27 Αυγούστου 2017

Η αριστεία ως στόχος

(δημοσιογράφος, πολιτικός σχολιαστής)

Η ​αριστεία είναι ουτοπία. Επί της ουσίας δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί. Ακόμη και ό­σοι α­να­κη­ρύσ­σο­νται «άριστοι» επιδέχονται βελτίωση. Και αυτό είναι λογικό: αν μπο­ρού­σε να ε­πι­τευ­χθεί η αριστεία, θα είχαμε το τέλος της Ιστορίας. Τίποτε δε θα ε­ξε­λισ­σό­ταν. Από ένα σημείο και μετά όλα –ως «άριστα»– θα έμεναν παγωμένα.

Η αριστεία όμως χρειάζεται ως στόχος. Α­σχέ­τως αν δεν μπορεί να επιτευχθεί, βοη­θά αν­θρώ­πους, συστήματα, κοινωνίες να βελ­τι­ω­θούν, να λύσουν προβλήματα, να α­ντι­με­τω­πί­σουν ε­πι­τυ­χέ­στε­ρα τις καταστροφές, να αυ­ξή­σουν την ευημερία.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (20.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

Οι άριστοι που δεν τιμούμε

Από τον Πύρρο Δήμα
(αρσιβαρίστας, τέσσερις φορές ολυμπιονίκης)

​​Υπάρχουν δύο διαφορετικά θέματα μέσα στην ίδια συζήτηση. Το πρώτο έχει να κά­νει με τη δι­α­τή­ρη­ση ή μη των μαθητικών παρελάσεων. Το δεύτερο με την ε­πι­λο­γή του σημαιοφόρου.


Εδώ και δεκαετίες έχουμε κατακτήσει το προνόμιο να μην απαιτούμε από τη νε­ο­λαί­α μας την ε­πί­δει­ξη στρατιωτικού πνεύματος. Υπάρχουν πλέον πολύ πιο δη­μι­ουρ­γι­κοί και χρήσιμοι τρό­ποι για να καμαρώσουμε τα παιδιά μας ως το μέλλον της κοι­νω­νί­ας μας. Και είναι καλύτερο, α­πό το να τα βλέπουμε σε σειρές με το ίδιο βή­μα, να τα παρακολουθούμε απελευθερωμένα και δημιουργικά. Για να τιμήσεις τους α­γώ­νες του έθνους, δεν είναι απαραίτητο να βαδίσεις σαν στρατιώτης. Μπορείς, μα­ζί με τη μνήμη, να καταθέσεις προσφορά και ιδέες που θα κά­νουν καλύτερο αυ­τόν τον τόπο. Θα ήταν ιδανικό αν στις εθνικές επετείους οι μαθητικές κοι­νό­τη­τες α­να­λάμ­βα­ναν πρωτοβουλίες κοινωνικής προσφοράς ως ένδειξη τιμής προς ε­κεί­νους που πρόσφεραν πολύ περισσότερα: τη ζωή τους.

Όμως γνωρίζω ότι στην πατρίδα μας η πλειονότητα της κοινής γνώμης είναι υπέρ των μα­θη­τι­κών παρελάσεων. Πρόκειται, άλλωστε, για παράδοση. Το υπουργείο Παι­δεί­ας αποφάσισε η ε­πι­λο­γή των σημαιοφόρων να γίνεται με κλήρωση. Η σημαία δε θα παραδίδεται στον α­ρι­στού­χο αλλά στον πιο τυχερό. Αυτό δεν είναι σωστό.

Είχα την τιμή να είμαι δύο φορές σημαιοφόρος της ελληνικής ομάδας σε Ο­λυ­μπι­α­κούς Α­γώ­νες. Δεν επρόκειτο να την αποδεχθώ αν ήταν προϊόν τύχης. Η θέση του ση­μαι­ο­φό­ρου είναι, πά­νω απ’ όλα, εκείνη του ηγέτη. Στον σημαιοφόρο ανατίθεται η τι­μή και η ευθύνη να βαδίσει πρώ­τος, να προχωρήσει μπροστά. Και υπάρχουν συ­γκε­κρι­μέ­νοι λόγοι για τους οποίους γί­νε­ται αυτό. Δεν μπορείς να επιλέξεις τους η­γέ­τες σου με κλήρωση, αν και, για να είμαι ει­λι­κρι­νής, καμιά φορά πιστεύω ότι η τύ­χη θα τα κατάφερνε καλύτερα από εμάς.

Όσο λοιπόν έχουμε παρελάσεις, η σημαία πρέπει να παραδίδεται στον καλύτερο. Μό­νο που αυ­τός δε χρειάζεται να είναι πάντα ο άριστος στους βαθμούς. Υπάρχουν πολ­λά πεδία α­ρι­στεί­ας, δεν είναι μόνο η βαθμολογική επίδοση:
● Άριστος είναι ο μαθητής με κινητικά προβλήματα, που έχει στους ώμους με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος σε σχέση με τους συμμαθητές του.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που αγωνίζεται με επιτυχία στους αθλητικούς στί­βους και ας μην έχει χρόνο για τα μαθήματα.
● Άριστος είναι ο μαθητής που την προηγούμενη χρονιά ήταν κάτω από τη βάση και φέ­τος προ­σπα­θεί αφιερώνοντας πολλαπλάσιο χρόνο στο διάβασμα.
● Άριστος είναι και ο μαθητής που οι γονείς του δε μιλούν ελληνικά, που ο ίδιος δε θε­ω­ρεί­ται Έλ­λη­νας στα χαρτιά, και όμως μιλάει, γράφει και αισθάνεται όπως ένας α­πό εμάς.
● Άριστος είναι, ακόμη, και ο μαθητής που μετά το σχολείο πηγαίνει να κάνει με­ρο­κά­μα­το για να στηρίξει την οικογένειά του.
● Αλλά και αυτός που διακρίνεται στη μουσική, που χορεύει ή έχει θεατρικό τα­λέ­ντο άριστος δεν είναι;

Υπάρχουν πολλοί άριστοι μαθητές μέσα σε κάθε τάξη του ελληνικού σχολείου. Αρ­κεί φυσικά να συμφωνήσουμε ότι η αριστεία δε μετριέται μόνο με βαθμούς στον έ­λεγ­χο.

Ας αρχίσουμε, λοιπόν, να επιλέγουμε τους σημαιοφόρους διαφορετικά. Όχι όμως στην τύχη. Εί­ναι άδικο. Αν κάνουμε κλήρωση, κλείνουμε τα μάτια σε όλα αυτά που πε­τυ­χαί­νουν κα­θη­με­ρι­νά τα παιδιά μας. Αν κοιτάξουμε δίπλα μας με άλλο μάτι, θα τους δούμε τους άριστους. Και τό­τε μπορεί να τους επιλέξουμε μαζί. Τυχεροί θα εί­μα­στε εμείς, όχι οι σημαιοφόροι.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (06.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

Η εκτίμηση των συμμαθητών

(δημοσιογράφος, διπλωματικός ανταποκριτής)

Με αφορμή τη μεγάλη συζήτηση που άνοιξε για τον σημαιοφόρο, η προσωπική ε­μπει­ρί­α από εκ­παι­δευ­τι­κά συστήματα άλλων χωρών ίσως μπορεί να αποδειχθεί χρή­σι­μη.

Δεν είμαι ειδήμων του χώρου της παιδείας, όμως έχω την αίσθηση ότι η επιλογή πρέ­πει να ση­μα­το­δο­τεί κάτι ξεχωριστό, κάτι που να αντανακλά αναγνώριση από τους ίδιους τους συμ­μα­θη­τές. Η επιλογή του σημαιοφόρου να γίνεται με κριτήριο ό­χι ότι έχει καλύτερους βαθ­μούς α­πό τους συμμαθητές του, αλλά ότι οι τελευταίοι τον εκτιμούν και τον εμπιστεύονται. Να είναι ο επιλεγείς τρόπον τινά ο καλύτερος πο­λί­της, με την έννοια του όρου προσαρμοσμένη στη μα­θη­τι­κή κοινότητα, στο τμή­μα, στην τάξη, στο σχολείο. Αυτός θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι ο σημαιοφόρος. Και αυτός δεν είναι απαραίτητα ο καλύτερος μαθητής.

Να τον επιλέγουν –μέσα από διαδικασίες που πιθανώς θα περιλαμβάνουν κάποιου τύ­που ψη­φο­φο­ρί­α– οι συμμαθητές του. Κριτήριο να είναι όχι μόνο η αριστεία, η ο­ποί­α προφανώς και θα αποτελεί σημαντική διάσταση, όχι η ικανότητα απορρόφησης πλη­ρο­φο­ρι­ών και α­πό­κτη­σης γνώσεων, αλλά η εκτίμηση και η αποδοχή από τους συμ­μα­θη­τές.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, ω­στό­σο με­γα­λύ­τε­ρη αξία έχει το παιδί, ο μαθητής, ο άνθρωπος που εκπροσωπεί τους συμ­μα­θη­τές του να δι­α­θέ­τει την αξιοπιστία, τον σεβασμό, την εμπιστοσύνη των υ­πό­λοι­πων μελών της τά­ξης, του σχο­λεί­ου, του συγκεκριμένου κοινωνικού συ­νό­λου.

Σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, από τα οποία μπορεί το δικό μας να αντλήσει χρή­σι­μα συ­μπε­ρά­σμα­τα, στο τέλος της σχολικής χρονιάς βραβεύεται ο «καλύτερος πο­λί­της», το παιδί που βοήθησε κάποιον ή κάποιους συμμαθητές του όταν αυτοί α­ντι­με­τώ­πι­σαν μια α­ντι­ξο­ό­τη­τα, βρήκε λύση σε μια δύσκολη κατάσταση –για να μην πά­ω σε ακραία παραδείγματα, όπου έ­να παιδί μπορεί να έσωσε τη ζωή κάποιου άλ­λου.

Σε αυτό το πνεύμα, όχι μόνο είναι άδικο η επιλογή του παιδιού που θα κρατήσει τη ση­μαί­α να γί­νε­ται με κλήρωση, αλλά έτσι χάνεται και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια διδακτική δι­α­δι­κα­σί­α που δε θα αφορά εξετάσεις και βαθμούς αλλά συ­μπε­ρι­φο­ρά.

Γιατί σκοπός του σχολείου δεν είναι να παράγει μόνο μορφωμένους μαθητές, αλλά και σω­στούς ανθρώπους και συγκροτημένους πολίτες.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (15.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση

20 Αυγούστου 2017

Δέκα «μικρά» παιδικά δικαιώματα

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΟΗΕ/UNICEF, 1959) και η Σύμβαση για τα Δι­και­ώ­μα­τα του Παιδιού (ΟΗΕ, 1989) τριάντα χρόνια αργότερα αφορούν θέματα ό­πως η προ­στα­σί­α της ζωής των παιδιών, της υγείας τους αλλά και το δικαίωμα που έχουν στην εκ­παί­δευ­ση. Πλάι όμως στις μεγάλες αυτές αρχές υπάρχουν και τα «μι­κρά» δικαιώματα της κα­θη­με­ρι­νής ζωής, που αφορούν περισσότερο τις οι­κο­γέ­νει­ες. Δικαιώματα που κά­θε καλός γονιός πρέπει να σέβεται. Ας δούμε τα κυ­ρι­ό­τε­ρα από αυτά:

1. Συναισθηματική αποδοχή. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να γίνεται αποδεκτό για ό,τι α­κρι­βώς εί­ναι και όχι για ό,τι θέλουν οι άλλοι. Οι ενήλικοι δεν πρέπει να «κα­τευ­θύ­νουν» αυ­θαί­ρε­τα τα παι­διά τους, να τα εξαπατούν και να τα υποχρεώνουν να δε­σμεύ­ο­νται με πράγματα που είναι έ­ξω από τις δυνατότητες και τον χαρακτήρα τους. Αυ­τό δε σημαίνει πως πρέπει να υ­πο­χω­ρούν στα καπρίτσια τους. Τα παιδιά, γενικά, ξέ­ρουν πως βρίσκονται μέσα στην καρδιά και τη σκέ­ψη των γονιών τους, τους έχουν ε­μπι­στο­σύ­νη και είναι ικανά να αποδέχονται κάποιες πα­ρα­τη­ρή­σεις όταν τις βλέ­πουν δίκαιες (συχνά το βλέπουν) και να πειθαρχούν.

2. Ευνοϊκό περιβάλλον. Το περιβάλλον πρέπει να προσφέρει γαλήνη και ηρεμία στα παι­διά. Για να μεγαλώνουν με σιγουριά και θάρρος, για να μπορούν να ικανοποιούν τη φυ­σι­κή τους περιέργεια, την ανάγκη τους να «εξερευνούν» και να «κοι­νω­νι­κο­ποι­ού­νται», πρέπει να μπο­ρούν να συχνάζουν και σε χώρους έξω από το σπίτι: στη γει­το­νιά, στην πόλη. Επομένως πρέ­πει όλοι να δεσμεύονται ότι οι γειτονιές, τα σχο­λεί­α, τα πάρκα κ.ο.κ. θα είναι πολιτισμένοι χώ­ροι, κατάλληλοι για τα παιδιά.

3. Χώρος για παιχνίδια. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την κίνηση όσο και τον αέρα. Τη ση­με­ρι­νή ε­πο­χή δεν παίζουν αρκετά σε ανοικτούς χώρους ελεύθερα, μαζί με άλλα παι­διά –ιδίως στις πό­λεις. Υπάρχουν βέβαια οι παιδικές χαρές, αλλά τον πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρό τους τον περνούν στο σπίτι, καθισμένα, ακίνητα, πράγμα που τα κάνει ευ­ε­ρέ­θι­στα, νευρικά, ανασφαλή και ι­δι­ό­τρο­πα.

4. Το δικαίωμα στο λάθος. Είναι δύσκολο να μάθει κανείς χωρίς να κάνει λάθη. Ένας γο­νιός φυ­σι­κά πρέπει να προστατεύει τα παιδιά του και να μην αφήνει να κά­νουν σο­βα­ρά λάθη. Ω­στό­σο, καλύτερο είναι να τα βοηθάει να μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αν, για παράδειγμα, τα παι­διά διαλέγουν «κακές» (κατά τη γνώμη των γονιών) πα­ρέ­ες, οι απαγορεύσεις και οι πε­ρι­ο­ρι­σμοί δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Η πιο σωστή α­ντι­με­τώ­πι­ση είναι να τα βοηθούν, ώστε να α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μόνα τους τα προ­βλή­μα­τα (αν υπάρχουν) και να αξιολογούν πιο σωστά τις πα­ρέ­ες τους. Αυτό προϋ­πο­θέ­τει γο­νείς διατεθειμένους για διάλογο με τα παιδιά τους.

5. Ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να επιχειρούμε να λύνουμε τα προβλήματα που τα παι­διά μπο­ρούν να λύσουν μόνα τους. Πρέπει να τους αφήνουμε τον χρόνο και να τους δί­νου­με τις ευ­και­ρί­ες να τα κατανοούν και να βρίσκουν τα ίδια λύση. Τα παιδιά που θέ­λουν να τα βγάζουν πέ­ρα μόνα τους έχουν κατά κανόνα γονείς διατεθειμένους να τα υποστηρίξουν, αν παραστεί α­νά­γκη, αλλά και που καταλαβαίνουν πότε η στιγμή εί­ναι ακατάλληλη για να επέμβουν. Μπο­ρεί να είναι δύσκολο για έναν γονιό να βλέ­πει τα παιδιά του να αντιμετωπίζουν α­πο­γοη­τεύ­σεις, αλλά η επέμβαση σε κάθε πε­ρί­πτω­ση δεν τα βοηθάει να μάθουν να αγωνίζονται.

6. Σταθεροί κανόνες. Το να μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα περιβάλλον χωρίς κα­νό­νες ση­μαί­νει πως μεγαλώνει μέσα σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Όμως, όταν τα παιδιά δεν έχουν σταθερά σημεία αναφοράς, δεν αποκτούν την ικανότητα να α­ξι­ο­λο­γούν την πραγματικότητα και να προχωρούν σε καλές επιλογές. Καθώς με­γα­λώ­νουν, βέβαια, οι κανόνες αλλάζουν και τα παιδιά μπορούν να τους αμφισβητούν, αλ­λά στα πρώτα τους χρόνια η ύπαρξη ο­ρι­σμέ­νων κα­νό­νων, εναρμονισμένων με την η­λι­κί­α τους, είναι πηγή σιγουριάς. Στα παιδιά αρέσει να νιώ­θουν πως οι γονείς τους μπο­ρούν να ελέγχουν την κατάσταση.

7. Υπευθυνότητα. Από την προσχολική ηλικία ακόμη τα παιδιά πρέπει να συ­νη­θί­σουν να κά­νουν κάποιες μικρές «δουλειές», ας τις πούμε θελήματα, για να νιώθουν πως εί­ναι χρή­σι­μα και να αναλαμβάνουν ευθύνες –στα μέτρα τους βέβαια. Είναι έ­νας τρό­πος για να α­πο­κτούν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, να συνηθίζουν στον αλ­τρου­ι­σμό και να νιώθουν πως συμ­με­τέ­χουν στην οικογενειακή ζωή. Ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με πως όλα αυτά (δουλειές, κα­θή­κο­ντα, ευθύνες) πρέπει πάντα να είναι στο μέ­τρο της η­λι­κί­ας τους.

8. Ελεύθερος χρόνος. Δεν πρέπει όλος ο χρόνος των παιδιών να είναι προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νος. Εί­ναι δικαίωμά τους να έχουν κάποια χόμπι και ενδιαφέροντα α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το σχολείο και την οικογένεια. Πρέπει να έχουν ελεύθερο χρόνο, ακόμη και τον χρό­νο να μην κάνουν τίποτα, να αφήνουν ελεύθερη τη φαντασία τους, να α­να­παύ­ο­νται, να αξιολογούν τις εμπειρίες τους. Μό­νο αν έχουν τη δυνατότητα να «χά­νουν» χρό­νο, θα μπορέσουν να γίνουν ενήλικοι ικανοί να βρίσκουν ισορροπία α­νά­με­σα στη δου­λειά και τη διασκέδαση.

9. Ειλικρινείς απαντήσεις. Αν δεν απαντούμε στις ερωτήσεις τους, τα παιδιά θα πά­ψουν να μας ρωτάνε. Για να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης, πρέπει να εί­μα­στε πάντα δι­α­θέ­σι­μοι για διάλογο. Αν υπάρχει αυτή η διάθεση, το παιδί μπορεί να κα­τα­λά­βει πως ένας ενήλικος δεν είναι δυνατόν να τα ξέρει όλα και να κατανοήσει πως υπάρχουν στιγμές που ο γονιός μπο­ρεί να μιλήσει και άλλες που είναι προ­τι­μό­τε­ρο να σιωπήσει.

10. Σεβασμός στις κλίσεις τους. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα σε μια αγωγή που θα α­να­πτύσ­σει τις κλίσεις και τις δυνατότητές τους (όλα είναι προικισμένα με κάτι). Η εκ­παί­δευ­ση πρέπει να τους προσφέρει βασικές ικανότητες και, συγχρόνως, την ε­λευ­θε­ρί­α να ανακαλύπτουν τα εν­δι­α­φέ­ρο­ντά τους και να τα αναπτύσσουν. Κάθε παι­δί πρέ­πει να είναι ελεύθερο να ερευνά, να πειραματίζεται και να δρα­στη­ρι­ο­ποι­εί­ται με σε­βα­σμό στα όρια και τις δυνατότητές του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (02.05.2000) / CORRIERE SALUTE


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

18 Αυγούστου 2017

Σχολικό μπούλινγκ και κοινωνία

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

Ένας μαθητής 12 χρόνων πήγε φέτος (σχολικό έτος 2016-2017) σε καινούργιο σχο­λεί­ο ε­πει­δή υπέστη μπούλινγκ. Ο μαθητής, έξυπνος και ικανός, έχει μια δυ­σκο­λί­α στη βάδιση. Αυτό τον κάνει διαφορετικό. Στο νέο του σχολείο δεν υφίσταται μπού­λινγκ, δημιουργεί όμως φα­σα­ρί­ες, με τον συνεχή φόβο ότι θα τον κοροϊδέψουν.

Ένας άλλος μαθητής, με σύνδρομο Άσπεργκερ, είναι από τους πιο χαρισματικούς της τά­ξης. Έ­χει φυσικά τις δυσκολίες του, αλλά το παλεύει γενναία και διεκδικεί τον τίτ­λο του καλύτερου μα­θη­τή. Κάποιοι συμμαθητές του τον ενοχλούν, τον πει­ρά­ζουν, του δημιουργούν προ­βλή­μα­τα. Εκείνος ανταπαντά, γίνεται επιθετικός.

Μια τρίτη μαθήτρια ζει δύσκολα με τη μητέρα της. Σε κακή οικονομική κατάσταση, ε­­γκα­­τα­­λε­­λειμ­­μέ­­νη από πατέρα, δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση. Τα κορίτσια δεν την κάνουν πα­ρέ­α, γιατί η φαντασία της είναι αχαλίνωτη και γιατί δεν της α­ρέ­σει να χάνει. Είναι όμως ένα υ­πέ­ρο­χα συγκινητικό πλάσμα, με φοβερές ι­κα­νό­τη­τες και με μια μητέρα που δίνει μάχες κυ­ρι­ο­λε­κτι­κής επιβίωσης.

Και για τα τρία αυτά παιδιά έχουν έρθει συστάσεις γονέων να φύγουν από το σχο­λεί­ο όπου φοι­τούν. Και για τις τρεις –αλλά και για άλλες εκατόν τρεις– πε­ρι­πτώ­σεις υ­πάρ­χουν γονείς που ζη­τούν από κάποιον δάσκαλο ή κάποιον διευθυντή να α­πο­μα­κρυν­θούν τέτοια παιδιά α­πό τα παιδιά τους, γιατί δημιουργούν προβλήματα στα «αγ­γε­λού­δια» τους. Γιατί είναι ε­πι­θε­τι­κά, είναι δύσκολα, είναι «περίεργα». Είναι δι­α­φο­ρε­τι­κά. Λες και η λέξη «διαφορετικός» είναι αρ­ρώ­στια ή λες και δεν είμαστε όλοι με έναν τρόπο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο –αλλά και τόσο όμοιοι.

Αναρωτιέμαι πλέον πολύ συχνά τι σημαίνει μπούλινγκ στα σχολεία. Τι είναι αυτό που εν­­δι­­α­­φέ­­ρει τόσο πολύ τους γονείς, με τέτοια μανία, ώστε να είναι το πρώτο πράγ­μα που μου ζη­τούν να μιλήσουμε (φαντάζομαι αυτό ισχύει για όλους τους ψυ­χο­λό­γους του εκπαιδευτικού συ­στή­μα­τος). Τι είναι το μπούλινγκ; Ποιοι κάνουν μπού­λινγκ; Ποιοι το υφίστανται; Γιατί το μπού­λινγκ αφορά μόνο τα σχολεία και όχι ό­λη την κοι­νω­νί­α και, κυρίως, τις οικογενειακές σχέ­σεις, τις επαγγελματικές σχέ­σεις, τις σχέ­σεις μας γενικά με τους άλλους ανθρώπους;

Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απαίτηση ή η φαντασίωση μερικών να συ­να­γε­λά­ζο­νται μό­νο με ομοίους τους ή «κανονικούς»; Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η α­πώ­λει­α του ε­λέ­ους, αυτού του μαλακτικού για την ψυχή και για την κοινωνία;

Οι έρευνες αποδεικνύουν συνεχώς την επικράτηση του αριστερού ημισφαιρίου στον δυ­τι­κό κό­σμο. Το δεξί ημισφαίριο, της συναισθηματικότητας, της φροντίδας, του α­νοίγ­μα­τος των ο­ρί­ων του εαυτού, καθώς και της αποδοχής, δείχνει να δίνει τη θέ­ση του στις ταχύτατες, εκ του μα­κρό­θεν, συναλλαγές. Οι άνθρωποι δυ­σκο­λεύ­ο­νται με τα συναισθήματά τους και κυρίως με την ετερότητα, τη διαφορετικότητα. Δι­α­φο­ρε­τι­κό, ωστόσο, δεν είναι μόνο το χρώμα, το ύψος, το βάρος· δεν είναι μόνο η εκ γε­νε­τής έλλειψη, δυσκολία ή διαφοροποίηση στον ψυχισμό, στο σώμα ή στην α­νά­πτυ­ξη. Δι­α­φο­ρε­τι­κό είναι και το ταλέντο, η υψηλή νοημοσύνη, οι πολ­λα­πλές ι­κα­νό­τη­τες, το χά­ρι­σμα, η ένταση, το πάθος.

Κάθε φορά που συναντάμε κάποιον διαφορετικό νιώθουμε την ανάγκη να φέρουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της σύγκρισης. Εάν ο άλλος υπολείπεται, τότε αι­σθα­νό­μα­στε γενναιόδωροι και φιλεύσπλαχνοι στην παντοδυναμία μας. Μόλις όμως ο άλ­λος εί­ναι καλύτερος, γι­γα­ντώ­νο­νται σε τούτη τη χώρα ο φθόνος και η κα­τα­στρο­φή. Το ζή­τη­μα είναι να κατορθώσουμε να α­ντέ­ξου­με τον άλλο χωρίς να είμαστε εμείς το κέ­ντρο. Να αντέξουμε να σκεφτούμε για αυτόν, να τον φροντίσουμε, να α­νοί­ξου­με έ­ναν χώρο ύπαρξης για εκείνον, να μείνουμε εμείς στη θέ­ση μας και εκείνος στη δι­κή του. Να αποδεχτούμε επιτέλους ότι ο άλλος είναι ένας άλλος και ε­μείς εί­μα­στε ε­μείς. Να αναζητήσουμε επ’ ευκαιρία και ποιοι είμαστε εμείς.

Τα σχολεία δεν κινδυνεύουν από το μπούλινγκ των παιδιών. Η κοινωνία ολόκληρη κιν­δυ­νεύ­ει α­πό το μεγάλο αλλά ρημαγμένο Εγώ του καθενός από εμάς, που περνάει α­πό κρησάρα το κα­­θε­­τί μέσα από το πρίσμα τού «πώς το βλέπω εγώ». Αν αντέξουμε να μην είμαστε οι μόνοι και οι πιο σημαντικοί, τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να α­πο­δε­χθού­με ότι ζούμε σε έναν κό­σμο όπου δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε όλα, ότι ο δρό­μος προς την αυτοπραγμάτωση είναι δύ­σβα­τος, ότι η επιθετικότητα δεν είναι α­πα­ραί­τη­τα κακό πράγμα, αρκεί να αντέξουμε να δώ­σου­με ένα νόημα στο γιατί και στο ποιος. Κυρίως να δούμε με ορθάνοιχτα μάτια ότι οι πιο ε­πι­θε­τι­κοί είμαστε ε­μείς, που ενώ φαντασιωνόμαστε ότι φροντίζουμε καλά τον κήπο μας, μπο­λιά­ζου­με τα φυτά μας με αγκάθια, κρατώντας και μια καραμπίνα για όποιο σκαθάρι τολμήσει να ακουμπήσει στο δέντρο μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29.10.2016)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σχολική βία

8 Αυγούστου 2017

Αγάπα, παιδί μου, το βιβλίο

Συγγραφείς παιδικών βιβλίων μιλούν για το
πώς δημιουργούνται μικροί αναγνώστες

Η αγάπη των Ελλήνων για τα βιβλία είναι ένα ποτήρι άλλοτε μισοάδειο, άλλοτε μι­σο­γε­μά­το. Η μό­νη ελπίδα να το απογεμίσουμε με φρέσκο νεράκι είναι να κα­τορ­θώ­σου­με να εμ­φυ­σή­σου­με στα μι­κρά παιδιά τη βιβλιοφιλία. Δύσκολο εγχείρημα ο­μο­λο­γου­μέ­νως την εποχή των πολ­λα­πλών και κα­ται­γι­στι­κών ερεθισμάτων, που την προ­σο­χή των μικρών παιδιών δι­εκ­δι­κούν καθημερινά η τη­λε­ό­ρα­ση, ο υπολογιστής και το τάμπλετ, και ο ελεύθερος χρόνος τους μοι­ρά­ζε­ται ανάμεσα σε χρο­νο­βό­ρες με­τα­κι­νή­σεις και αναρίθμητες εξωσχολικές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες και μαθήματα. Μπο­ρού­με και πώς να μάθουμε τα παιδιά να αγαπούν τα βιβλία;


Απευθύναμε την ερώτηση σε μερικούς από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς παι­δι­κών α­να­γνω­σμά­των. «Μπορούμε να τους διαβάζουμε βιβλία, να παίζουμε με βι­βλί­α, να κυνηγάμε εκ­δη­λώ­σεις βιβλίου, να σκορπάμε βιβλία στον χώρο όπου με­γα­λώ­νουν και να περιμένουμε ώ­σπου η πε­ρι­έρ­γει­ά τους να τα κάνει να ξεφυλλίσουν με­ρι­κά α­πό αυτά», ήταν η συμβουλή του Α­ντώ­νη Πα­πα­θε­ο­δού­λου. Ο Φίλιππος Μαν­δη­λα­ράς μάς πρότεινε «από μικρή ηλικία να παίρ­νου­με τα παιδιά μαζί μας στο βι­βλι­ο­πω­λεί­ο, να τους δείχνουμε αυτόν τον χώρο-τέμενος για τα βιβλία κι εκεί να τους μα­­θαί­­νου­­με πώς διαλέγουμε ένα βιβλίο, ότι κοιτάμε την ιστορία, το οπισθόφυλλο κτλ. Το παι­δί έ­τσι θα αγαπήσει σταδιακά το βιβλίο, θα επιλέγει μόνο του και κά­πως έ­τσι θα α­πο­κτή­σει α­να­γνω­στι­κή συνείδηση».

Όλοι οι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός: «Να α­φή­νου­με τα παι­διά να διαλέγουν. Να διαβάζουμε συχνά μαζί, δυνατά», προτρέπει η Ε­λέ­νη Ανδρεάδη, ε­νώ ο Ευγένιος Τριβιζάς παροτρύνει τους γονείς να επιλέγουν παι­δι­κά βιβλία που και οι ίδιοι α­πο­λαμ­βά­νουν και στέκεται, επίσης, στη συνύπαρξη παι­διού και γονιού πάνω από ένα βι­βλί­ο: «Η έννοια της “συναπόλαυσης” είναι κα­θο­ρι­στι­κή. Αν οι γονείς διαβάζουν στο παιδί μια ι­στο­ρί­α που αφήνει τους ίδιους α­δι­ά­φο­ρους, εκείνο το διαισθάνεται και αντιδρά ανάλογα. Αν ό­μως διασκεδάζουν οι ί­διοι με την όλη διαδικασία, τότε είναι πολύ πιο πιθανό να με­τα­δώ­σουν στο παιδί την α­γά­πη για το διάβασμα». Φυσικά, πολύ σημαντικό είναι να αγαπούν οι ί­διοι οι γο­νείς τα βιβλία και να τους βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν και να αντλούν α­πό­λαυ­ση από αυ­τά.

Ο ρόλος του σχολείου

Ποιος όμως είναι ο ρόλος του σχολείου σε όλη αυτή την προσπάθεια; Η Καλλιόπη Κύρ­δη εί­ναι εκ­παι­δευ­τι­κός και συγγραφέας, υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων στη Δι­εύ­θυν­ση Πρω­το­βάθ­μι­ας Εκ­παί­δευ­σης Α΄ Αθήνας: «Το σχολείο μπορεί να δη­μι­ουρ­γή­σει κίνητρα για α­νά­γνω­ση όπως δρα­στη­ρι­ό­τη­τες με μορφή παιχνιδιού που ε­μπλέ­κουν βιβλία, ώρα ανάγνωσης ό­που δάσκαλος και παι­διά ε­πι­λέ­γουν και δια­βά­ζουν βι­βλί­α, αναπάντεχες γωνιές του σχο­λεί­ου ό­που μπορεί να γίνει μια α­τμο­σφαι­ρι­κή α­νά­γνω­ση, προτάσεις για βιβλία που συνδέονται με τα ενδιαφέροντα κάθε παι­διού, υ­πο­στή­ρι­ξη των επιλογών τους, χρόνος για να μιλήσουν για τα βιβλία που δια­βά­ζουν».

Εμπιστοσύνη στη δουλειά που μπορεί να κάνει το σχολείο στη διαμόρφωση μικρών –και με­γά­λων– βι­βλι­ο­φά­γων δείχνει και η Άλκη Ζέη, που μας εξομολογήθηκε ότι «η πεί­ρα μου από τις ε­πι­σκέ­ψεις στα σχολεία της Ελλάδας μού έδειξε ότι δια­βά­ζουν ε­κεί­να τα παιδιά που ο δά­σκα­λός τους έ­χει πάθος με τα βιβλία και βρίσκει χί­λιους δυο τρόπους να τα κάνει να δια­βά­σουν. Αρχίζει να δια­βά­ζει ένα βιβλίο με υ­πέ­ρο­χο τρό­πο και ξαφνικά σταματά και λέει “η συ­νέ­χει­α αύριο” ή τους προ­τεί­νει να “παί­ξουν” το βιβλίο, να υποδυθούν τους ήρωες. Εγώ θυ­μά­μαι, όταν ήμουν μικρό παι­δί, έ­παι­ζα με την αδερφή μου τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, για πα­ρά­δειγ­μα τον “Τρε­λα­ντώ­νη”. Ε­γώ έκανα την Πουλουδιά και η αδερφή μου τον Τρε­λα­ντώ­νη».

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, αντίθετα, πιστεύει ότι ο ρόλος του σχολείου είναι «κα­τα­στρο­φι­κός»: «Με­­γά­­λο μέρος των σχολικών βιβλίων είναι βαρετά, κουραστικά έως και α­πω­θη­τι­κά. Τα­λα­νί­ζουν τό­σο τα παιδιά, ώστε μέσα από μια διαδικασία γενίκευσης ε­ξηρ­τη­μέ­νων α­ντα­να­κλα­στι­κών αι­σθά­νο­νται στην υπόλοιπη ζωή τους απέχθεια για ο­ποιο­δή­πο­τε έντυπο, με την ε­ξαί­ρε­ση ίσως των καρνέ επιταγών».

Τι λένε οι συγγραφείς για το καλό παιδικό βιβλίο

Άλκη Ζέη: «Το παιδί ψάχνει να βρει τον εαυτό του στο βιβλίο. Αν ο ήρωας είναι πραγ­μα­τι­κό παι­δί, τον αγαπά και διαβάζει το βιβλίο. Προσπαθώ, όταν γράφω για έ­να παι­δί 10 χρονών, ε­κεί­νη την ώρα να γίνομαι αυτό το παιδί».

Φίλιππος Μανδηλαράς: «Είναι αυτό που κάνει το παιδί να ταξιδεύει σε έναν νέο κό­σμο, εί­ναι σαν να μπαίνει σε ένα καράβι και να ταξιδεύει στη θάλασσα».

Αντώνης Παπαθεοδούλου: «Ένα καλό παιδικό βιβλίο πρέπει να αφηγείται κάτι νέο και πρω­τό­τυ­πο ή κάτι γνωστό και ειπωμένο αλλά με έναν ολότελα νέο τρόπο. Πρέ­πει να τιμά τα παι­διά και να μην τα θεωρεί εύκολο κοινό. Να σέβεται το εύ­πλα­στο της ηλικίας τους και τα ξε­χω­ρι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Να σέβεται το δικαίωμα των παιδιών για ένα αισιόδοξο τέλος ό­σο δύσκολο κι αν εί­ναι το θέμα του. Και να “δι­δά­σκει” περισσότερα στον πρωταγωνιστή μέ­σα α­πό την ιστορία και λι­γό­τε­ρα α­πευ­θεί­ας στον αναγνώστη».

Καλλιόπη Κύρδη: «Αν εμείς, ως έμπειροι αναγνώστες, χαρούμε με την ανάγνωση ε­νός βι­βλί­ου για παιδιά, χαμογελάσουμε, νιώσουμε αγωνία, συμπάσχουμε με τους ή­ρω­ες, χαθούμε στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση, δηλαδή αν το απολαύσουμε, τότε είναι ένα κα­λό παιδικό βιβλίο».

Ελένη Ανδρεάδη: «Θα δανειστώ από τον παιδικό συγγραφέα Άνταμ Γκίντγουιτς. Αν έ­να παι­δί δια­βά­σει όλο το βιβλίο, το κλείσει και το κρατήσει σφικτά στην αγκαλιά του λέγοντας “α­γα­πώ αυ­τό το βιβλίο”, τότε είναι ένα καλό βιβλίο».

Ευγένιος Τριβιζάς: «Να γοητεύει και να διασκεδάζει το παιδί, να διευρύνει τους δη­μι­ουρ­γι­κούς του ορίζοντες και να καλλιεργεί τη φαντασία του».

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (01.08.2017) / Μαρία Αθανασίου

6 Αυγούστου 2017

Το πορνό καθορίζει την ανδρική συμπεριφορά

Σε όσο μικρότερη ηλικία έρχεται ένα αγόρι σε επαφή με την πορνογραφία, συνήθως πλέ­ον μέ­σω του διαδικτύου, τόσο περισσότερο θα έχει αργότερα την τάση να κυ­ρι­αρ­χεί πάνω στις γυ­ναί­κες ως «μάτσο» άνδρας (ή μάλλον έτσι να νομίζει...). Όταν ο νέ­ος εκτίθεται για πρώτη φο­ρά στην πορ­νο­γρα­φί­α σε μεγαλύτερη ηλικία, τότε έχει με­γα­λύ­τε­ρη τάση να συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται σαν ε­ρω­τύ­λος πλεϊμπόι και να είναι σε­ξου­α­λι­κά ασυγκράτητος. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας α­με­ρι­κα­νι­κής ε­πι­στη­μο­νι­κής έ­ρευ­νας, η οποία συσχέτισε την ηλικία της πρώτης «συ­νά­ντη­σης» με την πορ­νο­γρα­φί­α και τις κατοπινές σεξιστικές τάσεις ενός άνδρα. Το βα­σι­κό συμπέρασμα: η πορ­νο­γρα­φί­α έχει πραγματική επίπτωση στο μυαλό, στο συναίσθημα και στις σχέ­σεις των ανδρών.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Νεμπράσκα, με επικεφαλής την Αλίσα Μπί­σμαν, έ­κα­ναν τη σχε­τι­κή ανακοίνωση σε ψυχολογικό συνέδριο στην Ουάσιγκτον. Στην έρευνά τους με­λέ­τη­σαν 330 άν­δρες 17 έως 54 ετών. Η μέση ηλικία της πρώ­της επαφής με την πορνογραφία ή­ταν τα 13, η νε­ό­τε­ρη τα 5 (!) και η μεγαλύτερη τα 26. Οι συμμετέχοντες (σχεδόν όλοι ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λοι) α­πά­ντη­σαν σε αναλυτικό ε­ρω­τη­μα­το­λό­γι­ο για τις απόψεις τους σε σχέση με το σεξ και τις σχέσεις με το άλ­λο φύ­λο. Διαπιστώθηκε ότι:
● Όσοι είχαν έρθει σε επαφή με το πορνό από πολύ μικροί συμφωνούσαν με α­πό­ψεις του τύ­που «τα πράγματα είναι καλύτερα όταν οι άνδρες έχουν το πάνω χέρι σε σχέ­ση με τις γυ­ναί­κες».
● Όταν η επαφή με το πορνό είχε γίνει με καθυστέρηση, οι άνδρες, περιέργως, έ­τει­ναν να αλ­λά­ζουν συχνά συντρόφους και να το «παίζουν» πλεϊμπόι.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνδρες που έχουν δει πολύ πορνό συχνά δεν ευ­χα­ρι­στιού­νται το πραγ­μα­τι­κό σεξ και έχουν μεγαλύτερο άγχος απόδοσης στο κρεβάτι με τη σύντροφό τους. Όσοι έ­χουν δει λιγότερο πορνό τείνουν να απολαμβάνουν πε­ρισ­σό­τε­ρο το σεξ στην πραγ­μα­τι­κή ζωή.

Η μελέτη, εξάλλου, διαπίστωσε ότι τα περισσότερα παιδιά έρχονται σε επαφή με την πορ­νο­γρα­φί­α τυχαία (44%) και όχι επειδή την αναζήτησαν επί τούτου (33%) ή ε­πει­δή κάποιος τους υ­πο­χρέ­ω­σε να τη δουν (17%).

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (05.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σεξουαλική αγωγή

Παγκόσμιες ικανότητες

(δημοσιογράφος)

Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα αλλάξουν στη ζωή τους επτά επαγγέλματα, τα τρία από τα ο­ποί­α δεν υπάρχουν ακόμη. Θα επικοινωνούν και θα συνεργάζονται πάνω σε συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­τζεκτ με ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη, τους οποίους θα συ­να­ντούν στην... ο­θό­νη του υ­πο­λο­γι­στή τους. Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα βρε­θούν σε έναν άλλο κόσμο όσον α­φο­ρά την ερ­γα­σί­α, που ούτε να φανταστούμε μπο­ρού­με και βέβαια σε καμία περίπτωση δεν ξέρουμε τις νέες πα­ρα­μέ­τρους του. Το σί­γου­ρο εί­ναι ότι δε θα έχουν σημασία μόνο αυτά που ξέρεις, αφού η πρό­σβα­ση στην πλη­ρο­φο­ρί­α γίνεται ολοένα και πιο εύκολη για ολοένα και περισσότερους αν­θρώ­πους, αλ­λά κυρίως τι μπορείς να κάνεις με αυτά που ξέρεις, πώς μπο­ρείς να τα α­ξι­ο­ποι­ή­σεις. Χρει­ά­ζο­νται, επομένως, «παγκόσμιες ικανότητες».

Η δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικά περιβάλλοντα, η ι­κα­νό­τη­τα συ­νερ­γα­σί­ας με κοι­νό στό­χο, η επίλυση δύσκολων προβλημάτων με διαφορετικούς τρόπους, η ι­­κα­­νό­­τη­­τα να με­τα­βάλ­λεις τον εαυτό σου σχεδόν ταυτόχρονα με τον κόσμο είναι πια προ­α­παι­τού­με­να. Δύ­σκο­λα πράγ­μα­τα, βεβαίως, αλλά και συ­ναρ­πα­στι­κά συνάμα. Την ί­δια στιγμή οι αλλαγές που προ­ω­θού­νται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύ­στη­μα δε λαμ­βά­νουν καθόλου υπόψη την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ή, ακόμη χει­ρό­τε­ρα, τη χλευ­ά­ζουν και την απαξιώνουν, κρίνοντάς τη μάλιστα με ι­δε­ο­λη­πτι­κούς όρους. Σαν να γί­νε­ται να στα­μα­τή­σεις τη χρήση του διαδικτύου, επειδή μπορεί να χρησιμοποιείται για την προ­ώ­θη­ση του κα­πι­τα­λι­σμού.

Πολλές φορές οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν έχουν καν τόσο «βαθιά» κίνητρα· βα­σί­ζο­νται σε ένα οφθαλμοφανές κυνικό κομματικό πάρε δώσε: Το προνήπιο, για πα­ρά­δειγ­μα, θα ε­ντα­χθεί στην υποχρεωτική εκπαίδευση, ώστε να προσληφθούν πε­ρισ­σό­τε­ροι εκπαιδευτικοί· τα Θρη­σκευ­τι­κά θα μείνουν γιατί δε συμφέρει πολιτικά να συγκρουστείς με την Εκκλησία· το ά­συ­λο στα πα­νε­πι­στή­μι­α θα επανέλθει για να η­ρε­μή­σουν οι αριστεριστές...

Αρκεί ένα απλό «γκουγκλάρισμα» για να βρεθεί κανείς στον εκπαιδευτικό κόσμο της φα­ντα­σί­ας και της αλλαγής σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη. Φοβάμαι την ώ­ρα που θα με ρω­τή­σει το παι­δί μου για ποιο λόγο υποχρεώθηκε να μάθει μέσα σε μια ι­δε­ο­λη­πτι­κή, μίζερη και α­πό­λυ­τα βα­ρε­τή εκπαιδευτική πραγματικότητα, ό­ταν στον κό­σμο συμβαίνουν τόσα συ­ναρ­πα­στι­κά και εν­δι­α­φέ­ρο­ντα πράγματα.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (04.08.2017)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: εκπαίδευση