30 Οκτωβρίου 2010

Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο

(σύμβουλος ψυχικής υγείας, www.understanding-self.gr)

● Υπάρχει κάποιος ασφαλής, γρήγορος και εύκολος τρόπος να απομακρύνω το παι­δί μου α­πό μένα, να το κάνω να αισθάνεται ανασφάλεια και να του δημιουργήσω φό­βο;
● Υπάρχει κάποιος σίγουρος τρόπος για να εμφυσήσω στο παιδί τη βία και να του καλ­λι­ερ­γή­σω χα­μηλή αυτοεκτίμηση;
● Υπάρχει κάποιος τρόπος που μπορεί να επιφέρει άμεσα αποτελέσματα υπακοής εκ μέ­ρους του παιδιού, παρόλο που μακροπρόθεσμα θα επιφέρει πολλά προ­βλή­μα­τα;
● Υπάρχει κάποιος τρόπος για να διδαχθεί το παιδί τον «νόμο του δυνατότερου»;
● Υπάρχει κάποιος τρόπος που να δείχνει ότι επιφανειακά «έχω το πάνω χέρι» στη σχέ­ση μου με το παιδί αλλά ταυτόχρονα υποσκάπτει αυτή τη σχέση;
● Υπάρχει κάποιος τρόπος για να καλλιεργείται ένας μόνιμος θυμός ανάμεσα σε μέ­να και στο παι­δί;
● Υπάρχει κάποιος τρόπος να κάνω το παιδί μου λιγότερο έξυπνο απ’ ό,τι είναι;

Φυσικά και υπάρχει: Να του ρίχνω «ένα χέρι ξύλο» κάθε φορά που δε με υπακούει!

Μαθήματα ζωής

Το παιδί μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του από τη μόνη σταθερή πηγή πλη­ρο­φό­ρη­σης που έχει στη διάθεσή του: τους γονείς του. Εάν αυτοί χρησιμοποιούν το ξύ­λο στη δι­α­παι­δα­γώ­γη­σή του, το μήνυμα που λαμβάνει είναι: «Πραγματικά, πρέπει να μου αξίζει αυτή η συ­μπε­ρι­φο­ρά».

Η σωματική τιμωρία διδάσκει στο παιδί μια σειρά από μαθήματα. Μερικά από αυτά εί­ναι:
● Αυτός που είναι πιο δυνατός επιβάλλεται.
● Η βία φέρνει λύσεις.
● Είναι δικαίωμά μου να χρησιμοποιώ το ξύλο.
● Ο θυμός μου θα εκφράζεται με επιθετικότητα.

Τι πιστεύουν οι γονείς που δέρνουν

Ορισμένοι πιστεύουν πραγματικά ότι το ξύλο «δε βλάπτει». Κάποιοι το χρη­σι­μο­ποι­ούν πε­ρι­στα­σι­α­κά και «μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις». Άλλοι, ενώ γνω­ρί­ζουν ότι εί­ναι βλαπτικό, κα­τα­λή­γουν εκεί μό­νο όταν όλα τα άλλα μέσα δεν έχουν επιφέρει α­πο­τέ­λε­σμα.

Τέλος, υπάρχουν κι εκείνοι που γνωρίζουν ότι ο ρόλος τους, ως φορέας εξουσίας, πρέ­πει να ε­μπνέ­ει σεβασμό, αγάπη κι εμπιστοσύνη. Αισθάνονται ενοχές όταν κα­τα­φεύ­γουν στο ξύλο, δι­ό­τι αντιλαμ­βάνονται ότι το παιδί μπορεί να υπακούσει, αλλά η υ­πα­κο­ή αυτή θα είναι προϊόν φό­βου και όχι σε­βασμού ή αναγνώρισης των ορίων.

Πώς να αλλάξετε τρόπο διαπαιδαγώγησης

1. Ενημερωθείτε για τις συνέπειες του ξύλου. Μάθετε για τους νέους τρόπους ο­ρι­ο­θέ­τη­σης των παι­διών (όρια αντί για τιμωρία) και προσπαθήστε να τους ε­φαρ­μό­σε­τε.

2. Ξεκουραστείτε, χαλαρώστε, διασκεδάστε. Όταν κάποιος είναι κουρασμένος, κα­τα­φεύ­γει ευ­κο­λό­τε­ρα σε μια συμπεριφορά για την οποία θα μετανιώσει αρ­γό­τε­ρα. Έ­νας γονιός είναι πά­νω απ’ όλα άνθρωπος. Οι άνθρωποι χρειάζονται να εκ­πλη­ρώ­νουν τις βασικές σωματικές και ψυχολογικές τους ανάγκες. Αν για μεγάλο χρονικό δι­ά­στη­μα αυτές οι ανάγκες δεν εκ­πλη­ρώ­νο­νται, τότε δημι­ουργούνται πολλά και ποι­κί­λα προβλήματα που καθρεφτίζονται στη συ­μπε­ρι­φο­ρά μας.

3. Εξετάστε τη σχέση σας με τον θυμό σας. Τι κάνετε όταν θυμώνετε; Πού δι­ο­χε­τεύ­ε­τε αυτή την ε­νέργεια; Μήπως τη μεταθέτετε στα παιδιά σας; Τι άλλες ε­πι­λο­γές θα μπορούσατε να βά­λε­τε σε ε­φαρμογή;

4. Μην εκλογικεύετε ή μη μειώνετε την αξία της σωματικής βίας. Το «ήταν μόνο έ­να χαστούκι και μάλιστα το χρειαζόταν» μπορεί να οδηγήσει κλιμακωτά και σε άλ­λες πράξεις «δι­και­ο­λο­γη­μέ­νης» βίας.

5. Ζητήστε βοήθεια. Αν βλέπετε ότι η κατάσταση έχει βγει εκτός ελέγχου, μη δι­στά­σε­τε να ζη­τή­σε­τε επαγγελματική βοήθεια. Είναι πολλοί οι γονείς που κα­τα­φεύ­γουν σε κάποια πηγή ε­νη­μέ­ρω­σης και στήριξης, ώστε να αλλάξουν δυ­σλει­τουρ­γι­κές συμπεριφορές.

ΠΗΓΗ: www.infokids.gr

28 Οκτωβρίου 2010

Ασφαλής χρήση του διαδικτύου

Εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας

Σας ενημερώνουμε για τους φορείς στους οποίους θα μπορούν να απευθύνονται τα παι­διά, οι έφη­βοι, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί τόσο για εκπαιδευτικούς λόγους ό­σο και για θέματα που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης από τυχόν δύσκολες κα­τα­στά­σεις που συναντούν οι μα­θη­τές στο διαδίκτυο:

1. Η ιστοσελίδα της Δράσης Ενημέρωσης και Επαγρύπνησης του Ελληνικού Κέ­ντρου Α­σφα­λούς Δια­δικτύου Saferinternet.gr στοχεύει στην αφύπνιση-ενημέρωση των γονέων, των εκ­παι­δευ­τι­κών και του κοινωνικού συνόλου για τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να προ­στα­τεύ­σουν τα παιδιά από τους κινδύνους που ε­γκυ­μο­νεί η μη ορθή χρήση των δι­α­δρα­στι­κών τεχνολογιών, όπως είναι το δι­α­δί­κτυ­ο ή το κινητό τηλέφωνο.

2. Η Γραμμή Βοηθείας ΥποΣΤΗΡΙΖΩ 800 11 800 15 (χωρίς χρέωση) απευθύνεται σε εκ­παι­δευ­τι­κούς, παιδιά, εφήβους και στις οικογένειές τους, παρέχοντας υ­πο­στή­ρι­ξη και συμβουλές α­πό ειδικούς παιδοψυχολόγους για θέματα που σχετίζονται με τη χρή­ση του διαδικτύου, του κι­νη­τού τηλεφώνου και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών (πα­ρε­νό­χλη­ση, εξάρτηση, επιβλαβές πε­ρι­ε­χό­με­νο, τζόγος, πορνο­γραφία, παιδοφιλία κ.ά.). Η γραμμή βοηθείας ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΩ βρί­σκε­ται στο νοσοκομείο Π&Α Κυρια­κού. Στη Μονάδα Εφηβικής Υγείας της Β' Παιδιατρικής Κλι­νι­κής του Πανεπιστημίου Α­θη­νών υπάρχει ολοκληρωμένη δομή αντιμετώπισης προ­βλη­μά­των που σχε­τί­ζο­νται με θέματα κατάχρησης του διαδι­κτύου.

3. Τέλος, στην ανοιχτή γραμμή καταγγελιών Safeline.gr μπορεί κανείς να α­πευ­θυν­θεί για πα­ρά­νο­μο περιεχόμενο ή παράνομη συμπεριφορά στο διαδίκτυο.

ΠΗΓΗ: Εγκύκλιος 135019/Γ7/26.10.2010

Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα

Από τη Συμβουλευτική Επιτροπή για την Πρόληψη
και Καταπολέμηση της Βίας στην Οικογένεια

Τα παιδιά παραδειγματίζονται κυρίως από τις πράξεις των μεγάλων και όχι τόσο α­πό τα λό­για και τις νουθεσίες τους. Ένα «πρώην παιδί» γράφει σχετικά:

1. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις για μένα το αγαπημένο μου γλυ­κό και έ­μα­θα ότι τα μικρά πράγματα μπορεί να έχουν ξεχωριστή σημασία στη ζω­ή.

2. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κρεμάς τη ζωγραφιά μου στο ψυγείο και αμέσως ή­θε­­λα να ζωγραφίσω την επόμενη.

3. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις το σπίτι και όσους ζούμε σε αυτό και έ­μα­­θα ότι πρέπει να εκτιμούμε ό,τι μας προσφέρεται.

4. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις φαγητό για κάποιον φίλο που ήταν άρ­ρω­­στος και έμαθα ότι όλοι μας πρέπει να νοιαζόμαστε και να φρο­ντί­ζου­με ο ένας τον άλ­λο.

5. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις ένα αδέσποτο γατάκι και έ­μα­θα ότι εί­ναι καλό να είσαι ευγενικός με τα ζώα.

6. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ακόμη και όταν ήσουν θυμωμένη, με συμ­βού­λευ­σες ήρεμα και α­πλά για να καταλάβω το γιατί και έτσι έμαθα ότι ο δι­ά­λο­γος και η ε­πι­κοι­νω­νί­α είναι ση­μα­ντι­κά ακό­μη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.

7. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ένιωσα ότι νοιαζόσουν και ήθελα να γίνω ακόμα κα­λύ­τε­ρος.

8. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κλαις και έμαθα ότι κάποια πράγματα στη ζωή πλη­­γώ­νουν, αλλά έχεις δικαίωμα να είσαι στενοχωρημένος.

9. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες ακόμη και ό­ταν οι κα­τα­στά­­σεις ήταν δύσκολες και έμαθα ότι πρέπει να είμαι υπεύθυνο άτομο.

10. Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, εγώ σε παρακολουθούσα και έμαθα τα πε­ρισ­σό­τε­ρα «μα­θή­μα­τα ζωής», εφόδια για να γίνω καλύτερο και παραγωγικότερο άτομο ό­ταν μεγαλώσω.




ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

27 Οκτωβρίου 2010

Καλοί τρόποι στο διαδίκτυο

Από το Safer Internet

Όπως στην καθημερινή ζωή, έτσι και σε όλο το διαδίκτυο υπάρχουν κανόνες συ­μπε­ρι­φο­ράς που δεν πρέπει να αγνοούμε. Καλό είναι να τους θυμόμαστε:

1. Δε γράφουμε με ΚΕΦΑΛΑΙΑ γράμματα όταν στέλνουμε ηλεκτρονικό μήνυμα ή ό­ταν κά­νου­με chat. Τα κεφαλαία ισοδυναμούν με φωνές. Δεν το κάνουμε, εκτός κι αν εί­ναι πραγ­μα­τι­κά α­πα­ραί­τη­το.

2. Η αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων με μεγάλα αρχεία θα μπορούσε να ε­μπο­δί­σει ή να ε­πι­βρα­­δύ­νει σημαντικά την παραλαβή αλληλογραφίας του παραλήπτη. Τον ε­νη­με­ρώ­νου­με, λοι­πόν, πριν στείλουμε ένα τέτοιο μήνυμα.

3. Δε στέλνουμε ηλεκτρονικά μηνύματα spam. Κάτι τέτοιο απαγορεύεται αλλά εί­ναι και πολύ ε­νο­­χλη­τι­κό.

4. Εάν στέλνουμε το ίδιο μήνυμα σε διαφορετικούς ανθρώπους, που δεν ξέρουν ο έ­νας τον άλ­λο, πρέπει να βάζουμε όλες τις διευθύνσεις τους στο πεδίο «BCC» (κρυμ­μέ­νο αντίγραφο), για να απο­φύγουμε τη δημοσίευση της διεύθυνσης του κάθε πα­ρα­λή­πτη στους άλλους.

5. Συγχωρούμε ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη, ακόμα και «χαζές» (κατά την κρίση μας) ε­ρω­τή­­σεις που κάνουν οι φίλοι μας όταν μας στέλνουν e-mail ή όταν κάνουμε chat και δεν τους προ­σβάλλουμε δημόσια. Όλοι ήμασταν κάποτε «πρωτάρηδες» στο δι­α­δί­κτυ­ο και όλοι έ­χου­με κάνει κά­ποιο λάθος στο παρελθόν.



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: κείμενα για παιδιά

24 Οκτωβρίου 2010

Είναι τα παιδιά ανώριμα;

(συμβουλευτική ψυχολόγος)

«Μωρό παιδί είναι, δε νιώθει»
«Μα τα παιδιά ξεσυνερίζεσαι τώρα;»
«Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις»
«Είσαι μικρός ακόμη για τέτοια πράγματα»


Τέτοιες φράσεις, με τις οποίες συχνά απευθυνόμαστε ή αναφερόμαστε στα παιδιά, α­ντα­να­κλούν την πεποίθηση ότι τα παιδιά χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση, επειδή λό­γω η­λι­κί­ας εί­ναι ανώριμα, καταλαβαίνουν λιγότερα, έχουν περιορισμένες ι­κα­νό­τη­τες και μειωμένη α­ντί­λη­ψη.

Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που τα παιδιά μάς ξαφνιάζουν με τις αντιδράσεις τους και μπορεί να μας κάνουν να σκεφτούμε ότι ίσως είναι πιο ώ­ρι­μα –ή «αλλιώτικα» ώριμα– από όσο εμείς (θέ­λου­με να) πιστεύουμε.

Τα παιδιά, πράγματι, λόγω του ότι η σωματική και νοητική τους ανάπτυξη δεν έχει ο­λο­κλη­ρω­θεί, έ­χουν σε πολλά πράγματα μειωμένες ικανότητες σε σχέση με τους ε­νη­λί­κους και ε­ξαρ­τώ­νται απ’ αυ­τούς. Δε θα μπορούσαν δηλαδή να αντεπεξέλθουν μό­να τους στις ίδιες τους τις α­νά­γκες.

Από την άλλη μεριά, την παιδική ηλικία χαρακτηρίζει ένας τρόπος σκέψης δι­α­φο­ρε­τι­κός από αυ­τόν των ενηλίκων. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που τα παιδιά α­ντι­λαμ­βά­νο­νται τα πράγ­μα­τα –και πολύ περισσότερο ο τρόπος που αντιδρούν σε αυ­τά– δε συμβιβάζεται με αυ­τό που ο­νο­μά­ζου­με λογική, κοινό νου, «πραγματικότητα».

Γιατί τα θεωρούμε ανώριμα

● H κατανόηση και η εξήγηση που δίνουν τα παιδιά σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους και μέ­σα τους στηρίζεται κατ’ αρχάς ακόμη στη μαγική σκέψη, που α­πο­μει­νά­ρια της μπορούμε ί­σως να διακρίνου­με στη φαντασία, τα όνειρα ή τις «ευ­χές» των ε­νη­λί­κων (το θέλω αυτό τόσο πο­λύ, που αν «βγει» το τάδε νούμερο θα γίνει). Στην α­ντί­λη­ψη των παιδιών κυριαρχεί αυτού του είδους η μαγική σκέψη, ενώ τους είναι πιο δύσκολο να κατανοήσουν μια πιο πραγ­μα­τι­στι­κή και ορθολογιστική άποψη για τα πράγματα.

● Επιπλέον, τα παιδιά –και αυτό όσο πιο μικρά είναι τόσο περισσότερο ισχύει– κα­τα­λα­βαί­νουν τον κόσμο με επίκεντρο τον εαυτό τους. Αυτό είναι καταφανές στις ε­ξη­γή­σεις που δί­νουν τα πολύ μικρά παιδιά π.χ. σε φυσικά φαινόμενα: «Το φεγγάρι εί­ναι εκεί για να με φω­τί­ζει να βλέπω τη νύχτα». Αυτή η εγωκεντρική αντίληψη του κόσμου περιορίζεται όσο με­γα­λώ­νει έ­να παιδί, δεν παύει όμως να υπάρχει και μέ­χρι το τέλος της εφηβείας πολλές φορές. Στην «αιχ­μη­ρή» μάλιστα εποχή της ε­φη­βεί­ας, τείνει να επανέρχεται και να επισκιάζει καμιά φο­ρά την περισσότερο «κοι­νω­νι­κή» αντίληψη που έχουν αποκτήσει τα παιδιά ώς τότε.

● Ένα άλλο χαρακτηριστικό της παιδικής συμπεριφοράς που συμβάλλει στο να τα βλέ­που­με και να τα αντιμετωπίζουμε ως ανώριμα είναι ο παρορμητισμός. Τα παι­διά είναι πιο ε­κτε­θει­μέ­να, πιο ευά­λωτα στα συναισθήματά τους και στις πα­ρορ­μή­σεις τους από τους ε­νη­λί­κους, κά­τι που επίσης ελατ­τώνεται και ε­ξι­σορ­ρο­πεί­ται κα­θώς μεγαλώνουν. Αυτό σημαίνει ότι, όταν έ­να παι­δί βρίσκεται υπό την επίδραση ε­νός δυνατού συναισθήματος (είτε θετικό είναι αυτό εί­τε αρ­νη­τι­κό), κατά κάποιον τρό­πο κατακλύζεται από αυτό το συναίσθημα –τον πόνο, τη χα­ρά, τον φόβο, τον θυ­μό, τον ενθου­σιασμό, τη ζήλια, τη θλίψη– και συνήθως δεν είναι σε θέση να ε­λέγ­ξει και να μετριάσει τη συμπερι­φορά του.

Οι αντιδράσεις του υπαγορεύονται από το είδος και την ένταση του συναισθήματος ό­πως το βι­ώ­νει τη συγκεκριμένη στιγμή, σε αυτό που ονομάζουμε «εδώ και τώρα». Προ­σπά­θει­ες ε­κλο­γί­κευ­σης και κατευνασμού την ώρα εκείνη σπάνια καρποφορούν, αν το συναίσθημα δε βρει ανταπόκριση ή δεν εκτονωθεί με κάποιον τρόπο. Στα πο­λύ μικρά παιδιά ίσως συγ­χω­ρού­με τέτοιου είδους φέρσιμο, αν και μας θυμώνει, για­τί το θεωρούμε ιδιοτροπία. Με λίγο με­γα­λύ­τε­ρα παιδιά όμως είμαστε πιο αυ­στη­ροί, επειδή πιστεύουμε ότι πρόκειται για μία α­κό­μη α­πό­δει­ξη ανωριμότητας. Αυ­τή η συναισθη­ματική αστάθεια και ορμητικότητα μας κάνουν να τα θε­ω­ρού­με α­νώ­ρι­μα, και κατά συνέπεια ανεύ­θυνα, αναξιόπιστα, ακόμη και ανίκανα, α­νόη­τα, χα­ζά.

Μήπως τα αδικούμε;

Είναι όμως πράγματι έτσι τα παιδιά; Είναι η μαγική τους σκέψη, η λιγότερο τι­θα­σευ­μέ­νη φα­ντα­σί­α, ο κάποτε μη «ρεαλιστικός» τρόπος τους να βλέπουν τον κό­σμο και ο πα­ρορ­μη­τι­σμός τους τεκμήρια ανωριμότητας ή μήπως τα αδικούμε, κρίνοντας την ω­ρι­μό­τη­τά τους σαν να ή­ταν ενήλικοι;

Κάνουμε λάθος αν θεωρούμε τα παιδιά ανώριμα, επειδή δε σκέφτονται, δεν αι­σθά­νο­νται και δε συ­μπεριφέρονται όπως εμείς.

Αν σκεφτούμε ότι τα παιδιά βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία ανάπτυξης σε κά­θε ε­πι­μέ­ρους το­μέα της ύπαρξής τους (βιολογικό-σωματικό, γνωστικό-νοητικό, συ­ναι­σθη­μα­τι­κό, κοι­νω­νι­κό), σε μια διαδικασία απόκτησης νέων ικανοτήτων και δε­ξι­ο­τή­των και ταυτόχρονα κα­τα­φέ­ρου­με να διακρίνου­με πόσο πολλά κατακτούν από μέ­ρα σε μέρα, μπορούμε ίσως να δού­με και πόση ωριμότητα διαθέ­τουν.

Το θέμα της ωριμότητας των παιδιών είναι σύνθετο, επειδή λειτουργεί σαν αυτό που ο­νο­μά­ζου­με αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όσο τα αντιμετωπίζουμε σαν να εί­ναι ανώριμα, πράγ­μα­τι τα «βοηθάμε» να φέρονται ανώριμα, επιβεβαιώνοντας έτσι την αντίληψη που έ­χου­με γι’ αυτά. Αντίθε­τα, αν πειστούμε για την ωριμότητά τους, τα βοηθάμε να συμπεριφέρονται ώ­ρι­μα και τα ωθούμε να ωριμάζουν συνέχεια με­γα­λώ­νο­ντας.

Ίσως αυτό που μας κάνει να αμφισβητούμε την ωριμότητα και την υπευθυνότητα των παι­διών εί­ναι ότι μπορούν να αντεπεξέρχονται στις ευθύνες απέναντι στον ε­αυ­τό τους και τους άλ­λους, παραμένοντας ταυτόχρονα ανέμελα, ξένοιαστα και α­νά­λα­φρα. Αυτή την ικανότητα την έ­χουν χάσει σε μεγάλο βαθμό οι ενήλικοι και έ­τσι τεί­νουν να συγχέουν την α­νε­με­λιά των παι­διών με ανωριμότητα και έλλειψη αι­σθή­μα­τος ευθύνης.

Υπευθυνότητα

Άμεσα συνδεδεμένο με την ωριμότητα είναι το ζήτημα της ευθύνης. Ωριμότητα και υ­πευ­θυ­νό­τη­τα πάνε μαζί. Δύσκολα θα ονομάσουμε ώριμο κάποιον που επιδεικνύει α­νευ­θυ­νό­τη­τα α­πέ­να­ντι στον ε­αυτό του και τους άλλους. H υπευθυνότητα όμως α­πο­κτά­ται σταδιακά, όταν κά­ποιος έχει την ευ­καιρία να αναλαμβάνει ευθύνες.

Αυτό ξεκινάει στα παιδιά καταρχήν από τις πιο απλές ευθύνες απέναντι στον εαυτό τους. Τα παι­διά είναι σε θέση να προστατέψουν τον εαυτό τους, κάτω από κα­νο­νι­κές συνθήκες, σε ο­τι­δή­πο­τε ενα­πόκειται στις δικές τους σωματικές ι­κα­νό­τη­τες. Μπο­ρούν δηλαδή να ελέγξουν τις κι­νή­σεις τους όταν σκαρφαλώνουν κάπου μόνα τους, την ταχύτητα ό­ταν τρέχουν, το ύψος ό­ταν πηδούν. Μπορούν επί­σης από αρ­κε­τά μικρή ηλικία να μάθουν πώς να συμπεριφέρονται, ώ­στε να αποφεύγουν τους ε­ξω­τε­ρι­κούς κινδύνους, πώς να περπατούν δηλαδή στον δρόμο χω­ρίς να κιν­δυ­νεύ­ουν από τα αυ­το­κί­νη­τα, πώς να κινούνται όταν βρίσκονται σε πλήθος για να μη χα­θούν.

Χαρακτηριστικό για την παιδική σοφία –όχι απλώς ωριμότητα– είναι ο τρόπος με τον οποίο μπο­ρούν να αντιμετωπίσουν υπαρξιακά ερωτήματα όπως, π.χ., το θέμα του θανάτου. Αν τα α­ντι­με­τω­πί­σου­με με την ανάλογη σοβαρότητα και δεν προ­σπα­θού­με να τα κοροϊδέψουμε λέ­γο­ντάς τους ότι ο θά­νατος ισχύει για τους άλλους και ό­χι για μας, θα δούμε ότι οι α­ντι­δρά­σεις τους περιλαμβάνουν και συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα και αυτοσυγκράτηση και συμπόνια αλλά και μια πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, την οποία ε­μείς προ­σπαθούμε να ξαναβρούμε όταν αντιμετωπίζουμε τέ­τοια ε­ρω­τή­μα­τα.

Ταυτόχρονα, τα παιδιά έχουν αίσθημα ευθύνης απέναντι στους άλλους και συχνά μας κα­τα­πλήσ­σουν με τη συμπεριφορά τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι παιδιά που έχουν με­γα­λώ­σει σε ένα «φυσιολογικό» οικογενειακό περιβάλλον, που έχει στα­θεί με αγάπη και φρο­ντί­δα στις βασικότερες ανάγκες τους, έχουν μια έμφυτη η­θι­κή και κοινωνικότητα. Νοιάζονται δη­λα­δή τους άλλους, ειδικά τα πιο μικρά ή πιο α­δύ­να­μα παιδιά, καταλαβαίνουν τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κατάσταση στην οποία βρί­σκε­ται ένας άλλος και είναι σε θέση να παρηγορήσουν, να συ­μπα­ρα­στα­θούν, να συ­μπο­νέ­σουν. Α­κόμη και το πιο ζωηρό παιδί μπορεί, αν καταλάβει ότι κά­ποιος το χρει­ά­ζε­ται, να συμπεριφερθεί με «σύνεση», αλληλεγγύη, ευαισθησία, με μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ωριμότητα δηλαδή που συχνά λείπει ακόμη κι από τους ενηλίκους.

Το ζήτημα της ωριμότητας των παιδιών μπλέκεται ακόμη πιο πολύ όταν μιλάμε για την ε­κτέ­λε­ση «καθηκόντων» που αποσκοπούν σε κάποιους μελλοντικούς στόχους. Έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό παράδειγ­μα είναι τα σχολικά καθήκοντα. Θεωρούμε ανώριμη τη συμπεριφορά των παι­διών που δεν καταλα­βαίνουν πόσο σημαντικό είναι για το μέλ­λον τους να είναι από μικρά «κα­λά» στο σχολείο και ξεχνά­με το γεγονός ότι τα παι­διά δεν μπορούν να σκεφτούν στον μέλ­λο­ντα. Αν αυτό που κάνουν δεν α­ντα­πο­κρί­νε­ται σε άμεσες ή μεσοπρόθεσμες ανάγκες, αν δη­λα­δή δεν υπάρχει ίχνος ευ­χα­ρί­στη­σης ή εν­διαφέροντος σε αυτό που κάνουν, δυ­σκο­λεύ­ο­νται πο­λύ να α­φο­σι­ω­θούν σε αυτό, όπως άλλωστε και οι ενήλικοι. Από την άλλη μεριά, μπο­ρού­με να δού­με πόση υπευθυνότητα και ώριμη συμπεριφορά μπορούν να επιδείξουν σε ο­ποια­δή­πο­τε σχολική δραστηριότητα καταφέρνει να τραβήξει το ενδιαφέ­ρον τους.

Είναι γεγονός ότι πολλά παιδιά συμπεριφέρονται με τρόπο που κάθε άλλο παρά ε­πι­βε­βαι­ώ­νει τα παραπάνω. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πρόκειται για παι­διά που δεν α­ντι­με­τω­πί­στη­καν ως ώριμα και υπεύθυνα άτομα, με –ακόμη– πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες δυνατότητες.

Προστασία και ενθάρρυνση

Είναι αυτονόητο ότι η ωριμότητα αναπτύσσεται όσο μεγαλώνει κανείς και αποκτά ε­μπει­ρί­ες. Τα παιδιά, για να ωριμάσουν, πρέπει από την πρώτη στιγμή να έχουν δί­πλα τους ενηλίκους που θα τα βοηθούν να αποκτήσουν αυτές τις εμπειρίες, δι­α­τη­ρώ­ντας την ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και στην ενθάρρυνση. Αυτό χρει­ά­ζο­νται από εμάς και όχι να τα «κλείνουμε στο κουτί», περιμένο­ντας κάποια στιγμή να είναι ώριμα από μόνα τους.

ΠΗΓΗ: www.vita.gr


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

22 Οκτωβρίου 2010

Για να μη συμβιώνετε απλώς με το παιδί σας

Από «Το χαμόγελο του παιδιού»

Πολλές φορές οι γονείς δε γνωρίζουν το παιδί τους· συμβιώνουν απλώς στο ίδιο σπί­τι, αλλά δεν ξέρουν τι συμβαίνει στη ζωή του, δεν ξέρουν τι το απασχολεί.

Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, γονείς, θυμηθείτε:

1. Μιλήστε με το παιδί σας. Ρωτήστε το απλά αλλά ουσιαστικά πράγματα όπως, για πα­­­ρά­­­δειγ­­­μα, πώς πέρασε τη μέρα του.

2. Παρατηρήστε τη συμπεριφορά του και εντοπίστε τυχόν αλλαγές. Πολλές φορές δεν α­­πο­τε­λεί μόνο η εφηβεία αιτία γι’ αυτές τις αλλαγές.

3. Γνωρίστε τους φίλους του. Μάθετε τι του αρέσει να κάνει την ελεύθερη ώρα του. Μάθετε πού του αρέσει να πηγαίνει.

4. Μην ασκείτε κριτική στον τρόπο με τον οποίο φέρεται και σκέφτεται. Βρείτε άλ­λους τρό­­πους να δώσετε συμβουλές.

5. Πολλές φορές για το παιδί αρκεί να ξέρει απλώς ότι είστε εκεί για να το στη­ρί­ξε­τε.

6. Μην το αφήνετε ανεξέλεγκτο. Βάλτε όρια.

7. Ανακαλύψτε μια πρακτική συμφωνία, έναν συμβιβασμό, όταν οι απόψεις σας εί­ναι α­ντί­θε­τες.

8. Εκφράστε τα δικά σας συναισθήματα στο παιδί, με ειλικρίνεια, για όλα τα θέματα.

9. Αξιολογήστε καταστάσεις πριν υπάρξει κρίση.

10. Θυμηθείτε ότι αποστολή του «καλού» γονιού είναι να προετοιμάσει το παιδί του για να ζή­­σει μόνο του.


ΠΗΓΗ: www.hamogelo.gr (28.06.2011) ● ΕΙΚΟΝΑ: www.manualdoscuriosos.com.br


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

21 Οκτωβρίου 2010

Κλειστές οι πόρτες στα σχολεία

Εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας

Οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκ­παί­δευ­σης υ­πο­χρε­ού­­νται να φροντίζουν, ώστε οι θύρες εισόδου-εξόδου στον χώ­ρο του σχολείου να πα­ρα­μέ­νουν κλειστές καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του σχο­λεί­ου.

Με αυτόν τον τρόπο διαφυλάσσεται η ασφάλεια των μαθητών και αποτρέπεται η α­ναί­τι­α εί­σο­δος και έξοδος αυτών από τον προαύλιο χώρο, καθώς και η είσοδος α­τό­μων που ουδεμία σχέ­ση έχουν με τη λειτουργία του σχολείου.

ΠΗΓΗ: Εγκύκλιος 2368/Γ2/09.01.2007


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σχολική λειτουργία

Το γοητευτικό ταξίδι της ανάγνωσης

(φυσικομαθηματικός, τέως πρόεδρος της ΟΛΜΕ)

«Ό,τι δεν έμαθες ως Γιαννάκης δε θα το μάθεις ως Γιάννης» συνηθίζει να αναφέρει έ­νας κα­θη­γη­τής της Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής, προκειμένου να τονίσει τη ση­μα­σί­α των πρώ­των μα­θη­σι­α­κών βημάτων του παιδιού. Πράγματι, η κρίσιμη σχέση του νέου με τη γνώση δεν κα­θο­ρί­ζε­ται στο Λύκειο με τις εισαγωγικές εξετάσεις, αλ­λά νωρίς, τότε που οι μαθητές α­να­κα­λύ­πτουν τον κόσμο των παρα­τηρήσεων και των ερωτήσεων.

Σ’ αυτή την ερωτική σχέση μας με τη γνώση το παιδικό βιβλίο είναι ο τόπος για να θε­με­λι­ώ­σου­με τον κόσμο του στοχασμού μας και των πνευματικών μας α­να­ζη­τή­σε­ων. Αντί να βά­ζου­με τα παιδιά να «βυζαίνουν» την κίβδηλη τηλεοπτική πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέπει να τα μάθουμε να αγαπούν τα βι­βλία. Να τα μάθουμε να χαϊδεύουν τα βι­βλί­α, να τα κρατάνε αγκαλιά, να τα ξε­φυλ­λί­ζουν, να τα ρουφάνε. Να πηγαίνουμε τα παι­διά στα βιβλιοπωλεία για να χαζεύουν τα ε­ξώ­φυλ­λα που πάντα σου χαμογελάνε, να διαλέγουν τους μαγικούς κόσμους της μάθησης. Να βιώνουν στιγμές πολ­λές και ά­φθο­νες, όπου όλη η οικογένεια θα διαβάζει, ο κα­θέ­νας στη γω­νιά του, όπου ο κα­θέ­νας θα κάνει το δικό του πνευματικό και γοητευτικό τα­ξί­δι της α­νά­γνω­σης.

Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά την τέχνη της ανάγνωσης, να τα πάμε στα ξέφωτα της αι­σθη­τι­κής απόλαυσης του διαβάσματος, να δέσουμε πολλούς κόμπους στα νή­μα­τα των πα­ρα­μυ­θιών με τα νή­ματα της λογοτεχνίας. Να ξεφυλλίσουμε την α­νά­σα άλ­λων ανθρώπων, μα­κρι­νών και άγνωστων. Να παίξουμε το παιχνίδι της φα­ντα­σί­ας και της δημιουργίας, πλάθοντας τη δική μας πραγματικότητα, σκηνοθετώντας μα­ζί με τους ήρωες τον εαυτό μας και τα όνειρά μας...

Να καλλιεργήσουμε στα παιδιά την αγάπη στα βιβλία, τη λατρεία στη μάθηση, να κρα­τά­νε πά­ντα ένα βιβλίο στο χέρι όπου και να πηγαίνουν. Γιατί μόνο έτσι θα α­νοί­γουν δρόμους στη ζω­ή τους. Για­τί μόνο ο άνθρωπος του βιβλίου είναι α­νε­ξάρ­τη­τος άν­θρω­πος.

Να σκεφτούμε τα άλλα παιδιά στις χώρες της φτώχειας, στις χώρες του πολέμου, που δεν έ­χουν βιβλία για να διαβάσουν. Να διαβάσουμε και γι’ αυτά τα παιδιά, γιατί τα βιβλία θα μας γε­μί­σουν με ευαισθησίες, με συναισθήματα κατανόησης και αλ­λη­λεγ­γύ­ης.

Να πάρουμε τα παιδιά από το χέρι, να πάμε στη «χώρα των θαυμάτων» και να συλ­λα­βί­σου­με μαζί με την Αλίκη μια μικρή, όμορφη αλήθεια: «Διαβάζω ό,τι μου αρέσει. Μου αρέσει ό,τι δια­βά­ζω. Μου αρέσει ο εαυτός μου όταν διαβάζω».

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (04.04.2003)

20 Οκτωβρίου 2010

Ενδοοικογενειακή βία

Αποσπάσματα από τον Νόμο 3500/06

Στον Νόμο 3500/06 (ΦΕΚ 232, τ. Α΄/24-10-2006) «Για την αντιμετώπιση της εν­δο­οι­κο­γε­νει­α­κής βίας και άλλες διατάξεις» περιλαμβάνονται διατάξεις που αφορούν την προστασία των α­νη­λί­κων έναντι φαινομένων βίας στην οικογένεια, ενώ κα­θο­ρί­ζο­νται οι υποχρεώσεις των εκ­παι­δευ­τι­κών που πληρο­φορούνται τέτοια πε­ρι­στα­τι­κά κατά την εκτέλεση του εκπαιδευτικού τους έργου.

Άρθρο 1
Για τον παρόντα νόμο θεωρείται ενδοοικογενειακή βία η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέ­λους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Ποινικού Κώδικα.

Άρθρο 2
Η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται.

Άρθρο 4
Επί ασκήσεως σωματικής βίας σε βάρος ανηλίκου, ως μέσου σωφρονισμού στο πλαί­σι­ο της α­να­τρο­­φής του, εφαρμόζεται το άρθρο 1532 του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 7
Το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οι­κο­γέ­νει­ας, απει­λώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τι­μω­ρεί­ται με φυλάκιση.

Άρθρο 10
Όποιος σε υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας απειλεί μάρτυρα ή μέλος της οι­κο­γέ­νει­άς του ή α­σκεί βί­α εναντίον του ή τον δωροδοκεί, με σκοπό την πα­ρα­κώ­λυ­ση α­πο­νο­μής της δι­και­ο­σύ­νης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών μέ­χρι τρι­ών ετών.

Άρθρο 23 - Υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών

1. Εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος, κατά την ε­κτέ­λε­ση του εκπαιδευτικού του έργου, με οποιονδήποτε τρόπο πλη­ρο­φο­ρεί­ται ή διαπιστώνει ότι έ­χει δια­πραχθεί σε βάρος μαθητή έγκλημα εν­δο­οι­κο­γε­νει­α­κής βίας, ενημερώνει, χωρίς κα­θυ­στέ­ρη­ση, τον διευθυντή της σχολικής μονάδας.

Ο διευθυντής της σχολικής μονάδας ανακοινώνει αμέσως την αξιόποινη πράξη στον αρ­μό­δι­ο ει­σαγ­­γε­λέ­α, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του Κώδικα Ποι­νι­κής Δικονομί­ας, ή στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή.

Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εκπαιδευτικοί και οι διευθυντές των ιδιωτικών σχο­λεί­ων, καθώς και οι υπεύθυνοι των πάσης φύσεως Μονάδων Προσχολικής Α­γω­γής.

2. Κατά την προδικασία και τη διαδικασία στο ακροατήριο ο διευθυντής της σχο­λι­κής μο­νά­δας, ο οποίος ανακοίνωσε την αξιόποινη πράξη στις παραπάνω αρ­μό­δι­ες αρ­χές, και ο εκ­παι­δευ­τι­κός, ο ο­ποίος την πληροφορήθηκε ή τη διαπίστωσε, κα­λού­νται να εξετασθούν ως μάρ­τυ­ρες μόνο αν η πλη­ροφορία δεν αποδεικνύεται με ο­ποιο­δή­πο­τε άλλο αποδεικτικό μέσο.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το Υπουργείο Παιδείας, με την υπ’ αριθμ. 73444/Γ2/06.07.2007 ε­γκύ­κλι­ό του, ε­φι­στά στους εκπαιδευτικούς την προσοχή στην αυστηρή εφαρμογή του άρ­θρου 23.

18 Οκτωβρίου 2010

Η πολλή TV κάνει τα παιδιά υποτακτικά

Συνέντευξη με τον Γιάννη Παπακωνσταντίνου
(παιδοψυχίατρος, επιστημονικός διευθυντής στην Ερευνητική, Ειδική Διαγνωστική και Θεραπευτική Μονάδα «Σπύρος Δοξιάδης»)

Γιατί τα παιδιά έχουν εξάρτηση από την τηλεόραση;

Γιατί είναι μια παθητική δραστηριότητα. Τα παιδιά είναι δέκτες και επεξεργάζονται την πλη­ρο­φο­ρί­α, τις εικόνες και τα ερεθίσματα, αλλά με παθητικό τρόπο.

Επομένως στην πολλή τηλεόραση λέμε «όχι».

Εξαρτάται από την ποσότητα και την ποιότητα των ερεθισμάτων. Ο Βιμ Βέντερς, για πα­ρά­δειγ­μα, έ­χει πει ότι από μικρός έβλεπε πάρα πολύ κινηματογράφο, που κά­ποιος ψυχολόγος θα έλεγε ότι εί­ναι αρνητικό. Όμως αυτός έγινε ένας ε­ξαι­ρε­τι­κός σκη­νο­θέ­της. Όλα τα πράγ­μα­τα έχουν μια σχετικό­τητα. Βέβαια ο όγκος των ε­ρε­θι­σμά­των –ακόμη κι αν είναι ποι­ο­τι­κός– χρει­ά­ζε­ται κατηγοριοποίηση, επεξεργασία, φιλ­τρά­ρι­σμα και αποθήκευση.

Αυτό είναι κάτι που μπορούν να το κάνουν τα παιδιά;

Μπορούν ανάλογα με την ηλικία τους. Πρέπει να μην παίρνουν πάρα πολλές πλη­ρο­φο­ρί­ες σε λίγο χρόνο, γιατί δεν προλαβαίνουν να τις επεξεργαστούν, άρα γίνονται τε­λεί­ως παθητικοί δέ­κτες και δεν έχουν ενεργητική στάση απέναντι σε αυτό που βλέ­πουν.

Πόσες ώρες να βλέπουν τηλεόραση;

Εξαρτάται από την ηλικία. Από τα δεδομένα που έχουμε, 2 με 3 ώρες τη μέρα είναι υ­πε­ραρ­κε­τές. Παραπάνω γίνεται σε βάρος άλλων δραστηριοτήτων που είναι πιο ε­νερ­γη­τι­κές, ό­πως το παιχνίδι (ατομικό ή συλλογικό).

Πάνω από 3 ώρες τι μπορεί να προκαλέσει;

Έχουν γίνει μελέτες στις ΗΠΑ ανάμεσα σε παιδιά που έβλεπαν λιγότερο από 3 ώρες και σε παι­διά που έβλεπαν περισσότερο. Για τα πρώτα τα συμπεράσματα έδειξαν ότι στην υ­πό­λοι­πη ζωή τους ήταν πιο ευρηματικά στο να βρίσκουν λύση σε διάφορα θέ­μα­τα, πιο ικανά να έ­χουν ηγετική παρου­σία στην ομάδα.

Η δεύτερη κατηγορία;

Αυτά ήταν υποτακτικά ή πολύ εξουσιαστικά, με αποτέλεσμα να μην επιβιώνουν στην ομάδα ή να ταυτίζονται πολύ εύκολα με σούπερ ήρωες, με αποτέλεσμα να μην μπο­ρούν να συ­νει­σφέ­ρουν στο ομαδικό παιχνίδι –γιατί άλλα δεν έχουν την ευ­λυ­γι­σί­α να προσαρμοστούν στους κα­νό­νες του παι­χνιδιού, ενώ άλλα θέλουν να α­να­πα­ρα­στή­σουν τους σούπερ ήρωες.

Αυτή η εικόνα τα ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή τους;

Πράγματι. Αυτές οι ομάδες παρακολουθήθηκαν και ύστερα από χρόνια. Αυτά που έ­βλε­παν πολ­λές ώρες τηλεόραση έγιναν υπάλληλοι, πήγαν σε χαμηλές θέσεις ερ­γα­σί­ας, δε ρισκάρανε στη ζωή τους, ακολουθούσαν την πεπατημένη.

Η πολλή τηλεόραση ωθεί τα παιδιά σε επιθετικότητα και βία;

Η βία και η επιθετικότητα είναι συνυφασμένες με την ανθρώπινη φύση. Βία υπάρχει στο σχο­λεί­ο, στο περιβάλλον. Το να βομβαρδίζονται με τέτοια ερεθίσματα και από την τηλεόραση τα κα­θι­στά αδύναμα να επεξεργαστούν και τη δική τους ε­πι­θε­τι­κό­τη­τα –που είναι εγγενής.

Η εξοικείωση με τη βία μπορεί να μειώσει την ευαισθησία τους;

Η εξοικείωση με τη βία σημαίνει ότι και τη δική τους βία την προβάλλουν χωρίς πε­ρι­ο­ρι­σμούς και ό­τι εξοικειώνονται με αυτή. Ως μάρτυρες, δηλαδή, βλέποντας μια ε­πι­θε­τι­κή σκηνή προς τον συμμα­θητή τους, δε θα τον προστατέψουν, γιατί έχουν προ­σλά­βει πολλές εικόνες βίας και δε θα αντιδρά­σουν.

Από ποια ηλικία μπορεί ένα παιδί να παρακολουθεί τηλεόραση;

Από 2,5 χρόνων, όταν αρχίζει να αναπτύσσεται το κέντρου του εγκεφάλου και είναι σε θέση να ε­πεξεργαστεί πληροφορίες. Σε αυτή την ηλικία αναπτύσσεται και το συμ­βο­λι­κό παιχνίδι, ε­πο­μέ­νως μπορεί να ταυτιστεί με ρόλους άλλων. Τότε είναι που ωριμάζουν τα κέντρα λόγου και σκέψης και μπαίνουν τα παιδιά στον κόσμο της κα­τα­νόη­σης των συμβολισμών.

Επομένως τα ερεθίσματα της τηλεόρασης μπορεί να έχουν και θετικό ρόλο;

Ή θα βοηθήσουν να αναπτυχθεί περισσότερο αυτή η ικανότητα ή θα παίξουν έναν ε­πι­βρα­δυ­ντι­κό ρόλο. Όταν τα προγράμματα δεν έχουν βάθος, δεν υπονοούν πράγ­μα­τα, δε χρη­σι­μο­ποι­ούν μεταφο­ρικές έννοιες, έχουν επιβαρυντικό ρόλο.

Πώς διακρίνουμε τα χαμηλής ποιότητας παιδικά;

Είναι αυτά που δεν έχουν σύνθετο σενάριο, δε διαπραγματεύονται τις ανθρώπινες σχέ­σεις, αλ­λά εί­ναι μια συρραφή πράξεων, μια αλληλουχία πράξεων, και δεν υ­πάρ­χει χώρος συ­ναι­σθη­μα­τι­κός και ψυχικός. Είναι δηλαδή πολύ «το πράττειν» και πο­λύ λί­γο «το αισθάνεσθαι».

Ευθύνεται η τηλεόραση για διαταραχές στον ύπνο;

Αν το παιδί έχει δει κάτι που το έχει φοβίσει, είναι πολύ πιθανό ότι θα διαταραχτεί, ότι θα το δει ως εφιάλτη, γιατί τα όνειρά μας ουσιαστικά αναπαράγουν τα βιώματα που έχουμε ζήσει, εί­τε θετι­κά είτε αρνητικά.

Το «δεν έχω χρόνο για τα παιδιά, γι’ αυτό βλέπουν τηλεόραση» πώς το σχολιάζετε;

Η τηλεόραση είναι ένα φτηνό, ένα δωρεάν παρκάρισμα παιδιών. Είναι βολικό, εύ­κο­λο, αλλά ό­χι το καλύτερο.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (06.05.2008) / Ολυμπία Λιάτσου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: τηλεόραση

15 Οκτωβρίου 2010

Για να ελαφρύνει η σχολική τσάντα

Εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας

Η εκπαιδευτική κοινότητα (εκπαιδευτικοί, γονείς, μαθητές) αλλά και ο ιατρικός κό­σμος προ­βλη­μα­τί­­ζο­νται συνεχώς, καθώς βλέπουν με ανησυχία τα παιδιά να με­τα­φέ­ρουν κα­θη­με­ρι­νά έ­να βαρύ φορτί­ο από και προς το σχολείο. Επειδή για το Υ­πουρ­γεί­ο Παιδείας το θέμα της σω­μα­τι­κής και πνευματι­κής υγείας των μαθητών α­πο­τε­λεί ουσιαστικό ζήτημα, σας ε­πι­ση­μαί­νου­με τα ακόλουθα:

Υποχρεώσεις του σχολείου

1. Μεριμνά για την κατά το μέγιστο αξιοποίηση των χώρων της σχολικής τάξης (π.χ. βι­βλι­ο­θή­κες, ντουλάπια, ράφια, θρανία), ώστε να είναι δυνατή η παραμονή ι­κα­νο­ποι­η­τι­κού αριθμού βι­βλί­ων στην αίθουσα διδασκαλίας.

2. Προβαίνει στον εξορθολογισμό χρήσης των σχολικών εγχειριδίων και α­ντι­κει­μέ­νων γε­νι­κό­τε­ρα, σύμφωνα πάντα με το ωρολόγιο πρόγραμμα, ώστε να μειώνεται στο ελάχιστο η με­τα­φο­ρά τους α­πό και προς το σχολείο.

3. Ζητά τη διαρκή ενημέρωση από αρμόδιους εξειδικευμένους παιδαγωγούς και ε­πι­στή­μο­νες σχε­τι­κά με την καλλιέργεια και την εμπέδωση του ουσιαστικού πε­ρι­ε­χο­μέ­νου του «Νέου Σχο­λεί­ου» αναφορι­κά με το εν λόγω θέμα.

4. Αποστέλλει στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς επιστολή με σχετικές οδηγίες στους γονείς και κη­δεμόνες των μαθητών.

Υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών

1. Επικολλούν φωτοτυπία με το ωρολόγιο πρόγραμμα στο πρόχειρο τετράδιο των μα­θη­τών και συγ­χρόνως το αναρτούν στον πίνακα ανακοινώσεων ή σε ορατό ση­μεί­ο της τάξης.

2. Με τη λήξη των μαθημάτων ο εκπαιδευτικός της τάξης ή οι εκπαιδευτικοί των ει­δι­κο­τή­των με­λε­­τούν μαζί με τους μαθητές το πρόγραμμα της επόμενης μέρας και, αναλόγως των α­παι­τή­σε­ων των μαθημάτων, οι μαθητές τοποθετούν στην τσά­ντα τους μόνο τα απαραίτητα βι­βλί­α, τετράδια κ.ά.

3. Ειδικότερα, οι εκπαιδευτικοί των Α΄ και Β΄ τάξεων μεριμνούν ώστε οι μαθητές να α­φή­νουν τα πε­ρισσότερα πράγματά τους στο σχολείο, σε συγκεκριμένο χώρο για κά­θε παιδί (ντου­λά­πα ή ράφι εάν ο χώρος επαρκεί ή, σε διαφορετική περίπτωση, κά­τω από το θρανίο τους). Εί­ναι προφανές ότι σε όλα τα σχολικά εγχειρίδια και α­ντι­κεί­με­να θα αναγράφεται το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο και η τάξη του μαθητή.

4. Οι μαθητές, από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, πρέπει να δι­δα­χθούν τους σω­στούς τρόπους μεταφοράς της σχολικής τσάντας και γενικά των με­γά­λων φορτίων, ώστε να μπο­ρούν να τους εφαρμόζουν.

Αν και η παραπάνω διαδικασία θα επιφέρει πρόσθετο έργο και προσπάθεια από μέ­ρους των εκ­παι­­δευ­τι­κών, η διαρκής εξάσκηση θα συμβάλλει καθοριστικά στο να ε­λα­χι­στο­ποι­η­θεί η με­τα­φο­ρά πρό­σθετου βάρους.

Υποχρεώσεις των γονέων

1. Μπορούν να συμβουλεύονται καθημερινά το εβδομαδιαίο ωρολόγιο πρόγραμμα που έ­χουν δώσει οι εκπαιδευτικοί.

2. Φροντίζουν στην αρχή της σχολικής χρονιάς να αναγράφονται σε ετικέτες το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο και η τάξη του παιδιού σε όλα τα αντικείμενά του (βιβλία, τετράδια, κα­σε­τί­νες).

3. Μετά το τέλος των κατ’ οίκον εργασιών συνιστάται ο έλεγχος του εβδομαδιαίου ω­ρο­λο­γί­ου προ­­γράμ­μα­τος, ώστε να αποφεύγεται από μέρους των μαθητών η ά­σκο­πη μεταφορά βι­βλί­ων και τετρα­δίων προς το σχολείο.

4. Η τοποθέτηση των βιβλίων μέσα στην τσάντα θα πρέπει να γίνεται έτσι, ώστε το κέ­ντρο βά­ρους της να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στη μέση. Επίσης, η κα­τα­νο­μή του βά­ρους θα πρέ­πει να εί­ναι ομοιόμορφη, με την τοποθέτηση των πιο βα­ριών βιβλίων στο πίσω μέ­ρος της τσά­ντας.

Με τον τρόπο αυτό, και τη συνεργασία σχολείου και οικογένειας, θα επιτευχθεί ο στό­χος της ε­λα­χι­­στο­ποί­η­σης του βάρους της σχολικής τσάντας, με σκοπό την προ­στα­σί­α της σωματικής υ­γεί­ας των μαθητών.

ΠΗΓΗ: Εγκύκλιος Φ.7/531/129567/Γ1/15.10.2010


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σχολική τσάντα

12 Οκτωβρίου 2010

Οι «καλοί» μαθητές

(συμβουλευτική ψυχολόγος)

Το σχολείο είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στη ζωή κάθε αν­θρώ­που. Ακόμη και για τον πιο «αδιάφορο» μαθητή είναι επώδυνο να μην τα κα­τα­φέρ­νει, να έχει αποτυχίες, να μην μπορεί να προσαρμοστεί στο σχολικό περιβάλλον.

Υπάρχει, όμως, η «συνταγή της επιτυχίας» που κάνει τον καλό μαθητή; Είναι εύ­χρη­στη και χω­ρίς παρενέργειες;


O πιο καλός ο μαθητής...

Τι σημαίνει «καλός» μαθητής; Πολύ απλό, θα έλεγαν οι περισσότεροι: Είναι αυτός που είναι ε­πι­με­λής, συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις, δεν έχει ο ίδιος και δε δημιουργεί προ­βλή­μα­τα στο σχολείο, στους δασκάλους και στους συμμαθητές του και, γενικά, παίρνει κα­λούς βαθμούς και δε δυσκολεύεται ιδιαίτερα στις ε­ξε­τά­σεις. Όλα αυτά είναι σωστά και κα­τα­νοη­τά, δεν παύουν όμως να αποδίδουν μια αρ­κε­τά στατική εικόνα, αγνοώντας έτσι τους δύ­ο βα­σι­κό­τε­ρους παράγοντες που δι­α­­μορ­φώ­νουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την έννοια αυ­τή: Τα παιδιά, τους ίδιους δη­λα­δή τους μα­θητές, και τους γονείς.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι μιλάμε για παιδιά και, συγκεκριμένα, για παιδιά ηλικίας α­πό 6 έως 18 ε­τών. Αυτά τα δώδεκα χρόνια της σχολικής σταδιοδρομίας είναι χρό­νια διαρκούς και πολύ ραγ­δαί­ας ανάπτυξης, χρόνια συνεχόμενων αλλαγών στην προ­σω­πι­κό­τη­τα, τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό κόσμο, το γνω­στικό επίπεδο, τις αντιδράσεις, τη συμπεριφορά του κάθε παιδιού. Όλες αυ­τές οι αλλαγές, οι έντο­νες και συνήθως α­να­πά­ντε­χες μεταπτώσεις στον τρόπο που κάθε παι­δί βιώνει τον κόσμο γύρω του και μέσα του, δεν είναι απλώς μικρά, δευτερεύοντα προ­βλη­μα­τά­κια που πρέπει να ξε­πε­ρα­στούν το γρηγορότερο για να συνεχίσει το παιδί να είναι λει­τουρ­γι­κό και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό στις μαθητικές του υποχρεώσεις, αλλά είναι το «εδώ και τώ­ρα», η κα­­θη­­με­­ρι­­νή, ζωντανή και συχνά πολύ δύσκολη πραγματικότητά του.

Οι «επενδύσεις» των γονιών

Από την άλλη μεριά έχουμε τους γονείς. Είναι αυτοί που έχουν τις προσδοκίες, τα ό­νει­ρα που –ό­σο στεγνό και άχαρο κι αν ακούγεται– έχουν «επενδύσει» με πολ­λούς τρόπους στο παι­δί τους και περι­μένουν και μέσα από τις επιδόσεις του στο σχο­λεί­ο (αν όχι κυρίως μέσα α­πό αυ­τές), να «ανταμει­φθούν», να δουν τις προ­σπά­θει­ές τους να καρποφορούν.

Για τους γονείς το «καλός μαθητής» είναι συχνά πολύ προσωπική υπόθεση. Κατ’ αρ­χάς, εί­ναι η αγνή χαρά και ικανοποίηση να βλέπουν το παιδί τους να τα κα­τα­φέρ­νει και να μη δυ­σκο­λεύ­ε­ται. Είναι ό­μως και πολλά άλλα:
● Είναι η προσωπική τους επιβεβαίωση ότι τα έχουν καταφέρει καλά ως γονείς.
● Είναι μια –πολλές φορές αβάσιμη– ανακούφιση ότι το παιδί τους εξασφαλίζει έ­να (σύμ­φω­να με τα κριτήριά τους) καλό μέλλον.
● Είναι, ακόμη, «ξόρκι» για τις δικές τους κακοτυχίες ή αποτυχίες («Εσύ θα κα­τα­φέ­ρεις αυτό που δεν κατάφερα εγώ»), «τρόπαιο» σε ανταγωνιστικά παιχνίδια με άλ­λους, «τροφή» για τη μα­ται­ο­δο­ξί­α τους.

Καλοί βαθμοί και κατάθλιψη

O καλός μαθητής, λοιπόν, είναι αυτός που ξεπερνά ακάθεκτος όλες τις δυσκολίες και τις με­τα­πτώ­σεις της ηλικίας του και συνεχίζει να «φέρνει καλούς βαθμούς», εκ­πλη­ρώ­νο­ντας έτσι τις προσδοκί­ες των γονιών του. Υπάρχουν παιδιά που το κα­τα­φέρ­νουν. Γιατί έτσι είναι φτιαγ­μέ­να, γιατί στάθη­καν σε μερικά πράγματα τυ­χε­ρά, για­τί είχαν πάντα την κατάλληλη στήριξη. Υ­πάρ­χουν όμως και άλλα που δεν τα κα­τα­φέρ­νουν, που το να είναι πάντα καλοί μαθητές κά­ποια μέρα το πληρώνουν αρ­κε­τά ακριβά.

Λέει η μητέρα του Γιώργου, που είναι 14 ετών: «Το ότι ήταν καλός μαθητής ήταν για μας α­πό­δει­ξη ότι όλα πάνε καλά. Είχαμε μπερδέψει το παιδί Γιώργο με τον μα­θη­τή. Το ότι δεν πή­γαι­νε σινεμά ή βόλτα με τους φίλους του, ότι είχε απομονωθεί, δε μας απασχολούσε ι­δι­αί­τε­ρα, για­τί λέγαμε ότι αν είχε προβλήματα, θα έπεφταν και οι σχολικές του επιδόσεις. Πόσο έ­ξω μπο­ρεί να πέφτει κανείς ως γονιός... Ό­ταν άρ­χι­σαν οι εφιάλτες και ο παιδοψυχολόγος μάς μί­λη­σε για κατάθλιψη, τότε δυ­στυ­­χώς το καταλάβαμε».

Αναθεωρήσεις

Ίσως λοιπόν είναι απαραίτητο να αναθεωρήσουμε κάπως τις αντιλήψεις περί κα­λών μα­θη­τών και να τις προσαρμόσουμε στο κάθε παιδί ξεχωριστά.

● Καλός μαθητής είναι αυτός που τα καταφέρνει στο σχολείο και στα μαθήματα, αλ­λά όχι σε βά­ρος της προσωπικής του ευτυχίας. Όταν δηλαδή υπάρχει ισορροπία α­νά­με­σα στις σχο­λι­κές επιδόσεις και στην ευχαρίστηση, το παιχνίδι, την παρέα με συ­νο­μη­λί­κους, την τε­μπε­λιά και το χασομέρι –απαραίτητο συστατικό της ε­φη­βι­κής, ιδιαίτερα, ηλικίας. Είναι όχι μόνο ά­χρη­στο αλλά και πολύ ε­πικίνδυνο να εί­ναι κά­ποιος πρώτος μαθητής και μια μέρα να α­να­γκα­στεί να «εγκαταλείψει» επειδή «κάη­κε».

● Καλός μαθητής είναι κι αυτός που οι επιδόσεις του δεν είναι πάντα οι ίδιες, αλλά μπο­ρεί να πέ­φτουν όταν κάτι σοβαρό τον απασχολεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήρ­θε η συντέλεια του κό­σμου, ούτε για τους γονείς του και, κατά συνέπεια, ούτε για τον ίδιο.

● Καλός μαθητής είναι κι αυτός που είναι καλός σε ορισμένα μαθήματα και σε άλλα λι­γό­τε­ρο.

● Καλός μαθητής είναι επίσης κι εκείνος που παίρνει μέτριους βαθμούς και είναι ευ­­χα­­ρι­­στη­­μέ­­νος, έ­χει ενδιαφέροντα που τα αγαπάει και προσπαθεί γι’ αυτά, έστω κι εξωσχολικά.

Ίσως πρέπει να γίνουμε λίγο πιο γενναιόδωροι με τον τίτλο του καλού μαθητή και να τον δι­ευ­ρύ­νου­με.

Καλός είναι μόνο ο πρώτος;

Καλός μαθητής είναι μόνο ο πρώτος μαθητής ή αυτός που είναι ανάμεσα στους πρώ­τους; Δυ­στυ­χώς, οι γονείς, σπρωγμένοι εν μέρει από τις προσωπικές τους φι­λο­δο­ξί­ες και εν μέρει α­πό το σχολικό σύστημα, τείνουν να παίρνουν ως βασικότερο κρι­τή­ρι­ο αξιολόγησης τις μελ­λο­ντι­κές πιθανότητες που έχει (όπως τις έχουν ε­κτι­μή­σει βέβαια οι ίδιοι χρόνια πριν) να πάει κα­λά στις εκάστοτε Πανελ­λήνιες και να μπει σε μια «καλή σχολή».

Ίσως, όμως, είναι προτιμότερο, για το καλό των παιδιών κυρίως, να αξιολογούμε τις σχολικές τους επιδόσεις την κάθε στιγμή (χωρίς να αλληθωρίζουμε προς το μέλ­λον), σύμφωνα με τις προ­σπά­θει­ες που καταβάλλουν, τις δυσκολίες που α­ντι­με­τω­πί­ζουν και τις υπόλοιπες «ε­πι­δό­σεις» σε άλλους το­μείς της ζωής τους.

Η καλύτερη «συνταγή»

Μιλώντας λοιπόν γι’ αυτόν τον πιο «διευρυμένο» καλό μαθητή, μπορούμε να δούμε τι μπορεί να βοηθήσει ένα παιδί να τα πηγαίνει καλά στο σχολείο:

1. Ενθάρρυνση για αυτονομία. Το σχολείο είναι δουλειά του παιδιού. Μια σχολική στα­­δι­­ο­­δρο­­μί­­α που αρχίζει με τη λογική «Έχουμε να κάνουμε μαθήματα» και με συ­νε­χείς πα­ραι­νέ­σεις των γονιών στο παιδί για να μελετήσει, μπαίνει σε κακές βά­σεις. Η αυτονομία μαθαίνεται σι­γά σι­γά, πριν και μετά την αρχή του σχολείου, ό­ταν οι γονείς εμπιστεύονται τα παιδιά τους και τα ενθαρρύνουν να κάνουν πράγματα μό­να τους, να συμμετέχουν ανάλογα με την ηλικία τους σε δουλειές του σπιτιού, να έ­χουν φίλους και να διαχειρίζονται τις σχέσεις τους.

2. Η αναγνώριση και η εκτίμηση αυτού που προσπαθεί ένα παιδί είναι κάτι το οποίο χρει­­ά­­ζε­­ται με­γάλη γενναιοδωρία εκ μέρους των γονιών και, ίσως, κάτι παραπάνω. Έ­να καθήκον των γονιών είναι να αναγνωρίσουν μέσα τους και να μετριάσουν, όσο γί­νε­ται, την τε­λει­ο­μα­νί­α και την υπέρμετρη φι­λοδοξία τους σε σχέση με τα παιδιά τους, γιατί δεν υπάρχει το τέλειο παι­δί, όπως δεν υπάρχουν οι τέλειοι γονείς. Σχε­τι­κά με τα μαθήματα του σχολείου, αυτό ση­μαί­νει ότι πρέπει να εμπιστευτούμε το παι­δί ότι θα βρει τον δικό του ρυθμό και τρόπο, ενώ ας έ­χου­με υπόψη ότι όσο πε­ρισ­σό­τε­ρη πίεση α­σκούμε τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να συμ­βεί αυτό.

3. Βοήθεια στην οργάνωση της δουλειάς. Αυτό φυσικά δεν είναι εύκολο, γιατί η α­νη­συ­χί­α των γο­νιών βάζει σε δοκιμασία την υπομονή τους. Επειδή, όμως, οι φω­νές και ο θυμός τε­λι­κά δεν έχουν κανένα θετικό αποτέλεσμα, έχει πιο ουσιαστική ση­μα­σί­α το να βοηθήσουν το παι­δί να βρει τρόπους να είναι πιο συστηματικό. Να βρει πού του αρέσει να διαβάζει, ποια ώ­ρα, να μην το αφήνουν πε­ρισσότερο από ένα ο­ρι­σμέ­νο χρονικό διάστημα ανάλογο της η­λι­κί­ας του (π.χ. όχι παραπάνω από μισή με μί­α ώρα στην πρώτη τάξη, μία με μιάμιση στη δευ­τέ­ρα και στην τρίτη κ.ο.κ.), να κοι­τά­ει πρώτα τι έχει και μετά να αρχίζει, να κάνει μικρά εν­δι­ά­με­σα διαλείμματα, να εναλλάσσει γραπτές με προφορικές ασκήσεις για να μένει συ­γκε­ντρω­μέ­νο. Όλα αυ­τά έχουν μεγάλη σημασία: πολλά παιδιά πελαγώνουν επειδή δεν μπορούν να ορ­γα­νώ­σουν τη μελέτη τους και όχι τόσο γιατί δυσκολεύονται με το περιεχόμενο.

4. Στήριξη από τους γονείς. Προσοχή όμως: Όχι για να τους υπενθυμίζουν συνέχεια ό­τι έ­χουν κι άλλα μαθήματα, ότι δεν τα πήγαν αρκετά καλά στην τελευταία ορ­θο­γρα­φί­α ή στο τεστ και για να τα κρατάνε καθισμένα τέσσερις ώρες στην κα­ρέ­κλα μέ­χρι να τελειώσουν τη μελέτη τους. Χρειάζο­νται τους γονείς για βοήθεια σε ό,τι δεν καταλαβαίνουν και δυσκολεύονται. Για να έχουν κάποιον που θα τα ακούσει, ό­ταν έστω και μικροπροβλήματα με τη συμμαθήτρια, τη δασκάλα, τον γυμνα­στή, τον κα­λύ­τε­ρο φίλο, τον καθηγητή της Χημείας τούς προκαλούν α­νη­συ­χί­α, ένταση, λύπη.

5. Διάκριση του μαθητή από το παιδί. Οι γονείς δεν πρέπει να συγχέουν τον μαθητή με το παι­δί και να δίνουν στο παιδί τους να καταλαβαίνει ότι μια αποτυχία στο σχο­λεί­ο δε σημαίνει γι’ αυτούς ότι απογοητεύονται ή ότι κλονίζεται η αγάπη τους γι’ αυ­τό. Αυτό μπορεί πολλοί γο­νείς να το θεωρούν αυτονόητο («Αλίμονο, εγώ το παιδί μου το αγαπάω ό,τι κι αν κάνει, ό,τι μα­θη­τής κι αν είναι»), πο­λύ συχνά, όμως, του δί­νουν άλλα μηνύματα. Με την πρόθεση να του δείξουν ότι «πρέπει να το πά­ρει στα σο­βα­ρά», το τιμωρούν, το μαλώνουν ή δείχνουν μό­νο τη δυσαρέσκεια και την α­πο­γοή­τευ­σή τους, χωρίς να προσπαθήσουν καν να το κα­τα­λά­βουν και να το βοη­θή­σουν.

Για να ξεπεράσουν όμως τις δυσκολίες τους, τα παιδιά χρειάζονται ανθρώπους που εν­­δι­α­­φέ­­ρο­­νται ν’ ακούσουν και να καταλάβουν. Με τον τρόπο αυτό μαθαίνουν να ζη­τούν βοήθεια ό­ταν τη χρειάζο­νται και να μην εγκαταλείπουν όταν κάτι δεν πάει κα­λά. Χρειάζονται γονείς που κα­τα­λα­βαί­νουν ότι πραγματικά καλός μαθητής είναι μό­νο αυτός που είναι καλά και στην υ­πό­λοι­πη ζωή του.

ΠΗΓΗ: www.vita.gr ● ΕΙΚΟΝΑ: www.vladtime.ru


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σχολικά μαθήματα

10 Οκτωβρίου 2010

Για να πιστέψει το παιδί στον εαυτό του (2)

Από την Ελληνική Παιδιατρική Εταιρεία

1. Επικοινωνήστε με ειλικρινές ενδιαφέρον με το παιδί σας. Δείξτε του ότι χαί­ρε­στε που μι­λά­τε μαζί του και ότι δεν το κάνετε σαν αγγαρεία. Εκδηλώστε την α­γά­πη σας με αγκαλιές και χά­δια.

2. Εστιάζετε πάντα στα θετικά του χαρακτηριστικά και στα χαρίσματά του.

3. Μην επιβάλλετε τις απόψεις σας. Προσπαθήστε να είστε διαλλακτικοί και α­λη­θι­νά δη­μο­κρα­τι­κοί.

4. Εξηγήστε του πως αν κάποιος θυμώνει μαζί του, το κοροϊδεύει ή του επιτίθεται, αυ­τό δε ση­μαί­νει ότι φταίει ή ότι είναι κακό παιδί.

5. Βοηθήστε το να αντιλαμβάνεται τις επιθετικές προκλήσεις των άλλων και να τις α­πε­νερ­γο­ποι­εί ή να αδιαφορεί.

6. Προτρέψτε το να αποδέχεται χωρίς ταραχή τον έπαινο και την κοροϊδία.

7. Ενθαρρύνετέ το να εκφράζει ειλικρινά τις απόψεις του και να εξωτερικεύει ξε­κά­θα­ρα τα αι­σθή­­μα­τά του.

8. Βοηθήστε το να αναπτύξει αυτοέλεγχο. Να επιλέγει τη συναισθηματική του α­ντί­δρα­ση αντί να α­ντιδρά παρορμητικά στις προκλήσεις του περιβάλλοντος.

9. Επιβραβεύστε κάθε μικρή πρόοδο που κάνει. Ενισχύστε την προσπάθεια που κα­τα­βάλ­λει, α­κό­μη και όταν δεν τα καταφέρνει.

10. Προτρέψτε το να σέβεται και να εκτιμά τον εαυτό του, ανεξάρτητα από το πόσο α­πο­δί­δει.

Παράλληλα...

Εξηγήστε στο παιδί τη διαφορά ανάμεσα στην παθητική, τη δυναμική και την ε­πι­θε­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­­ρά:

Παθητική συμπεριφορά

«Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι λιγότερο σημαντικά από των άλλων» → Α­να­σφά­λει­α, μπλο­κα­ρι­σμέ­να αισθήματα, υποχωρητικότητα, φό­βος.

Δυναμική συμπεριφορά

«Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι εξίσου σημαντικά με των άλλων» → Υ­πε­ρά­σπι­ση και δι­εκ­δί­κη­ση των ατομικών δικαιωμάτων με τρό­πο που δε θίγει τον άλλο. Ει­λι­κρι­νής ε­ξω­τε­ρί­κευ­ση των αισθημάτων.

Επιθετική συμπεριφορά

«Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι περισσότερο σημαντικά από των άλλων» → Πα­ρα­βί­α­ση των δικαιωμάτων του άλλου, εξωτερίκευση των αι­σθη­μά­­των με πα­ρε­νό­χλη­ση.

ΠΗΓΗ: www.e-child.gr

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: ψυχική υγεία

9 Οκτωβρίου 2010

Και τα παιδιά διδάσκουν τους γονείς

Η σχέση των γονιών με τα παιδιά, αυτή η υπέροχη σχέση αγάπης, τους προσφέρει μια νέα μα­τιά του κόσμου. Μαθαίνουν θαυμαστά πράγματα, ξαναβρίσκουν τις χαρές που έχασαν ω­ρι­μά­ζο­ντας και συνειδητοποιούν πόσο μπορούν να αλλάξουν προς το κα­λύ­τε­ρο.

Τι πρέπει να κάνουν όμως οι γονείς για να εισπράξουν όλη αυτή τη γνώση; Μα, να βά­λουν στην ά­κρη την «ωριμότητα» και την «πείρα» τους, να αφουγκραστούν την παι­δι­κή σοφία, να εί­ναι ανοι­χτοί και να εκτιμήσουν το αυθόρμητο και λαμπερό πνεύ­μα των μικρών. Με δυο λό­για, να γίνουν οι καλύτεροι μαθητές των παιδιών τους!

Ας δούμε, λοιπόν, τις μικρές και μεγάλες χαρές που μπορούν να διδάξουν τα παι­δά­κια στους γο­νείς τους:

1. Η απόλαυση του παιχνιδιού. Ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα των παιδιών είναι να μην παίρ­νουν ποτέ τη ζωή στα... σοβαρά. «Τα παιδιά έχουν τη μοναδική ι­κα­νό­τη­τα να με­τα­τρέ­πουν το κα­θετί σε παιχνίδι και να το απολαμβάνουν με πάθος. Χαί­ρο­νται τόσο εύκολα παί­ζο­ντας με τόσο α­πλά, καθημερινά πράγματα», αναφέρει η παι­δο­ψυ­χο­λό­γος κ. Αγνή Μα­ρια­κά­κη.

2. Η αστείρευτη περιέργεια. Μόλις τα παιδιά καταφέρουν να φτιάξουν τις πρώτες φρά­σεις, αρ­χί­ζουν τα «γιατί;». Οτιδήποτε βλέπουν γύρω τους τα προκαλεί. Έχουν α­μέ­τρη­τες απορίες, ε­νώ η κά­θε απάντηση που λαμβάνουν όχι μόνο δε σβήνει τη δί­ψα τους, αλλά προκαλεί μια και­νούρ­για ερώτη­ση –μέχρι τελικής (των γονιών) ε­ξα­ντλή­σε­ως σε αποθέματα γνώσεων ή α­ντο­χής. Δεν τους αρκεί η επιφάνεια των πραγ­μά­των και αναζητούν την ουσία.

3. Η δημιουργικότητα και ο πλάγιος τρόπος σκέψης. Τα παιδιά έχουν δικούς τους τρό­πους να ε­πεξεργάζονται νοητικά τον κόσμο. Αυτό φαίνεται στον τρόπο με τον ο­ποί­ο δη­μι­ουρ­γούν ή εκφράζο­νται, στον τρόπο με τον οποίο επιλύουν ένα πρό­βλη­μα. Είναι ένα μοναδικό χά­ρι­σμα που τα βοηθά να ζουν όμορφα κάθε φάση της ζωής.

4. Η δύναμη της συγνώμης. Ένα από τα σημαντικότερα χαρίσματα των παιδιών είναι η α­νε­ξι­κα­κί­α και η μεγαλοψυχία τους, ο τρόπος που αφήνουν πίσω τους ο­ποια­δή­πο­τε πικρία. Εί­ναι πάντα έτοιμα να ξεχάσουν, να συγχωρήσουν. Δεν κρατούν καμιά κα­κί­α μέσα τους.

5. Η απόλαυση του «τώρα». Συνήθως οι γονείς, πιεσμένοι και αγχωμένοι από τις υ­πο­χρε­ώ­σεις, με­τατρέπονται, χωρίς να το καταλάβουν, σε ρομποτάκια που τρέχουν χω­ρίς να βλέπουν ή να ακούνε τίποτα γύρω τους. Τα παιδιά –που έχουν τον δικό τους ρυθμό– τους α­να­γκά­ζουν, ευ­τυ­χώς, να επι­βραδύνουν. Οι γονείς μαθαίνουν ότι δε θα χαθεί ο κόσμος αν αντί για δέ­κα πράγ­μα­τα γίνουν μόνο τα δύο και ότι πάντα μπο­ρούν να αφήσουν ορισμένα για μια άλ­λη στιγ­μή. Ο κόσμος είναι για τα παιδιά πο­λύ πιο συναρπαστικός όταν χαρίζουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να τον πα­ρα­τη­ρεί και να απολαμβάνει τα χρώματα, τους ήχους, κάθε λε­πτο­μέ­ρει­α απ’ ό,τι μας πε­ρι­βάλ­λει.

6. Δε χρειάζεται να είναι όλα τέλεια. Τα παιδιά βοηθούν τους γονείς να δεχτούν τα ό­ρι­α των ι­κα­νο­τή­των τους, να τα συνειδητοποιήσουν και να αισθανθούν έτσι πολύ πιο ήρεμοι. Στα μά­τια των μι­κρών οι γονείς είναι πάντα υπέροχοι. Η μαμά, π.χ., σε σύ­γκρι­ση με όλες τις άλλες γυ­ναί­κες είναι πάντα η πιο όμορφη, έχει τα πιο ωραία μαλ­λιά –κι ας είναι εκείνη τη στιγμή α­χτέ­νι­στη και με τις πι­τζάμες. Τα παιδιά δέ­χο­νται και αγαπούν τους γονείς γι’ αυτό που είναι.

7. Αισιοδοξία για το αύριο. Η Σκάρλετ Ο’ Χάρα, ηρωίδα της ταινίας «Όσα παίρνει ο Ά­νε­μος», είχε πει την κλασική ατάκα «Αύριο είναι μια άλλη μέρα». Αυτό ακριβώς κά­νουν και τα παι­διά. Ζουν στο παρόν και το απολαμβάνουν, αντί να ανησυχούν για τα αρνητικά που μπο­ρεί να κρύβει το άγνωστο μέλλον. Εξάλλου, τα παιδιά έχουν μια δική τους αντίληψη των πραγ­μά­των, πιο χαλαρή και με λιγό­τερους φόβους.

8. Ποτέ μη λες «ποτέ». Αυτή η μοναδική εμπειρία της ανατροφής του παιδιού κάνει τους γο­νείς να αναθεωρούν διάφορα πράγματα. Αντιλαμβάνονται πόσο εύκολα δι­α­ψεύ­δο­νται τα με­γα­λε­πή­βο­λα «Ε­γώ ποτέ δε θα...» ή «Εγώ πάντα θα...». Μαθαίνουν, ε­πί­σης, να είναι πιο ε­πι­ει­κείς όταν κρίνουν τους δικούς τους γονείς για όσα δεν έ­κα­ναν ή έκαναν με λανθασμένο τρό­πο.

9. Η δύναμη της αλήθειας. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα είναι να λέει κανείς πά­ντα την α­λήθεια. Τα παιδιά το κάνουν με τον φυσικότερο τρόπο –μέχρι, βέβαια, να τα μάθουν οι γο­νείς ότι «μερικά πράγματα δεν τα λέμε»...

10. Τα παιδιά μεταμορφώνουν. Κανένας δεν έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τους γο­νείς ό­σο ένα παιδί. Η αντίδραση ενός παιδιού, π.χ., απέναντι σε μια μαμά που είναι αυ­στη­ρή με τους άλλους και η οποία πάντα λέει αυτό που θέλει χωρίς να νοιάζεται αν πληγώνει τους άλ­λους, μπορεί να την αλ­λάξει και να την κάνει να σκεφτεί πριν μι­λή­σει.

11. Η αγάπη είναι ανεξάντλητη. Το συναίσθημα που νιώθουν οι γονείς για το παιδί τους δε συ­γκρί­νε­ται με κανένα άλλο. Όταν το παίρνουν για πρώτη φορά στην α­γκα­λιά τους, σίγουρα νιώ­θουν ότι δε θα μπορέσουν ποτέ να ξαναγαπήσουν τόσο πο­λύ κα­νέ­να πλάσμα πάνω στη γη. Αλλά μέσα α­πό τα παιδιά τους μαθαίνουν ν’ αγαπούν ό­λα τα παιδιά του κόσμου –όχι με έ­ναν γενικό και αόριστο τρόπο αλλά πιο ου­σι­α­στι­κά. Ανακαλύπτουν ότι όσο δίνουν από αυτή την αγάπη, τόσο μεγαλύτερο α­πό­θε­μα έ­χουν μέσα τους. Αρχίζουν να ενδιαφέρονται για την τύ­χη όλων των παιδιών αλλά και για το μέλλον του πλανήτη, αφού είναι ο τόπος όπου θα ζή­σει το παιδί τους. Βγαί­νουν, έτσι, από τα στενά όρια του κόσμου τους και αποκτούν μια άλλη α­ντί­λη­ψη για όλους και για όλα γύρω τους.

12. Η σχέση με τα αντικείμενα. Ο καταναλωτισμός είναι βασικό χαρακτηριστικό της ση­με­ρι­νής κοινωνίας. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, λειτουργεί αρνητικά: Όσο πιο πολλά αποκτά κα­νείς τόσο λιγότερο τα απολαμβάνει και θέλει διαρκώς πε­ρισ­σό­τε­ρα για να ευχαριστηθεί. Έ­να παιδί χαίρεται με το παραμικρό, φτάνει να εί­ναι «και­νούρ­γιο».

13. Η επαφή με το σώμα. Τα παιδιά ζουν κυριολεκτικά μέσα από το σώμα τους. Πα­ρα­τη­ρώ­ντας τα μικρά, οι γονείς διδάσκονται ότι πρέπει να ξαναβρούν την επαφή με τον εαυτό τους μέ­σα από το σώμα τους.

14. Ποτέ δε σταματάς να μαθαίνεις. Το μεγάλωμα του παιδιού είναι συναρπαστικό αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και δύσκολο. Οι γονείς ανακαλύπτουν τον εαυτό τους, τις ι­κα­νό­τη­τες και τις α­δυ­να­μί­ες τους. Τα μικρά τούς βοηθούν να δουν ότι έχουν αμέτρητες δυ­να­τό­τη­τες και τους δί­νουν το κίνητρο να τις αξιοποιήσουν.

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ (03/2000)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: γονείς

3 Οκτωβρίου 2010

Δέκα συμβουλές για τη φροντίδα του παιδιού

Από την Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας
του Παιδιού και του Εφήβου (Ε.Ψ.Υ.Π.Ε)

1. Δώσε αγάπη και φροντίδα στο παιδί σου με συνέπεια και σταθερότητα. Η αγάπη εί­ναι ου­σι­ώ­δης για την ανάπτυξη του παιδιού, όπως είναι η τροφή για το σώμα του.

2. Δώσε στο παιδί όσο περισσότερο από τον χρόνο σου μπορείς. Αξίζει πιο πολύ να μι­λάς, να παίζεις και να διαβάζεις στο παιδί σου παρά να ασχολείσαι συνέχεια με την τάξη και την κα­θα­ρι­ό­­τη­τα του σπιτιού.

3. Φρόντισε να έχει το παιδί σου νέες εμπειρίες από τη στιγμή της γέννησής του. Οι ε­μπει­ρί­ες αυ­τές το πλουτίζουν και το βοηθούν να αναπτυχθεί φυσιολογικά.

4. Ενθάρρυνε το παιδί να παίζει με κάθε δυνατό τρόπο. Το παιχνίδι είναι σημαντικό εί­τε παί­ζει μόνο του είτε, αργότερα, με άλλα παιδιά. Μέσα απ’ αυτό το παιδί α­να­κα­λύ­πτει, μι­μεί­ται, κα­τα­­σκευ­ά­ζει, υποκρίνεται, δημιουργεί.

5. Ενθάρρυνέ το περισσότερο για την προσπάθεια που κάνει παρά για την ε­πι­τυ­χί­α.

6. Φρόντισε να δώσεις υπευθυνότητες στο παιδί σου. Οι δεξιότητες και οι ι­κα­νό­τη­τές του μπο­ρούν να αναπτυχθούν με την εμπειρία και το βοηθούν να α­να­πτύ­ξει σιγά σι­γά πε­ρισ­σό­τε­ρη ανεξαρτησία.

7. Θυμήσου ότι κάθε παιδί έχει τη δική του μοναδικότητα και είναι διαφορετικό α­πό τ’ άλλα. Πρέ­­πει επομένως η συμπεριφορά μας να είναι «κομμένη και ραμμένη» στα μέτρα του κάθε παι­διού.

8. Όταν κριτικάρεις και επιπλήττεις το παιδί σου, φρόντισε να γίνεται με τέτοιο τρό­πο που να ται­­ριά­ζει στον χαρακτήρα και τις τυχόν ιδιορρυθμίες του.

9. Ποτέ μην απειλείς το παιδί ότι θα πάψεις να το αγαπάς και ότι θα το διώξεις από το σπί­τι. Μπο­ρεί να είναι σωστό να απορρίπτεις τη συμπεριφορά του, αλλά ποτέ το ί­διο το παι­δί.

10. Μην περιμένεις ότι το παιδί σου θα δείξει εύκολα ευγνωμοσύνη. Δε σου ζήτησε να το φέ­ρεις στον κόσμο· η επιλογή είναι δική σου.

ΠΗΓΗ: www.epsype.gr


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

1 Οκτωβρίου 2010

Εκπαιδεύοντας τους αυριανούς καταναλωτές

Παρ’ όλη τη φτώχεια που συνεχίζει να μαστίζει τον πλανήτη μας, γεγονός είναι ότι –ως σύ­νο­λο– τα παιδιά δεν ήταν ποτέ πιο πλούσια απ’ ό,τι είναι σήμερα. Ιδιαίτερα στις α­να­πτυγ­μέ­νες χώ­ρες το φαινόμενο των παιδιών-ενεργών καταναλωτών είναι μο­να­δι­κό στην Ιστορία. Είτε πρό­κει­ται για μι­κρές, καθημερινές αγορές που πραγ­μα­το­ποι­ούν μόνα τους, είτε για αγορές πιο ακριβών αγαθών που κάνουν οι γονείς για λο­γα­ρια­σμό τους, τα παιδιά συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον ορισμένων από τις με­γα­λύ­τε­ρες επιχειρήσεις στον κόσμο για δύο λόγους: πρώ­τον, διότι είναι ήδη ση­μα­ντι­κοί κατα­ναλωτές και δεύτερον, διότι αποτελούν την επόμενη γε­νιά ε­νή­λι­κων κα­τα­να­λω­τών.

Μία, λοιπόν, από τις βασικές υποχρεώσεις των γονιών είναι να διδάξουν τα παιδιά σχε­τι­κά με το χρήμα και τη διαχείρισή του.

1. Το χρήμα δεν έχει... ουρά

Κατ’ αρχάς είναι σημαντικό για τα παιδιά να κατανοήσουν ότι το χρήμα δεν πέφτει α­πό τον ου­ρα­νό, άρα δεν έχει... ουρά. Αντιθέτως, τα έσοδα της οικογένειας είναι συ­γκε­κρι­μέ­να και εί­ναι το απο­τέλεσμα κάποιας δραστηριότητας, συνήθως της ερ­γα­σί­ας, αλλά και των ε­πεν­δύ­σε­ων ή ακόμη και της είσπραξης κάποιων πάγιων ή έ­κτα­κτων εσόδων, όπως είναι π.χ. ένα ε­νοί­κι­ο ή η επιστροφή ενός ποσού από την ε­φο­ρί­α.

Δεν είναι κακό να κατανοήσουν τα παιδιά ότι το χρήμα προέρχεται και από άλλες πη­γές, ό­πως είναι οι τόκοι για παράδειγμα. Θα πρέπει όμως να τους εξηγήσει ο γο­νιός ότι για να ε­πι­τύ­χει κανείς την «απόδοση κεφαλαίων» θα πρέπει να φροντίσει γι’ αυτό και να κάνει «θυ­σί­ες». Αυτός είναι ένας κα­λός τρόπος να εξηγηθεί η α­πο­τα­μί­ευ­ση, που φυσικά, στην πιο απλή μορ­φή της, φέρει την όψη του κουμπαρά.

2. Επιλογές: αυτό ή εκείνο;

Ένα δεύτερο σημαντικό θέμα είναι να κατανοήσουν τα παιδιά ότι το χρήμα –ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο πο­σό– μπορεί να διατεθεί για την αγορά ενός ή ενός άλλου προϊόντος. Με άλλα λόγια, ό­τι η χρήση, η διάθεση του χρήματος προϋποθέτει μια επιλογή.

Από πολύ νωρίς οι γονείς μπορούν να καταστήσουν σαφές στα παιδιά ότι αν δι­α­θέ­τουν ένα πο­σό και επιθυμούν να το ξοδέψουν για να αγοράσουν π.χ. σο­κο­λά­τες, δεν μπο­ρούν –με το ί­διο ποσό– να αγοράσουν και ένα παιχνίδι. Δεν είναι κακό να α­ντι­με­τω­πί­ζουν τα παιδιά τέ­τοιου είδους διλήμματα, καθώς έτσι μαθαίνουν να βάζουν προ­τε­ραι­ό­τη­τες, αλλά και να προ­γραμ­μα­τί­ζουν.

3. Πιστωτικές: κίνδυνος εντυπώσεων

Προσοχή χρειάζεται, ωστόσο, όταν φτάνετε στο ταμείο ενός καταστήματος, όπου α­ντί για χρή­μα­τα χρησιμοποιείτε πιστωτική κάρτα. Εδώ τα παιδιά μπορούν πολύ εύ­κο­λα να α­πο­κο­μί­σουν εντελώς λά­θος εντυπώσεις, πιστεύοντας ότι «δεν πλη­ρώ­νου­με για όλα» ή ότι υπάρχει και «μαγικό ραβδί» για να αποκτήσουμε ό,τι θέ­λου­με. Ε­ξη­γή­στε στα παιδιά, ακόμη κι αν είναι πο­λύ μικρά, τι είναι η πιστω­τική κάρτα. Είναι προ­τι­μό­τε­ρο οι εξηγήσεις σας να είναι απλοϊκές, έ­στω κι αν δεν είναι ακριβείς. Αρ­κεί να μεταφέρουν τη βασική ιδέα. Στην περίπτωση των πι­στω­τι­κών καρτών μην ξε­χνά­τε ότι η «βασική ιδέα» συμπεριλαμβάνει το κόστος του χρή­μα­τος, δη­λα­δή το κό­στος του δανεισμού. Έτσι, θα πρέπει να εξηγήσετε ότι «ναι μεν αγοράζουμε αυ­τή τη στιγμή κάτι, το οποίο έχουμε ανάγκη ή το επιθυμούμε, αλλά θα πρέπει να θυ­μό­μα­στε ό­τι τελικά θα το πληρώσουμε, και μάλιστα πιο ακριβά από την τιμή που γρά­φει το καρτελάκι του».

Μάλιστα, επειδή τα παιδιά ξεχνούν εύκολα ή δεν πιστεύουν κάτι αν δεν το δουν, εί­ναι καλή ι­δέ­α να τους δείξουμε τον λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας όταν θα έρ­θει και θα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει π.χ. τη χρέωση ενός αντικειμένου που ίσως αγοράσαμε για εκείνα ή που ίσως τους έ­χει προκαλέσει το εν­διαφέρον, έτσι ώστε να είναι σί­γου­ρα ότι τους λέμε την αλήθεια. Αλλιώς κιν­δυ­νεύ­ου­με, κάθε φορά που το παιδί θέ­λει κάτι, να βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα μικρό α­παι­τη­τι­κό πλάσμα, που θα μας υ­πο­δει­κνύ­ει μάλιστα να χρησιμοποιήσουμε την πιστωτική μας κάρτα.

4. Τα δικά τους λεφτά

Μια καλή συνήθεια, εάν τα παιδιά έχουν συγκεντρώσει ένα «δικό» τους ποσό και ε­πι­θυ­μούν να το ξοδέψουν, είναι να τα πάρουμε μια βόλτα στα μαγαζιά για να ε­ντο­πί­σουν πράγματα που ίσως θέ­λουν, κάνοντας όμως τη συμφωνία ότι «δε θα τα πά­ρου­με σήμερα, θα πάμε αύ­ρι­ο ή το Σάββατο». H διερευνητική βόλτα στην αγορά και η κα­τα­γρα­φή τιμών αποτελεί μια κα­λή τακτική, καθώς γυρί­ζοντας στο σπίτι μπο­ρού­με να συζητήσουμε με τα παιδιά ποιο απ’ ό­λα τα πράγματα που είδαν θέ­λουν τε­λι­κώς να αποκτήσουν, καθώς και να τους εξηγήσουμε ό­τι ίσως θέλουν να α­γο­ρά­σουν α­ντί για ένα περισσότερα παιχνίδια, βιβλία ή ρούχα, μα­θαί­νο­ντάς τους έτσι να κά­νουν «συνδυασμούς» αλλά και να προϋπολογίζουν τις δαπάνες τους.

Να είστε σίγουροι ότι θα καταγράψουν τη «συγκλονιστική» εμπειρία τού να βρουν το ίδιο α­ντι­κεί­με­νο σε διαφορετικές τιμές σε διαφορετικά καταστήματα κι έτσι μπο­ρούν να γίνουν πιο έ­ξυ­πνοι κατα­ναλωτές.

5. Παιχνίδια

Επιτραπέζια παιχνίδια, τα οποία κινούνται γύρω από τη βασική ιδέα της χρήσης ή της δι­α­χεί­ρι­σης του χρήματος, μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν το θέ­μα. Και τα μι­κρό­τε­ρα παιδιά, όμως, που δεν μπορούν ακόμη να παί­ξουν ε­πι­τρα­πέ­ζι­α, μπορούν να παί­ξουν παιχνίδια χρήματος μα­ζί σας, αγοράζοντας και πουλώντας α­πό ή στους γονείς α­ντι­κεί­με­να του σπιτιού.

Ένα παιχνίδι που τα παιδιά αγαπούν είναι η αγορά συστατικών μέσα από το ψυγείο ή το ντου­λά­πι του σπιτιού για να φτιάξετε μαζί ένα αγαπημένο τους φαγητό ή γλυκό. Αίφ­νης, αν η μα­μά πρόκει­ται να φτιάξει ένα κέικ, μπορεί να συγκεντρώσει στο τρα­πέ­ζι τα υλικά, να α­να­κοι­νώ­σει στο παιδί τις τιμές και κατόπιν να παίξει μαζί του έ­να παιχνίδι «υπολογισμού του κό­στους» του γλυκού. Ένα δεύτερο βήμα είναι να συ­γκρί­νει κανείς το κόστος του σπιτικού γλυ­κού μ’ εκείνο ενός ανάλογου κέικ που α­γο­ρά­ζει από τον φούρνο.

6. Τα ρέστα

Απαραίτητο για τα μικρότερα παιδιά είναι να μάθουν να παίρνουν ή να ζητούν ρέ­στα. Ακόμη ί­σως πιο απαραίτητο για τα μεγαλύτερα παιδιά είναι να μάθουν να ε­πι­στρέ­φουν ρέστα, στην πε­ρί­πτω­ση που οι γονείς τούς έδωσαν χρήματα για να κά­νουν μία συγκεκριμένη αγορά. Βε­βαί­ως, για να μάθει το παιδί ότι πρέπει να ε­πι­στρέ­φει ρέστα στον γονιό, θα πρέπει πρώτα να μά­θει να τα ζητάει από τον έμπορο. Πολ­λά παιδάκια ντρέπονται να τα ζητήσουν και για τον λό­γο αυτό είναι πολύ ση­μα­ντι­κό να τα βοηθήσετε να κατανοήσουν ότι τα ρέστα είναι κάτι που δι­και­ού­νται –ό­πως και πολλά άλλα πράγ­ματα στη ζωή– καθώς και ότι οι συναλλαγές πρέ­πει να γί­νο­νται βάσει κανόνων. Αν ο κανόνας λέει ότι πρέπει να περιμένουμε ρέστα, όταν μας ο­φεί­λο­νται, η «ντροπή» δεν είναι δική μας!

7. Πορτοφολάκι

Η αγορά ενός πορτοφολιού, ακόμη και για ένα πολύ μικρό παιδί, θα πρέπει να α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με τη δέουσα σοβαρότητα. Το πορτοφόλι θα λειτουργήσει για τα παι­διά και σαν παιχνίδι αλ­λά και πρακτικά και συμβολικά. Θα τους τονίσει το γεγονός ό­τι το χρήμα είναι πολύτιμο, ά­ρα το φροντί­ζουμε (το βάζουμε σε μια ειδική θήκη), το τακτοποιούμε και, αφού μάθουμε να το με­τρά­με, προ­σπαθούμε να θυμόμαστε πό­σα χρήματα έχουμε μαζί μας, για να α­πο­φα­σί­ζου­με κά­θε φορά ποιες α­γορές θα κά­νου­με.

8. Χαρτζιλίκι και... πολυτέλειες

Ένα σημαντικό «μάθημα» για το παιδί είναι να καταλάβει τη διαφορά του «χαρ­τζι­λι­κιού» (του κα­θη­με­ρι­νού «εισοδήματος») από το «έξτρα», που του δίνεται σαν δώρο α­πό κάποιον συγ­γε­νή ή ακόμη και από τον γονιό ως –σπάνια– επιβράβευση. Δεν εί­ναι κακό να αγοράζει το παι­δί κά­ποια πολυτελή αντικείμενα ή ακριβά παιχνίδια, αρ­κεί να έχει αντιληφθεί την έννοια της ε­πι­λο­γής και της προτίμη­σης, ότι το γε­γο­νός εί­ναι έκτακτο κ.ο.κ.

9. Δάνεια

Οι γονείς θα πρέπει επίσης να εξηγήσουν στα παιδιά την έννοια του δανεισμού, με την έν­νοι­α της παροχής προσωρινής βοήθειας προς τον συμμαθητή, τον φίλο, το α­δελ­φά­κι. Αυτό εί­ναι έ­να πολύ σημαντικό θέμα, καθώς το παιδί θα πρέπει να μάθει να κρίνει ανθρώπους και κα­τα­στά­σεις μέσα α­πό τέτοιες διαδικασίες και οι ε­μπει­ρί­ες της παιδικής ηλικίας μπορεί να είναι τραυ­μα­τι­κές.

10. Έλεγχος

Παρακολουθείτε με λεπτότητα το «πορτοφόλι» του παιδιού, για να είστε σίγουροι ό­τι δεν πέ­φτει θύμα των «κακών» του σχολείου ή ότι δε δαπανά χρήματα σε αγορές που δεν εγκρίνετε. Στο θέμα αυτό (των μη θεμιτών αγορών) οι γονείς, ύστερα από σχε­τι­κό διάλογο, δικαιούνται να ασκούν «βέ­το», καθώς οι απαγορεύσεις και οι πε­ρι­ο­ρι­σμοί είναι μέρος της ζωής.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (23.12.2001) / Δήμητρα Κατραμάδου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: καταναλωτική αγωγή