνωρίζει ότι ευθύνεται για τη βαθ­μο­λο­γί­α του.

Τέλος, τονίζουν οι ερευνητές, δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τον χρυσό κανόνα της ε­πι­τυ­χούς εκ­παί­δευ­σης: ο ρόλος των γονιών δεν είναι να βοηθούν τα παιδιά τους να πε­τυ­χαί­νουν εύ­κο­λα έναν στό­χο σήμερα, αλλά να συνδράμουν στην ανάπτυξη των δε­ξι­ο­τή­των εκείνων που θα τους επιτρέψουν αργότερα να λύνουν τα προβλήματά τους χωρίς τη βοήθεια των γονιών.


22 Ιανουαρίου 2017

Ανατροφή παιδιών ή γονιών;

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

​​​​«Δεν έχει αυξηθεί το μπούλινγκ στα σχολεία;», «Δεν έχει χαλάσει η εκπαίδευση;», «Τι να κά­νου­με με τη μικρή που τσιρίζει;», «Έχουν αγριέψει οι εποχές, τα παιδιά μας κιν­δυ­νεύ­ουν», εί­ναι μερικές α­πό τις φράσεις που άκουσα κατά τη διάρκεια του κα­λο­και­ριού από γονείς με μι­κρά παιδιά μόλις πληροφορούνταν την ιδιότητά μου. Εί­ναι ά­ξι­ο παρατήρησης ότι κάθε φορά που υπάρχει στην παρέ­α κάποιος ψυχολόγος οι άν­θρω­ποι έχουν την ανάγκη να ανοιχτούν, να εξωτερικεύσουν τις σκέψεις και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς τους. Και είναι λογικό. Υπάρχει πο­λύ μεγάλη ανάγκη για στή­ρι­ξη, κα­τα­νόη­ση, ένα αφτί να τα πεις, και μάλιστα ένα αφτί που νιώ­θεις ότι κάτι ξέ­ρει πα­ρα­πά­νω από έναν απλό φίλο.

Ωστόσο, αυτό που είναι έντονο πλέον είναι ότι οι άνθρωποι ανοίγουν σοβαρές συ­ζη­τή­σεις χω­ρίς να τις παίρνουν στα σοβαρά και χωρίς να θέλουν να με­τα­κι­νη­θούν. Τα παι­διά τους, ως διά μαγείας, ναι­· εκείνοι όχι.

Είναι δύσκολο να είσαι γονιός. Πάντα ήταν. Παρ’ ότι οι τωρινοί γονείς διεκδικούν έ­ναν με­γα­λύ­τε­ρο βαθμό δυσκολίας, λέγοντας γενικά και αόριστα ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Φυ­σι­κά και έ­χουν αλλάξει. Αλλά και οι γονείς έχουν αλλάξει. Αυτό που δε γίνεται αντικείμενο βα­θύ­τε­ρης κατανόησης είναι ότι το χρέος δεν είναι να με­γα­λώ­σου­με μόνο παιδιά. Το χρέος μας εί­ναι να μεγαλώσουμε τον εαυτό μας. Αυ­τό έ­χει αλλάξει συγκριτικά με τις προηγούμενες γε­νιές, οι ο­ποί­ες όχι ότι κα­τόρ­θω­ναν πολ­λά πράγματα σε βάθος, άντεχαν όμως σε μεγαλύτερες πι­έ­σεις και προ­σαρ­μό­ζο­νταν στη διευρυ­μένη πυρηνική οικογένεια τηρώντας θεσμούς και πα­ρα­δό­σεις.

«Μα δεν είναι εγωιστικό να ασχολούμαι με μένα και όχι με το παιδί μου;» με ρώ­τη­σε μια νε­α­ρή μη­τέ­ρα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη παρερμηνεία που γίνεται. Η έν­νοι­α «α­σχο­λού­μαι με τον ε­αυ­τό μου» φαντάζει σαν την επιστροφή σε μια ξέφρενη ε­φη­βεί­α. Ε­νώ θα έπρεπε να γίνεται α­ντι­λη­πτή ως η με­γαλύτερη κληρονομιά που θα α­φή­σου­με στα παιδιά μας. Η στροφή στον ε­αυ­τό οφείλει να πολλα­πλασιάζει τελικά τον χώρο για να μπουν μέσα τα μέλη του οικογένειας και όχι να αποκλείει τη δίο­δο της ε­πα­φής. Άλλωστε το παράδειγμα μορφώνει, όχι η συμ­βου­λή.

Τι σημαίνει –πρακτικά– ασχολούμαι με τον εαυτό μου; Πόσα από τα ερωτήματα που τα­λα­νί­ζουν τους γονείς αφορούν τον εαυτό τους και όχι τα παιδιά τους; Γιατί φο­βού­νται τόσο πολύ κά­ποιοι γο­νείς και γιατί αναζητούν εχθρούς και όχι συμμάχους στη δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση των παι­διών τους; Πώς γίνεται να υπάρχει κακός δάσκαλος, κα­κός α­στυ­νο­μι­κός, κακός παπάς, κακοί γεί­το­νες, κακοί φίλοι και τελικά μόνο οι γονείς να μέ­νουν ανεπηρέαστα καλοί; Πώς γίνεται να α­παι­τούν τα παιδιά τους να α­κούν τις συμ­βου­λές τους, τη στιγμή που οι περισσότεροι δεν α­ντέ­χουν να α­κού­σουν κά­τι για τον ε­αυτό τους; Ποιος μας είπε ότι άπαξ και δημιουργήσαμε οι­κο­γέ­νει­α εί­μα­στε και αρ­κε­τά ώριμοι ή και ικανοί να διαχειριστούμε τα πάντα; Και πώς ζη­τά­με α­πό τα παι­διά μας να μεγαλώσουν τη στιγ­μή που η μεγαλύτερη δυσκολία αυτής της κοι­νω­νί­ας εί­ναι να μεγαλώσει;

Μεγαλώνω δε σημαίνει ψηλώνω. Μεγαλώνω σημαίνει αποκτώ επαφή με την ψυ­χι­κή μου πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Με τις δυσκολίες μου, τις αμφιθυμίες μου, τους πα­λι­μπαι­δι­σμούς μου, με τις λο­γι­κές και παράλογες ανάγκες μου. Με το παρελθόν μου.
● Μεγαλώνω σημαίνει κόβω τον ομφάλιο λώρο. Δεν παίρνω χρήματα από τους γο­νείς μου στα 40 μου, όση κρίση κι αν έχουμε. Δεν τους παίρνω τηλέφωνο κάθε ώ­ρα για να μιλήσω για τα προβλή­ματά μου ούτε τους ζητώ συνέχεια να με ξε­λα­σπώ­νουν.
● Μεγαλώνω σημαίνει αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να μην έχω τη ζωή που φα­ντά­στη­κα αλλά αυ­τή εί­ναι η ζωή –και την παλεύω.
● Μεγαλώνω σημαίνει ζητώ συγγνώμη.
● Μεγαλώνω σημαίνει αποκτώ δική μου ζωή. Πραγματική. Δε συνεχίζω τη ζωή των γο­νιών μου, δεν κλέβω τη ζωή των παιδιών μου, ούτε κληρονομώ τις συ­νή­θει­ες του ά­ντρα ή της γυ­ναί­κας μου, ούτε γινόμαστε όλοι μαζί ένας διαγενεαλογικός χυ­λός ό­που το παιδί δεν ξέρει εάν η γιαγιά είναι μαμά και εάν η μαμά είναι το παιδί.
● Μεγαλώνω σημαίνει αντιμετωπίζω κατάματα τη σεξουαλικότητά μου και τις ευ­θύ­νες μου. Χω­ρίς ε­νοχές αλλά και χωρίς να μας ανήκει ο κόσμος.

Δεν είναι τυχαίο που όταν μετατίθεται το βάρος από τα παιδιά στον εαυτό μας, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι αλ­λάζουν κουβέντα. Διότι, όπως είπε γλαφυρά και ένας μπαμπάς, «έ­λα, καλοκαίρι είναι, μη μας βά­ζεις δύσκολα»...

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25.09.2016)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: γονείς

Είχε κακοποιηθεί ως παιδί και έπραξε το ίδιο

Είναι ιδιαίτερα ψυχοφθόρο, αλλά η διαδικασία επαναλαμβάνεται κάθε φορά που έρ­χε­ται στο φως μια υπόθεση κακοποίησης παιδιού. Οι άνθρωποι στο «Χαμόγελο του Παι­διού», έχοντας ε­νη­με­ρω­θεί για τα στοιχεία του περιστατικού, ξεφυλλίζουν τα αρ­χεί­α τους για τυχόν κα­ταγ­γε­λί­ες σε σχέση με το συγκεκριμένο οικογενειακό πε­ρι­βάλ­λον. Μήπως είχαν δεχθεί καταγγελία για κακοποίηση του παι­διού στο πα­ρελ­θόν, αλ­λά οι Αρχές είχαν κωλυσιεργήσει; Μήπως θα μπο­ρού­σε η τραγική κατά­λη­­ξη να εί­χε αποφευχθεί;


Προχθές (10.01.2017) η αναζήτηση αυτή κατέληξε σε μια συγκλονιστική α­πο­κά­λυ­ψη. Το «Χα­μό­γε­λο του Παιδιού» είχε ενημερωθεί για μια τραγική υπόθεση κα­κο­ποί­η­σης. Ένα α­γο­ρά­κι μόλις 2,5 ε­τών από τη Σκάλα Λακωνίας είχε μεταφερθεί ε­σπευ­σμέ­να στο Παναρκαδικό Νο­σο­κο­μεί­ο Τρίπολης με σοβαρές κρα­νι­ο­ε­γκε­φα­λι­κές κα­κώ­σεις και μώλωπες. Οι γιατροί, ε­κτι­μώ­ντας την κατάστασή του, έ­κριναν ότι έ­πρε­πε να διακομιστεί επειγόντως στο Νο­σο­κο­μεί­ο Παίδων Αγλαΐα Κυριακού. Εκεί νο­ση­­λεύ­ε­ται μέχρι σήμερα σε κρίσιμη κατάσταση στη μο­νά­δα εντατικής θεραπείας. Το παι­δί φέ­ρε­ται να έχει πέσει θύμα κακοποίησης της 23χρονης μη­τέ­ρας του και του 54χρο­νου συντρόφου της, οι οποίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ει­σαγ­γε­λέ­α με την κατηγορία της κακοποίησης α­νη­λί­κου.

Αμέσως το «Χαμόγελο του Παιδιού» δήλωσε διαθεσιμότητα για παροχή βοήθειας στο παιδί. Πα­ράλ­­λη­λα έλεγξε εάν η οικογένεια είχε απασχολήσει την οργάνωση στο πα­ρελ­θόν. Τότε βρέ­θη­κε ότι το 2006 είχε υπάρξει ανώνυμη καταγγελία από ευ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νο πολίτη στην «Ε­θνι­κή Τηλεφωνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056» για την κακοποίηση και παραμέληση μιας 11χρονης από τον ίδιο της τον πα­τέ­ρα σε πε­ρι­ο­χή της Λακωνίας. Είχαν ενημερωθεί οι αρ­μό­δι­ες κοινωνικές υ­πη­ρε­σί­ες και οι αρ­χές της περιοχής, όμως τελικά το κοριτσάκι δεν α­πο­μα­κρύν­θη­κε από το α­κα­τάλ­λη­λο περιβάλ­λον όπου ζούσε. Εκείνη η 11χρονη, σύμφωνα με το «Χα­μό­γε­λο του Παι­διού», είναι η 23χρονη μητέ­ρα που φέρεται να κακοποίησε το δικό της παι­δί.

Θα είχε συμβεί ό,τι συνέβη εάν τότε το κορίτσι είχε απομακρυνθεί από την οι­κο­γέ­νει­ά της και εί­χε μεγαλώσει σε ασφαλές περιβάλλον; «Κανείς δεν μπορεί να ξέρει», α­να­φέ­ρουν από την ορ­γά­νω­ση. Το ερώτημα όμως αρκεί.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12.01.2017) / Λίνα Γιάνναρου