27 Μαρτίου 2012

Είμαστε ποτέ έτοιμοι να μεγαλώσουμε παιδιά;

(δημοσιογράφος)

Ποιος είναι άραγε ο «καλός γονιός» και σε ποια ηλικία κατακτάται η «ωριμότητα» για τη δη­μι­ουρ­γί­α απογόνων; Στην πραγματικότητα κανείς δεν είναι ποτέ έτοιμος να με­γα­λώ­σει παι­διά. Αλ­λά αυ­τό δεν έχει καμία σημασία, λένε οι γνωρίζοντες.

Κάποτε, όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρή, πίστευα πως ο καλύτερος τρόπος για να δι­α­σφα­λί­σεις το υ­γιές μεγάλωμα των παιδιών θα ήταν η σύσταση κάποιας επιτροπής που θα εξετάζει την ψυχική και νοητική υγεία των γονέων, ώστε να τους δίνει κά­ποια ειδική άδεια για να α­πο­κτή­σουν παιδιά. Κάτι σαν την άδεια οδήγησης, ας πού­με. Κα­τό­πιν, όταν μεγάλωσα λίγο (και άρ­χι­σα να συνειδητοποιώ ό­τι ο φασισμός εί­ναι πο­λυ­ε­πί­πε­δος), άλλαξα γνώμη, δίχως, ω­στό­σο, να καταφέρω να βρω μια ικα­νοποιητική λύ­ση στο πρόβλημα.

Όταν ήρθε η ώρα να αποκτήσω παιδιά, και μόνο η ιδέα μού προκαλούσε απανωτές κρί­σεις πα­νι­κού. Μα εγώ είμαι η ίδια παιδί!
● Πώς θα καταφέρω να παραμερίσω τον εγωισμό μου (αντί να χαίρομαι τη σεζ­λόνγκ, θα πρέ­πει τώρα να κυνηγάω ένα τέρας πάνω κάτω);
● Πώς θα διασφαλίσω τον προσωπικό μου χώρο (τι διάολο θέλει αυτό το πιανάκι στη μέση του σα­λονιού) και χρόνο (θέλω να ξενυχτήσω σ’ ένα κλαμπ κι όχι στο προ­σκε­φά­λι ενός ε­μπύ­ρε­του σπό­ρου);

Έπειτα από 6 χρόνια μητρότητας στα όρια της ταλαιπωρίας και έπειτα από πολ­λα­πλές ε­πι­σκέ­ψεις στην παιδοψυχολόγο της γειτονιάς μου, επαναφέρω το μέγα ε­ρώ­τη­μα: Είμαστε ποτέ έ­τοι­μοι να με­γαλώσουμε παιδιά;

Η παιδοψυχολόγος Μαρία Κοπακάκη αναλαμβάνει να με βοηθήσει να δω τη μεγάλη α­λή­θεια. Θα πονέσει, αλλά (αν δε με πεθάνει) θα με βγάλει πιο δυνατή. «Σε ό,τι α­φο­ρά αυτό με τη σύσταση... επιτροπής η ιδέα παραπέμπει στις πρακτικές της ευ­γο­νι­κής (υποχρεωτική στεί­ρω­ση ατόμων με νοη­τικά ελλείμματα και ψυχικές νόσους). Εί­ναι πάρα πολύ δύσκολο να ο­ρί­σει κανείς συγκεκριμένα και με λίγα λόγια τα κρι­τή­ρι­α που συνιστούν τον “καλό γονιό”, πό­σο μάλλον να τα “μετρήσει”, ώστε να χο­ρη­γή­σει σε ορισμένους ανθρώπους “δίπλωμα γο­νέ­α” και να το στερήσει από κά­ποιους άλ­λους.

Ο «αρκετά καλός γονιός»

»Γενικά, καλός γονιός είναι ο ψυχικά υγιής, ισορροπημένος άνθρωπος, που αντλεί ι­κα­νο­ποί­η­ση από τη ζωή του και γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Όντας ο ίδιος πλή­ρης, εί­ναι ικανός να συ­ντο­νι­στεί με τις ανάγκες του παιδιού, να το φροντίσει με ζε­στα­σιά και ενσυναίσθηση, να του δώσει ζωτικό συ­ναισθηματικό χώρο να α­να­πνεύ­σει, να του δεί­ξει τον δρόμο βάζοντάς του τα όρια που χρειάζεται για να μη χαθεί. Α­κό­μα και αυ­τός όμως ο –υπερβολικά γενικός και δυ­σπρό­σι­τος για τους περισσό­τερους από ε­μάς– ορισμός είναι στατικός και δεν εμπεριέχει τη δι­αρ­κή μας ι­κα­νό­τη­τα να ε­ξε­λισ­σό­μα­στε και να προχωράμε ως άνθρωποι, άρα και ως γο­νείς», μου λέ­ει.

Σκέφτομαι τον σπουδαίο ψυχαναλυτή παιδιών, τον D. Winnicott, που αναιρώντας την προσ­δο­κί­α για τελειότητα μιλάει για τον «αρκετά καλό γονιό», στο βλέμμα του ο­ποί­ου «κα­θρε­φτί­ζε­ται» το βρέφος, ώστε να δομήσει τον εαυτό του. Μέσα από τις μι­κρο­στιγ­μές απουσίας και έλ­λει­ψης άψο­γου συντονισμού το βρέφος πρω­το­γεύ­ε­ται υ­γι­είς «δόσεις» στέρησης και α­να­πτύσ­σει την ανεξαρτη­σία του. Ο «αρκετά κα­λός γο­νιός», τέλειος μέσα στην ατέλειά του, πα­ρα­χω­ρεί στον εαυτό του το δι­καί­ω­μα να α­πο­τυγ­χά­νει και να κάνει λάθη, κοινωνώντας το ίδιο μή­νυ­μα και στο παιδί: ό­τι δε χρει­ά­ζε­ται να είναι τέλειο για να το αγαπούν.

Τα προσωπικά βιώματα

Η Μαρία Κοπακάκη μου λέει πως πυξίδα μας στην ανατροφή των παιδιών είναι τα βα­θιά χα­ραγ­μέ­να βιώματα της παιδικής μας ηλικίας, που ενεργοποιούνται α­συ­νεί­δη­τα όταν κρατάμε το δικό μας μωρό στην αγκαλιά. Κάποιες φορές ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με τυ­φλά τις ίδιες εμπειρίες, άλ­λο­τε προσπαθούμε α­πεγνωσμένα να πράξουμε τα α­ντί­θε­τα. «Για παράδειγμα, εκείνος που βα­σα­νί­στη­κε από ελλείψεις και συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­που­σί­α πνίγει και υπερπροστατεύει ή ζητά α­συ­νεί­δη­τα από το παιδί να κα­λύ­ψει τα δι­κά του κενά· εκείνος που μεγάλωσε μέσα σε αυ­στη­ρό­τη­τα αδυνατεί να βάλει τα ό­ρι­α που χρειάζονται κτλ.».

Το «πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» λοιπόν; «Όχι απόλυτα. Η απόκτηση αυ­το­γνω­σί­ας, η ε­πα­φή με τα βαθύτερα κομμάτια του εαυτού μας, μας βοηθά να βλέπουμε το παι­δί πιο κα­θα­ρά και όχι μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των παι­δι­κών μας βιωμάτων. Πολ­λοί δρόμοι μάς οδηγούν εκεί:
● Ένας απ’ αυτούς είναι η ψυχοθεραπεία.
● Άλλος περνά μέσα από τις σχέσεις που δημιουργούμε στην πορεία της ζωής μας, μέ­σα α­πό τις ο­ποίες μπορεί να αποκτήσουμε διαφορετικές εμπειρίες και άρα να κά­νου­με νέες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές εγ­γραφές.
● Ο τρίτος μπορεί να είναι και η ίδια η σχέση με το παιδί, που μας φέρνει μπροστά στους ά­λυ­τους κόμπους της δικής μας ιστορίας και μας αναγκάζει να βρούμε λύ­σεις».

Κι εγώ που κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γεννημένοι γο­νείς... «Κα­τά μία έννοια όλοι είμαστε “γεννημένοι γονείς”. Αυτός είναι ο βι­ο­λο­γι­κός μας προορισμός και είμαστε εξελικτικά εφοδιασμένοι με τις βασικές δε­ξι­ό­τη­τες που απαιτούνται για την α­να­τρο­φή ενός παιδιού. Τα παιδιά, άλλωστε, είναι ε­ξαι­ρε­τι­κά ανθεκτικά πλάσματα και μπορούν α­κό­μα και με πολύ λίγα, με τα βασικά, να ε­πι­βι­ώ­σουν. Το να είμαστε και “καλοί γονείς”, που θα μεγαλώσουν ψυχικά υγιή, λει­τουρ­γι­κά, ευτυχισμένα παιδιά, βέβαια, είναι άλλη ιστορία», ε­ξη­γεί η Μαρία Κο­πα­κά­κη.

Πρέπει να «θυσιάζεται»;

Και αυτή η «άλλη ιστορία» είναι που βασανίζει τους περισσότερους γονείς. Ποιος εί­ναι ο κα­λός γο­νιός; Τι τον κάνει καλό; Ο καλός γονιός είναι εκείνος που γίνεται θυ­σί­α για το παιδί του;

«Αν είναι αυτός που γίνεται θυσία, τότε, ναι, ίσως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι πιο πρό­θυ­μοι να κά­νουν κάτι τέτοιο από άλλους. Οι άνθρωποι αυτοί βέβαια –οι προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι στη φρο­ντί­δα των άλλων– δε γεννιούνται έτσι, αλλά πλάθονται στα­δι­α­κά, μέσα από το δικό τους με­γά­λω­μα και τις ε­μπειρίες στην οικογένεια που α­να­τρά­φη­καν. Αυτοί, όμως, είναι συνήθως οι γο­νείς που τα παιδιά τούς νιώθουν στε­ρη­μέ­νους και δυστυχείς. Όταν το παιδί αισθάνεται ότι ο γονιός του δεν είναι καλά, δυ­σκο­λεύ­ε­ται πολύ να προχωρήσει τη δική του ζωή. Παίρνει το ί­διο τον ρόλο του γο­νιού, αντιστρέ­φοντας τους ρόλους και παραμελώντας τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές του α­νά­γκες, προκειμένου να στηρίξει τον γονιό, ή προκαλεί μέσα από αντίδραση, ακόμα και με εμπλοκή σε αυτοκαταστροφικές συμπερι­φορές, προκειμένου να φέρει στην ε­πι­φά­νει­α τη δυ­σλει­τουρ­γί­α της οικογένειας.

»Όχι, λοιπόν. Καλός γονιός είναι εκείνος που είναι καλά μέσα του. Εκείνος που φρο­ντί­ζει τον ε­αυ­τό του, που είναι ευτυχισμένος στη σχέση με τον σύντροφό του (αν μι­λά­με για ζευγάρι και ό­χι για τις μονογονεϊκές οικογένειες –μπορεί κανείς να εί­ναι κα­λά με τον εαυτό του, αλλά και κα­λός γονιός, χωρίς να είναι απαραίτητα μέσα σε σχέ­ση). Είναι γεμάτος, προκειμένου να έχει να “δώσει”».

Ένας τέτοιος γονιός δε «γεννιέται» αλλά γίνεται. Το σημείο εκκίνησης μπορεί να εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό για τον καθένα, όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός για όλους μας.

Η κατάλληλη ηλικία

Πολύ συχνά με απασχολεί η σωστή ηλικία για να αποκτήσεις ένα παιδί. Ίσως γιατί ε­γώ τα α­πέ­κτη­σα ως μεσήλικη πλέον. «Η σωστή ηλικία είναι διαφορετική για τον κα­θέ­να. Κάποιοι δε φτά­νουν πο­τέ στη σωστή ηλικία. Σημαντικό είναι, ακόμα, να έ­χεις εκ­πλη­ρώ­σει κάποιους στό­χους ζωής, ώστε να μη νιώθεις ότι η α­πό­κτη­ση παι­διού α­νέ­κο­ψε την πορεία σου και να δι­α­τη­ρείς πικρία απέναντί του. Για να είναι κα­νείς ε­παρ­κής ως γονιός, πρέπει να έχει με­γα­λώ­σει, να έχει βγει σ’ έναν βαθμό από τον ρό­λο του παιδιού, να διαθέτει αρκετή συναισθηματική ω­ρι­μό­τη­τα, ώστε να μπο­ρεί να δει το παιδί του ως μια ξεχωριστή οντότητα με ιδιαίτερες α­νά­γκες και ε­πι­θυ­μί­ες, και όχι να προβάλλει πά­νω του δικές του ανάγκες και ανεκπλήρωτα ό­νει­ρα. Να γνω­ρί­ζει αρκετά καλά τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει η ματιά του να χω­ρέ­σει και τον “άλ­λο”.

»Από την άλλη μεριά, μεγαλώνοντας παιδιά, μεγαλώνουμε κι εμείς. Ψηλαφίζουμε τα κε­νά μας, αγ­γίζουμε παλιά, ανεπούλωτα τραύματα, μετράμε τις δυνάμεις μας, μα­θαί­νου­με, ε­ξε­λισ­σό­μα­στε, ζού­με χαρές, παίρνουμε ικανοποίηση, ξεπερνάμε ε­μπό­δι­α, θυ­μώ­νου­με, μα­ται­ω­νό­μα­στε, αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες των δικών μας γονιών, ταυ­τι­ζό­μα­στε και δι­α­φο­ρο­ποι­ού­μα­στε από εκείνους, τους συγ­χωρούμε για τα λάθη τους», ολοκληρώνει η Μαρία Κοπακάκη.

Συμπέρασμα

Και καταλήγουμε στις προϋποθέσεις, που τελικά είναι πολύ απλές και ανθρώπινες:
● Να θέλουμε ένα παιδί και να το ονειρευόμαστε.
● Να είμαστε καλά με τον εαυτό μας και με τον σύντροφό μας (αν αυτός υπάρχει).
● Να έχουμε αυτογνωσία.
● Να αναγνωρίζουμε ότι ποτέ δε θα γίνουμε τέλειοι και να αποδεχόμαστε τον ε­αυ­τό μας με τα λά­θη του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (19.09.2010)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: γονείς

4 Μαρτίου 2012

Η πορνογραφία κακοποιεί τα σεξουαλικά
πρότυπα των παιδιών

Συνέντευξη με την Gail Dines
(καθηγήτρια κοινωνιολογίας και γυναικείων σπουδών)

Η πορνογραφία είναι μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων δολαρίων που λειτουργεί σε ό­λο τον πλα­νή­τη. Το κύκλωμα της βιομηχανίας του πορνό έχει ενσωματωθεί πλή­ρως στις δομές των σύγ­χρο­νων κοι­νωνιών και οι εικόνες του επηρεάζουν με κα­τα­λυ­τι­κό τρόπο τις διάφορες πτυ­χές της κουλτούρας και του πολιτισμού μας, α­πό την ποπ μουσική και τη διαφήμιση έως τις ί­διες τις ερωτικές σχέσεις. Τα ε­ρω­τή­μα­τα γύ­ρω από την πορνογραφία ήταν ανέκαθεν πολ­λά και οι συζητήσεις ιδιαίτερα δι­χα­στι­κές. Αυτά ακόμη και σε μια εποχή όπου πορνογραφικό υ­λι­κό θεωρούνταν οι φω­το­γρα­φί­ες μιας γυμνής γυναίκας, όπως των playmates που κοσμούν τις σε­λί­δες πε­ρι­ο­δι­κών σαν το Playboy και το Pent­house.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά στον κόσμο της διεθνοποιημένης βι­ο­μη­χα­νί­ας του πορνό. Η κοινωνία έχει περάσει στο σκληρό πορνό και το δι­α­δί­κτυ­ο δίνει τη δυ­να­τό­τη­τα ακόμη και στα μικρά παιδιά να εκτεθούν από πολύ νωρίς στην υποβάθμιση και στην α­πο­κτή­νω­ση των γυναι­κών. Τα ερωτήματα, συνεπώς, για τις συνέπειες της πορνογραφίας έχουν γί­νει εντονότερα και οι α­νησυχίες έ­χουν δι­και­ο­λο­γη­μέ­να αυξηθεί.

Η Gail Dines όχι μόνο μελετά επιστημονικά εδώ και πολλά χρόνια το θέμα της πορ­νο­γρα­φί­ας, αλ­λά πρωτοστατεί σε μια διεθνή καμπάνια με στόχο την ενημέρωση του κοι­νού γύρω από τις αρ­νη­τι­κές ε­πιπτώσεις που έχει το πορνό τόσο για τις ί­διες τις γυ­ναί­κες όσο και για τη σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα των αν­δρών και τον τρόπο με τον ο­ποί­ο βι­ώ­νουν την καθημερινή τους ζωή.

Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του διαδικτύου στην προώθηση της σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κής βιομη­χανίας πορνό και ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του φαινομένου στην αρ­σε­νι­κή σεξουαλικό­τητα;

Το διαδίκτυο άλλαξε τη φύση της εμπειρίας του πορνό για τα αγόρια. Οι προ­η­γού­με­νες γε­νιές αγο­ριών έπρεπε να αναζητήσουν το Playboy του πατέρα τους και εί­χαν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη πρό­σβα­ση στις φωτογραφίες γυμνών γυναικών. Σήμερα ένα α­γό­ρι έ­χει ολική πρόσβαση στις πιο απίστευτες γυναι­κείες εικόνες. Αυτό που α­πο­κα­λύ­πτουν οι μελέτες είναι ότι όσο πε­ρισ­σό­τε­ρη χρήση πορνό κάνουν οι άντρες τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρο αναισθητοποιημένοι γίνονται. Τώ­ρα έχουμε εφήβους που αναζητούν το πραγ­μα­τι­κά σκληρό πορνογραφικό υλικό, επειδή έ­χουν βαρεθεί με το κανονικό πορ­νο­γρα­φι­κό υλι­κό. Καθώς το πορνό έχει γίνει κανονικό μέρος του πολιτισμού μας, βλέ­που­με ότι η αρσενική σεξου­αλικότητα έχει αρχίσει να αλλάζει. Στις πα­νε­πι­στη­μι­ου­πό­λεις των ΗΠΑ το παραδοσιακό φλερτ και ραντεβού έχει περιοριστεί σε με­γά­λο βαθμό, καθώς οι άντρες θέλουν το περιστασιακό σεξ και όχι σχέσεις. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται εν μέ­ρει στην πανταχού παρουσία του πορνό, επειδή το πε­ρι­στα­σι­α­κό σεξ σε αυτό είναι ο κα­νό­νας.

Η κοινωνιολογική έρευνα δείχνει ότι τα αγόρια εκτίθενται σε πορνογραφικό υλικό σε πο­λύ μικρότερη ηλικία σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ποια είναι η μέση ηλικία ε­νός α­γο­ριού που ανακαλύπτει πορνογραφικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο σήμερα;

Μερικές μελέτες λένε ότι είναι 11 ετών και κάποιες άλλες ότι είναι 13 ετών. Μάλ­λον μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι τα αγόρια βλέπουν πορνό σήμερα από η­λι­κί­α 12 ετών.

Για τα παιδιά η πορνογραφία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένα πέρασμα στον κό­σμο των ενη­λίκων. Όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να πιστέψουν ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το σεξ συμβαίνει ό­πως στις ταινίες: Οι άνδρες είναι πάντα έ­τοι­μοι να αποδώσουν τέλεια και οι γυναίκες είναι συ­νέχεια πρόθυμες και έ­τοι­μες να εκ­φρά­σουν με μεγάλο πάθος τον εν­θου­σι­α­σμό τους. (www.vita.gr)

Λέγεται πως η πορνογραφία έχει ροπή προς τη φαντασία, αλλά είναι μια κερ­δο­σκο­πι­κή επι­χειρηματική δραστηριότητα που κινείται με βάση τις αρχές του κα­πι­τα­λι­σμού. Ε­πι­κρα­τεί αυτή η προσέγγιση για τον ρόλο και τις συνέπειες της βι­ο­μη­χα­νί­ας της πορ­νο­γρα­φί­ας ανάμεσα στις μη ριζοσπαστικές ή κριτικές κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κές αναλύσεις;

Ακούμε ότι η πορνογραφία είναι φαντασία, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάτι το πο­λύ πραγ­μα­τι­κό. Αυτό που βλέπετε να συμβαίνει στο πορνό συνέβη πραγματικά σε κά­ποιες γυ­ναί­κες και αυτό είναι πραγματικότητα και όχι φαντασία. Είναι εκ­πλη­κτι­κό το πώς αγνοείται ο πα­ρά­γο­ντας κέρδος στις περισσότερες συζητήσεις για την πορ­νο­γρα­φί­α. Οι υπερασπιστές του πορνό λένε ότι μας βοη­θά να α­να­πτύ­ξου­με τη σε­ξου­α­λι­κή δημιουργικότητα, αλλά το πορ­νό είναι ένα βιομηχανικό προϊόν και, ό­πως όλα τα βιομηχανικά προϊόντα, είναι τυ­πο­ποι­η­μέ­νο και προϊόν μαζικής πα­ρα­γω­γής. Τι εί­ναι δημιουργικό γύρω από το πορνό; Το πορνό εί­ναι επαναλαμβανόμενο, βα­ρε­τό και με παντελή έλ­λειψη αυθεντικότητας. Στερεί τους άντρες α­πό μια σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα βασισμένη στις δικές τους ανά­γκες και επιθυμίες και, αντ’ αυτού, τους δί­νει μια έτοιμη σεξουαλικότητα που παράγεται μέσα σε έ­ναν βιομηχανικό χώ­ρο.

Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η σημαντικότερη πτυχή της κριτικής προ­σέγ­γι­σης α­πό αρι­στερούς και φεμινίστριες ήταν ότι η πορνογραφία υποβίβαζε τις γυ­ναί­κες και ε­ξα­σφά­λι­ζε τη διαιώνιση ενός ανδροκρατούμενου κόσμου. Εσείς ε­στι­ά­ζε­τε στην υ­περ­σε­ξου­α­λι­κο­ποί­η­ση της κουλτούρας και του τρόπου με τον οποίο οι πορ­νο­γρα­φι­κές ει­κό­νες διαπερνούν όλες τις πτυχές του πολιτισμού μας. Ποιες εί­ναι οι μα­κρο­πρό­θε­σμες επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης;

Ξέρουμε από μελέτες ότι όσο περισσότερο βλέπει ένα κορίτσι τον εαυτό της ως ε­ρω­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι να εκτεθεί σε καταστάσεις αγ­χώ­δους διαταραχής, αυ­το­κα­τα­στρο­φής, κατάθλιψης, χαμηλής αυτοεκτίμησης, κακών α­κα­δη­μαϊ­κών αποδόσεων. Ζούμε τώ­ρα σ’ έναν πολιτι­σμό που λέει στα κορίτσια ότι μπο­ρούν να γίνουν πραγματικά ό,τι θέλουν –για­τροί, δικηγόροι, συγ­γραφείς– αλλά, α­νε­ξαρ­τή­τως του τι θέλουν να γίνουν, ένα κορίτσι πρέ­πει να είναι «καυτό». Τα κο­ρί­τσια είναι ορατά μόνο όταν φαίνονται «καυτά» κι έτσι α­να­γκά­ζο­νται να μοιάζουν και να συμπερι­φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, επειδή κανένα κορίτσι δε θέλει να είναι α­ό­ρα­το.

Από την άποψη της κουλτούρας, το πορνό αναδιαμορφώνει τη σημασία της σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας. Οι ά­ντρες όλο και περισσότερο προσδοκούν από το ταίρι τους να κάνει πλή­ρη α­πο­τρί­χω­ση της γεννητι­κής της περιοχής, θέλουν το σεξ να μοιάζει με το σεξ στα πορνό και χάνουν την ικανότητα για τρυ­φερότητα. Μέσα από τις συ­νε­ντεύ­ξεις μου ανακάλυψα ότι όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο πορνό βλέπουν οι ά­ντρες τόσο λιγότερο εν­δι­α­φέ­ρο­νται για το σεξ με έναν πραγματικό άν­θρω­πο και πως χρειάζονται όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο να φαντάζονται πορνογραφικές εικόνες προ­κει­μέ­νου να έχουν στύ­ση και ορ­γασμό. Το πορνό εποικίζει και κατακτά την αντρική σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (24.07.2011) / Χρόνης Πολυχρονίου