29 Οκτωβρίου 2012

Γιατί φοβούνται τα μαθηματικά;

Τα μαθηματικά είναι άκρως απαραίτητα για μια επιτυχημένη επαγγελματική ζωή. Γί­νο­νται όλο και πιο αναγκαία στη ζωή μας, καθώς η τεχνολογική επανάσταση έχει δη­μι­ουρ­γή­σει ένα πε­ρι­βάλ­λον ό­που όσοι έχουν δυσκολίες με τις μαθηματικές έν­νοι­ες θα αποκλείονται στα­δι­α­κά α­πό τις σημαντικές θέσεις στην αγορά εργασίας.

Την ίδια στιγμή όμως η μαθηματικοφοβία αποτελεί ένα ευρέως διαδεδομένο φαι­νό­με­νο. Το άγ­χος, ο φόβος και η ανασφάλεια που αισθάνονται τα παιδιά για τα μα­θη­μα­τι­κά προξενείται πο­λύ συχνά από τις αρνητικές εμπειρίες τους στο μάθημα των μα­θη­μα­τι­κών και επηρεάζει ά­με­σα την επίδοσή τους, μειώνοντάς τη στο ε­λά­χι­στο.


Το φαινόμενο, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί επιστήμονες, οφείλεται κατά κύριο λό­γο στους εκ­παι­δευ­τι­κούς, στον τρόπο που διδάσκεται το μάθημα, στα «άχαρα» βι­βλί­α των μα­θη­μα­τι­κών αλλά και στο οικογενειακό περιβάλλον. Όπως λένε οι εκ­παι­δευ­τι­κοί, όταν τα παιδιά «μά­θουν» από μικρά, δη­λαδή από το δημοτικό σχολείο, να φο­βού­νται τα μαθηματικά, το πι­θα­νό­τε­ρο είναι ότι δε θα πά­ψουν ποτέ να τα φο­βού­νται, θα έχουν χαμηλές επιδόσεις και πάντα θα νιώ­θουν δέος μπροστά σε ένα πρό­βλη­μα, κάτι που θα έχει συνέπειες και στο επαγγελματικό τους μέλλον.

Στην προσέγγιση του μαθήματος λειτουργούν αρνητικά τρεις παράγοντες:
● Η μαθηματική γλώσσα απέχει πολύ από τη φυσική καθημερινή γλώσσα. Η ειδική ο­ρο­λο­γί­α των μαθηματικών και τα αφηρημένα σύμβολα δυσκολεύουν τους μαθητές να κατακτήσουν τις δι­ά­φο­ρες έννοιες.
● H ιδιαίτερη φύση του μαθήματος, με την αλυσιδωτή σειρά των εννοιών και την πυ­ρα­μι­δω­τή-πα­ραγωγική ανάπτυξή τους, προξενεί ένταση στα παιδιά και δυ­σχε­ραί­νει τη μαθησιακή δι­α­δι­κα­σί­α σε περίπτωση δημιουργίας κενών.
● Εδώ και χιλιάδες χρόνια έχει καλλιεργηθεί φόβος για τα μαθηματικά και έχει ε­δραι­ω­θεί η πε­ποί­θη­ση ότι αποτελούν κτήμα των λίγων και εκλεκτών.

Οι μαθηματικοί, ωστόσο, πιστεύουν ότι το πρόβλημα προέρχεται κατά το με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό α­πό τον τρόπο που διδάσκονται τα μαθηματικά, από την προ­βλη­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α και συ­μπε­ρι­φο­ρά των διδασκόντων. Η αποτελεσματική διδασκαλία δεν πρέ­πει να στηρίζεται στην απομνημόνευση και στην αποστήθιση αλλά στην κα­τα­νόη­ση μέσω της ενεργητικής συμ­με­το­χής και στη διαδικασία ανα­κάλυψης και κα­τα­σκευ­ής της μαθηματικής γνώσης. Α­κό­μη και η διαδικασία αξιολόγησης των παι­διών, η ασκησιομανία και η βαθμοθηρία λει­τουρ­γούν επιβαρυντικά.

Τι πρέπει να προσέχουν οι εκπαιδευτικοί

1. Να μη μαλώνουν τους μικρούς μαθητές όταν κάνουν λάθη στις ασκήσεις ή όταν δεν κα­τα­λα­βαί­νουν κάτι, αλλά να προσπαθούν να τους πείσουν, με ήρεμο τρόπο, να ξα­να­σκε­φτούν κα­λύ­τε­ρα το πρόβλημα.

2. Να τους τονίζουν ότι ακόμη και οι μεγάλοι μαθηματικοί έκαναν λά­θη, αλλά από αυ­τά τα λάθη μάθαιναν και γίνονταν καλύτεροι.

3. Να επιβραβεύουν κάθε προσπάθεια, ακόμη και όταν δεν είναι επιτυχημένη, και να χρη­σι­μο­ποι­ούν τεχνικές για να ενδιαφέρονται για το μάθημα και να συνεχίζουν τις προ­σπά­θει­ες.

4. Να τους δίνουν αρχικά εύκολες ασκήσεις, ώστε να τονώνεται η αυτοπεποίθησή τους.

5. Να δίνουν στα παιδιά επαρκή χρόνο για να κάνουν τις εργασίες και να μην τα πι­έ­ζουν.

6. Να δημιουργούν ομάδες μαθητών που θα εργάζονται πάνω σε μαθηματικά προ­βλή­μα­τα.

7. Να χρησιμοποιούν εκπαιδευτικό υλικό για τη μετάβαση από το συγκεκριμένο στο α­φη­ρη­μέ­νο.

8. Να ενθαρρύνουν τους μαθητές να προσεγγίζουν το πρόβλημα με πολλούς και δι­α­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους.

9. Να ωθούν τα παιδιά που έχουν δυσκολία να ξαναδιατυπώνουν ένα πρόβλημα με τα δικά τους λό­για, προκειμένου να εντοπιστούν πιθανές παρανοήσεις.

10. Να χρησιμοποιούν «μαθηματικά παιχνίδια», ώστε να κάνουν το μάθημα ευ­χά­ρι­στο και ελ­κυ­στι­κό. Αυτό είναι απαραίτητο ιδίως στα παιδιά του Δημοτικού.

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ (20.10.2012) / Νικολίτσα Τρίγκα


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: σχολικά μαθήματα

2 Σεπτεμβρίου 2012

Παιδόφιλοι: Δέκα συμβουλές προστασίας

Οι ανήλικοι είναι εύκολα θύματα για τους επιτήδειους που καραδοκούν στο δι­α­δί­κτυ­ο. Ειδικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα σχολικά δίκτυα βρίσκονται στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα πολ­λών οικογενειών και επομένως αποτελούν την εύκολη ε­πι­λο­γή των παιδόφιλων. Οι ε­ξει­δι­κευ­μέ­νοι αξιωματικοί της Δί­ωξης Ηλεκτρονικού Ε­γκλή­μα­τος δίνουν 10 χρήσιμες συμβουλές για ό­λους τους γονείς:

1. Ο υπολογιστής καλό είναι να βρίσκεται σε κοινή θέα των γονιών. Μην αφήνετε το παι­δί να κλεί­νε­ται στο δωμάτιό του μιλώντας με τις ώρες σε μέσα κοινωνικής δι­κτύ­ω­σης ή «δωμάτια» συ­ζη­τή­σε­ων (chat).

2. Αν το παιδί είναι κάτω των 13 ετών, μην του επιτρέπετε να δημιουργεί λο­γα­ρια­σμό στο Face­book. Ακόμη και το ίδιο το μέσο προϋποθέτει αυτήν την ηλικία για να ε­πι­τρέ­ψει τη δη­μι­ουρ­γί­α προ­φίλ.

3. Αν παρ’ όλα αυτά το ανήλικο παιδί σας διαθέτει προφίλ στο Facebook, συμ­βου­λέψ­τε το να δι­α­τη­ρεί τις προσωπικές του πληροφορίες και τις φωτογραφίες του «κλει­στές», ώστε να μην μπο­ρεί να τις δει ο οποιοσδήποτε. Οι μοναδικοί δι­α­δι­κτυ­α­κοί φίλοι που το παιδί είναι καλό να έ­χει είναι συμμαθητές που γνωρίζει.

4. Μη δημοσιοποιείτε φωτογραφίες του παιδιού σας, ιδιαίτερα αυτές που φορά μα­γιό ή ε­σώ­ρου­χα. Μπορεί να προσελκύσουν τους παιδόφιλους.


5. Μη δίνετε ποτέ πληροφορίες μέσω του προφίλ του σε κοινωνικά δίκτυα για το πό­τε είναι στο σπίτι και –κυρίως– για το πότε λείπετε εσείς. Μπορεί να ε­νη­με­ρώ­σε­τε άθελά σας τους παι­δό­φι­λους, που θα σπεύσουν να... απασχολήσουν το παι­δί σας.

6. Συμφωνήστε με το παιδί για το πόση ώρα θα σερφάρει κάθε μέρα. Απαραίτητο γι’ αυ­τό εί­ναι το «συμβόλαιο» χρήσης ίντερνετ που υπογράφουν γονείς και παιδί.

7. Μη χρησιμοποιείτε τον υπολογιστή ως μπεϊμπισίτερ. Ασχοληθείτε με το παιδί, δώ­στε του τον χρόνο και την προσοχή που χρειάζεται. Πηγαίνετε συχνές βόλτες, ώ­στε να αντιληφθεί ότι ο αλη­θινός κόσμος (και οι φίλοι) είναι εκεί έξω.

8. Ενημερωθείτε τεχνολογικά, για να μπορέσετε να εποπτεύετε διακριτικά τη χρή­ση του δι­α­δι­κτύ­ου που κάνει το παιδί. Παίξτε μαζί του επιμορφωτικά παιχνίδια και α­πο­λαύ­στε τις δυ­να­τό­τη­τες του μέ­σου.

9. Το βασικότερο όλων είναι η επαρκής επικοινωνία με το παιδί σας. Χτίστε μια σχέ­ση ε­μπι­στο­σύ­νης μαζί του και κάντε το να νιώσει ότι βρίσκεστε δίπλα του –όχι ως κριτής, αλλά ως συ­νο­δοι­πό­ρος και πραγματικός συμπαραστάτης του.

10. Σε κάθε περίπτωση παρενοχλήσεων ανηλίκων και παραβίασης στοιχείων υ­πο­λο­γι­στή και προ­σω­πι­κών δεδομένων μέσω του διαδικτύου, επικοινωνήστε με τη Δί­ω­ξη Ηλεκτρονικού Ε­γκλή­μα­τος στα τηλέφωνα 210-6476464 και 210-6476461 ή μέ­σω μέιλ στο 11012@hellenic police.gr.

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ (01.09.2012) / Μαρία Ψαρά

21 Απριλίου 2012

Παιδιά αφέντες, γονείς δούλοι

Πριν ακόμα χτυπήσει την πόρτα ο πελαργός, όλα είναι έτοιμα. Ρουχαλάκια, σα­λιά­ρες, κου­δου­νί­στρες, καρότσι και παιδικό δωμάτιο με ήλιους και ροζ ή μπλε συν­νε­φά­κια. Το βα­σί­λει­ο της παιδικής ηλικίας του διαδόχου έχει στηθεί, ενώ Εκείνος, με το που θα σκάσει από τ’ αβγό του, επιθυμεί να κυβερνήσει. Μπουσουλώντας στην αρ­χή, τρέχοντας με χίλια στη συνέχεια, μέ­χρι τα πέντε του χρό­νια έχει καταφέρει να σκαρ­φα­λώ­σει στον θρόνο. Κι αν του πα­ρα­χω­ρή­σου­με τα σκήπτρα, ασκεί σκλη­ρή δι­οί­κη­ση στους υπηκόους του...

«Αν ένας άνθρωπος υπήρξε το αδιαμφισβήτητα αγαπημένο παιδί της μητέρας του, δι­α­τη­ρεί σε όλη του τη ζωή το αίσθημα θριάμβου, την πίστη στην επιτυχία, που συ­χνά οδηγεί πραγ­μα­τι­κά σ’ αυ­τήν». Οι γονείς δε χρειάζεται να έχουν διαβάσει αυ­τή τη φράση του Φρόιντ για να γνωρίζουν ότι η αγάπη προς τα παιδιά τους είναι το μόνο ε­χέγ­γυ­ο για μια ισορροπημένη ζω­ή. Ούτε την παρακάτω του Αϊνστάιν: «Κα­λύ­τε­ρος σύμ­βου­λος και από την ευθύνη είναι η α­γά­πη». Η αγάπη όμως είναι, κα­θώς φαί­νε­ται, σαν το φάρμακο. Αν χορηγηθεί απερίσκεπτα, μπο­ρεί να προκαλέσει ε­πι­πλο­κές. Για πα­ρά­δειγ­μα, να μεταμορφώσει το αγγελούδι μας σε δια­βο­λά­κι και την οι­κο­γε­νει­α­κή ζω­ή σε ολίγην από κόλαση.

«Μα είναι ποτέ δυνατόν η αγάπη στη σχέση του γονιού με το παιδί να κάνει κακό;» θα α­να­ρω­τη­θεί­τε. Ένα μέρος της απάντησης κρύβεται πίσω από ένα άλλο ερώτημα: Ποιος ε­πι­δι­ώ­κει να αγαπηθεί, από ποιον και με τι κίνητρο;

«Οι γονείς πέφτουν στην παγίδα να γοητεύσουν τα παιδιά τους, παρά να τα δι­α­παι­δα­γω­γή­σουν ως οφείλουν», διαπιστώνει ο διάσημος για τα άρθρα και τα βιβλία του Γάλ­λος παι­δί­α­τρος Άλντο Να­ουρί. Μας περιγράφεται εδώ μια όχι ασυνήθιστη συ­μπε­ρι­φο­ρά: οι γονείς πα­σχί­ζουν να αγαπηθούν από τα παιδιά τους. Η προσπάθεια αυ­τή οφείλεται στην ανάγκη να κα­λύ­ψουν δικά τους συναισθη­ματικά ελλείμματα και α­να­σφά­λει­ες και ο πιο εύκολος δρόμος γι’ αυτό είναι η εξαγορά: «Σου δίνω ό,τι ζη­τή­σεις, αρκεί να μου το ανταποδώσεις με την α­γά­πη και την αφοσίωση που έ­λει­ψε από τη δική μου ζωή».

Χατίρια που δε χαλιούνται, αμέτρητα διάσπαρτα παιχνίδια παντού, κανόνες που πα­ρα­βι­ά­ζο­νται και αντικαθίστανται με άλλους, ελαστικότερους, που επίσης πα­ρα­βι­ά­ζο­νται. Όσο χώρο τούς αφήνεις τείνουν να τον καταλάβουν, να σε στριμώξουν –και λί­γο παραπάνω. Όσο οι γο­νείς υπηρετούν και ενδίδουν τόσο για τα παιδιά αποτελεί πρό­κλη­ση να επιβάλλουν τη θέ­λη­σή τους. Να γίνουν αφεντι­κά. Τα παιδιά στην η­λι­κί­α των πέντε ετών έχουν, κατά τους ει­δι­κούς, ολοκληρώσει την προσωπι­κότητά τους, που σημαίνει ότι έχουν σαφή εικόνα για το τι «τους περνάει». Και αφού τους περ­νά­ει, το τραβάνε προς όποια κατεύθυνση τους αρέσει.

Συχνά πολλοί γονείς, που λατρεύουν τα παιδιά τους, παραπονιούνται για το γεγονός ό­τι αυτά συ­νε­χώς ζητούν –όχι μόνο αντικείμενα ή συναισθήματα, αλλά τα πάντα. Και τον ελάχιστο προ­σω­πι­κό χρόνο και τον ύπνο των γονιών τους. «Τα παιδιά είναι βα­μπίρ», μου λέει η μαμά του 9χρονου Γιώρ­γου. «Σου ρουφάνε όλη σου την ε­νέρ­γει­α, ό,τι έχεις». Ιδανικά, ωστόσο, θα έ­πρε­πε να αντιλαμβά­νονται ότι η μαμά και ο μπα­μπάς χρειάζονται κι εκείνοι τον προσωπικό χώ­ρο και χρόνο τους. Ότι δι­και­ού­νται και οφείλουν να έχουν φιλοδοξίες, ασχολίες, καριέρα ή α­πλώς τη δυ­να­τό­τη­τα ενός ή­ρε­μου απογεύματος. «Δε μ’ αφήνουν στιγμή σε ησυχία», μας λέ­ει η Μαρία, μητέρα δύ­ο παιδιών στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. «Μόλις με δούνε να κα­θί­σω ή να μι­λή­σω στο τηλέφωνο, απαι­τούν αμέσως την προσοχή μου, επινοώντας α­νά­γκες του τύ­που “μαμά, πεινάω” ή “πονάει το φρύδι μου”. Αν αυτά δεν πιάσουν, αρ­χί­ζουν να σκο­τώ­νο­νται μεταξύ τους, οπότε το απόγευμα έχει κατα­στραφεί –μαζί με το νευ­ρι­κό μου σύ­στη­μα».

Ο μικρός Αλέξης, πάλι, έχει βρει τον τρόπο να βγάλει ξινή στη μαμά του τη στοι­χει­ώ­δη α­νά­γκη της να διακριθεί στο επάγγελμά της. Η Ελένη, διαφημίστρια σε με­γά­λη ε­ται­ρεί­α, σπάνια θα χαρεί ένα καλό συμβόλαιο, αφού θα αντιμετωπίσει γυρίζοντας στο σπίτι την άρνηση του γιου της να διαβάσει και να ανταποκριθεί στις υ­πο­χρε­ώ­σεις του: «Ας γύριζες νωρίς όπως οι άλ­λες μανάδες κι εγώ θα διάβαζα». Σιγά που θα διά­βα­ζε... Την Ελένη, όμως, την κάνει κου­ρέ­λι.

Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση του «κάνω ό,τι μου καπνίσει» μας περιγράφει η Αγ­γε­λι­κή, φι­λό­λο­γος, που πάντα της άρεσε να διαβάζει –όχι μόνο για να διδάξει, αλ­λά και για την προ­σω­πι­κή της ευχαρίστηση. Τώρα το μυαλό της έχει γίνει «κι­μάς», α­φού τα αγγελούδια της δεν ε­πι­τρέ­πουν να παίζει σε καμία συσκευή τη­λε­ό­ρα­σης τί­πο­τε άλλο από Στρουμφάκια και Μικρή Φρα­ου­λί­τσα, ενώ από το CD α­κού­γο­νται δι­αρ­κώς Ζουζούνια και το «Παπαγάλε, θες σου­βλά­κι;».

Ένα πολύτιμο δώρο

Ιδανικά, σε όλες τις παραπάνω μικρές καθημερινές στιγμές θα έπρεπε να ισχύει κά­τι που λέ­γε­ται αμοιβαίος σεβασμός. Αν αυτό δεν το μάθουν τα πιτσιρίκια μας στην παι­δι­κή τους ηλικία, θα δυσκο­λευτούν να σεβαστούν στη ζωή τους οποιονδήποτε. Πά­ντα θα διεκδικούν να είναι το κέ­ντρο του εν­διαφέροντος. Να κερδίζουν, να ε­πι­τυγ­χά­νουν, να διακρίνονται. Να γνωρίζουν μό­νο την κατάφαση. Μόνο το «ναι». Ε­φι­κτό στο στενό οικογενειακό περιβάλλον, αλλά στον έ­ξω κόσμο τα περιμένουν εκ­πλήξεις. Εμπόδια, δηλαδή, ανάμεσα σε αυτά και τις επιθυμίες τους και πολλές α­πορ­ρί­ψεις.

«Τα παιδιά τότε γίνονται ανικανοποίητοι ενήλικοι;» ρωτάμε τον ψυχίατρο-παι­δο­ψυ­χο­λό­γο, κα­θη­γη­τή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρο της Ε.Ψ.Ψ.Ε.Π. (Εταιρεία Ψυ­χο­λο­γι­κής Ψυ­χι­α­τρι­κής Ενηλίκου & Παιδιού), κ. Γιάννη Κούρο. «Δημιουργούν με­γά­λους στόχους και με­γά­λα ό­νει­ρα, που, εξ ορι­σμού, το πιθανότερο είναι να μείνουν α­πραγ­μα­το­ποί­η­τα», μας απαντά και προ­σθέ­τει: «Το παιδί δι­ψάει συνεχώς για και­νούρ­γιες επιτυχίες, κάθε είδους απόκτηση υ­λι­κών αγαθών, επαγγελματικών ε­πι­τευγ­μά­των. Θεωρεί δεδομένο ότι όλα τού οφείλονται. Το να του προσφέρεις ό­μως το “όχι” α­πό μικρή ηλικία είναι ένα πολύτιμο δώρο. Με το να του βά­λεις ό­ρι­α, του δί­νεις στην ουσία ένα σοβαρό μάθημα επιβίωσης και κοινωνικής ένταξης, που θα εί­ναι πο­λύ χρήσιμο στη μετέπειτα ζωή του».

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν: τα παιδιά δυνάστες ή τύραννοι ή κακομαθημένα (ή όπως αλ­λιώς θέ­λει να τα πει κανείς) είναι δικό μας δημιούργημα. Κι αν ένα κίνητρο μπο­ρεί να είναι η δική μας α­νά­γκη να αγαπηθούμε, ένα άλλο είναι να τους τα παράσχουμε ό­λα για να τα προ­στα­τέ­ψου­με. Η ελληνική οι­κογένεια, κατά την ψυχολόγο Νένα Γε­ωρ­γι­ά­δου, είναι υπερπροστατευτική στην κυρίαρχη τάση της. «Δε θέλω», σκέ­φτε­ται ο γονιός, «το παιδάκι μου να λυπάται, να λα­χτα­ρά­ει κάτι και να μην το έχει». Το παι­δά­κι, βέβαια, έχει διαπιστώσει την αδυναμία που μό­λις περιγράψαμε. Πιέζει με τους γνω­στούς αγαπημένους τρόπους: πέφτει κάτω, ουρλιάζει, χτυ­πιέ­ται και, φυ­σι­κά, ι­κα­νο­ποι­εί τις α­νάγκες του. Η παραπάνω μάλιστα είναι μια ασφαλής δι­α­δρο­μή για να ο­δη­γη­θεί ένα παιδί στην πρώτη του μικροκλοπή. Αφού τα έχω όλα, σου λέει, για­τί να μην έχω κι αυτό του διπλανού μου; Το θέλω, θα το αποκτήσω.

Γονεϊκά απωθημένα

Σε κάθε περίπτωση, πίσω από τον υπερπροστατευτισμό, επισημαίνει ο κ. Κούρος, κρύ­βο­νται τα α­πωθημένα μας. Μας έλειψαν κάποια πράγματα, δε μας καταλάβανε, βρή­κα­με ε­μπό­δι­α; Προσπαθού­με να προστατέψουμε τα παιδιά μας να μην πάθουν τα ί­δια. Να μη μα­ται­ω­θούν. Τα τοποθετούμε, λοιπόν, στο κέντρο του σύμπαντος, αλλά πε­ρι­μέ­νου­με κι ένα α­ντάλ­λαγ­μα. Να πραγματοποιήσουν όσα εμείς εμποδιστήκαμε να πραγ­μα­το­ποι­ή­σου­με. «Εσύ θα εί­σαι δικό μου», σκέφτεται ο γονιός, «δεμένο ε­πά­νω μου και όταν έρθει η ώρα θα μου δώσεις τα χρωστούμενα, αφού θα γίνεις αυτό που ε­πι­θυ­μώ. Και θα γίνεις αυτό που επιθυμώ, διότι, πα­ρέ­χο­ντάς σου τα πάντα, θα σε κά­νω να μην μπορείς να σταθείς στα δικά σου πόδια και θα σε γεμίσω με ενοχές. Η μα­μά που έκανε τόσα για σέ­να, που θυσιάστηκε... Δε θα της κάνεις το χατιράκι να γί­νεις μεγαλογιατρός αντί για μουσικός που ονειρεύεσαι;»

Αν μπορούσαν τα παιδιά να αντιληφθούν το δόκανο σε μικρή ηλικία, σίγουρα δε θα ή­θε­λαν να είναι το κέντρο του κόσμου μας, όσες υπηρεσίες και αν τους προ­σφέ­ρα­με. Ού­τε μια άκρη, για την ακρί­βεια, δε θα ήθελαν να καταλάβουν. Δυστυχώς κα­τα­λα­βαί­νουν πολύ αργότερα ότι α­πό προέκταση της ζωής μας έχουν γίνει ολόκληρη η ζωή μας. Τι να σου κάνουν μετά κι αυ­τά; Να μη σε στριμώ­ξουν; Δικαίως φωνάζουν και σκού­ζουν, αλλά φωνή βοώντος εν τη ε­ρή­μω. Και μην ξεχνάμε τις ενο­χές μας. Γονείς που δεν έχουν χρόνο για τα πιτσιρίκια τούς δη­μι­ουρ­γούν μέσω της υ­περ­πα­ρο­χής και της συγχώρεσης την ψευδαίσθηση ότι είναι οι κυρίαρχοι του πε­ρι­βάλ­λο­ντός τους. Γί­νο­νται αγενή, ανεύθυνα, επιθετικά ή μαζεμένα στο καβούκι τους ή δύ­στρο­πα, γιατί η επαφή με τον γονιό δεν αντι­καθίσταται από μπιχλιμπίδια. Εντέλει, σου πί­νουν το αί­μα, αλλά... πήγαινες γυρεύοντας.

Τέλος, επειδή το τανγκό είναι ένας χορός που χρειάζεται δύο, θα πρέπει να γνω­ρί­ζου­με ότι ό­ταν οι γονείς παραχωρήσουν τα σκήπτρα, βρίσκονται οι ίδιοι πλέον με την πλάτη στον τοί­χο. Με το να κά­νουν το παιδί απαιτητικό, δημιουργούν ένα συ­νε­χές πρόβλημα στο οποίο δε δι­α­κρί­νε­ται η άρνηση λόγω διάθεσης από την άρ­νη­ση λό­γω πραγματικής αδυναμίας. Όσο κι αν α­κού­γε­ται μελό, αρκετοί γονείς πραγ­μα­τι­κά υ­πο­φέ­ρουν από παιδιά δυνάστες που οι ίδιοι δη­μι­ούρ­γη­σαν. Παράλληλα, όμως, λει­τουρ­γούν και ως πρότυπο για τα παιδιά. Πόσο καλό πρό­τυ­πο μπορεί να είναι ο γο­νιός που εξαι­τίας σου υποφέρει και ταλαιπωρείται; Παιδιά α­φέ­ντες και γονείς δού­λοι είναι αδύνατον να φτάσουν στην ολοκλήρωση και την ευτυχία. Σχεδόν σί­γου­ρο όμως είναι ότι θα φτάσουν στον καναπέ του ψυχαναλυτή για να ξεμπλέξουν το κου­βά­ρι. Αν έφταναν, για παράδειγμα, στη διάσημη ψυχαναλύ­τρια Κλοντ Αλμός, θα τους έλεγε: «Έ­να παιδί τύραννος είναι δυστυχισμένο. Έχει στα χέρια του την ε­ξου­σί­α, που σαν μπαλάκι τού πετούν οι γονείς του, και αυτή η εξουσία το θέτει μόνο σε κίν­δυ­νο».

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (19.09.2010) / Αθηνά Γκόρου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση

27 Μαρτίου 2012

Είμαστε ποτέ έτοιμοι να μεγαλώσουμε παιδιά;

(δημοσιογράφος)

Ποιος είναι άραγε ο «καλός γονιός» και σε ποια ηλικία κατακτάται η «ωριμότητα» για τη δη­μι­ουρ­γί­α απογόνων; Στην πραγματικότητα κανείς δεν είναι ποτέ έτοιμος να με­γα­λώ­σει παι­διά. Αλ­λά αυ­τό δεν έχει καμία σημασία, λένε οι γνωρίζοντες.

Κάποτε, όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρή, πίστευα πως ο καλύτερος τρόπος για να δι­α­σφα­λί­σεις το υ­γιές μεγάλωμα των παιδιών θα ήταν η σύσταση κάποιας επιτροπής που θα εξετάζει την ψυχική και νοητική υγεία των γονέων, ώστε να τους δίνει κά­ποια ειδική άδεια για να α­πο­κτή­σουν παιδιά. Κάτι σαν την άδεια οδήγησης, ας πού­με. Κα­τό­πιν, όταν μεγάλωσα λίγο (και άρ­χι­σα να συνειδητοποιώ ό­τι ο φασισμός εί­ναι πο­λυ­ε­πί­πε­δος), άλλαξα γνώμη, δίχως, ω­στό­σο, να καταφέρω να βρω μια ικα­νοποιητική λύ­ση στο πρόβλημα.

Όταν ήρθε η ώρα να αποκτήσω παιδιά, και μόνο η ιδέα μού προκαλούσε απανωτές κρί­σεις πα­νι­κού. Μα εγώ είμαι η ίδια παιδί!
● Πώς θα καταφέρω να παραμερίσω τον εγωισμό μου (αντί να χαίρομαι τη σεζ­λόνγκ, θα πρέ­πει τώρα να κυνηγάω ένα τέρας πάνω κάτω);
● Πώς θα διασφαλίσω τον προσωπικό μου χώρο (τι διάολο θέλει αυτό το πιανάκι στη μέση του σα­λονιού) και χρόνο (θέλω να ξενυχτήσω σ’ ένα κλαμπ κι όχι στο προ­σκε­φά­λι ενός ε­μπύ­ρε­του σπό­ρου);

Έπειτα από 6 χρόνια μητρότητας στα όρια της ταλαιπωρίας και έπειτα από πολ­λα­πλές ε­πι­σκέ­ψεις στην παιδοψυχολόγο της γειτονιάς μου, επαναφέρω το μέγα ε­ρώ­τη­μα: Είμαστε ποτέ έ­τοι­μοι να με­γαλώσουμε παιδιά;

Η παιδοψυχολόγος Μαρία Κοπακάκη αναλαμβάνει να με βοηθήσει να δω τη μεγάλη α­λή­θεια. Θα πονέσει, αλλά (αν δε με πεθάνει) θα με βγάλει πιο δυνατή. «Σε ό,τι α­φο­ρά αυτό με τη σύσταση... επιτροπής η ιδέα παραπέμπει στις πρακτικές της ευ­γο­νι­κής (υποχρεωτική στεί­ρω­ση ατόμων με νοη­τικά ελλείμματα και ψυχικές νόσους). Εί­ναι πάρα πολύ δύσκολο να ο­ρί­σει κανείς συγκεκριμένα και με λίγα λόγια τα κρι­τή­ρι­α που συνιστούν τον “καλό γονιό”, πό­σο μάλλον να τα “μετρήσει”, ώστε να χο­ρη­γή­σει σε ορισμένους ανθρώπους “δίπλωμα γο­νέ­α” και να το στερήσει από κά­ποιους άλ­λους.

Ο «αρκετά καλός γονιός»

»Γενικά, καλός γονιός είναι ο ψυχικά υγιής, ισορροπημένος άνθρωπος, που αντλεί ι­κα­νο­ποί­η­ση από τη ζωή του και γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Όντας ο ίδιος πλή­ρης, εί­ναι ικανός να συ­ντο­νι­στεί με τις ανάγκες του παιδιού, να το φροντίσει με ζε­στα­σιά και ενσυναίσθηση, να του δώσει ζωτικό συ­ναισθηματικό χώρο να α­να­πνεύ­σει, να του δεί­ξει τον δρόμο βάζοντάς του τα όρια που χρειάζεται για να μη χαθεί. Α­κό­μα και αυ­τός όμως ο –υπερβολικά γενικός και δυ­σπρό­σι­τος για τους περισσό­τερους από ε­μάς– ορισμός είναι στατικός και δεν εμπεριέχει τη δι­αρ­κή μας ι­κα­νό­τη­τα να ε­ξε­λισ­σό­μα­στε και να προχωράμε ως άνθρωποι, άρα και ως γο­νείς», μου λέ­ει.

Σκέφτομαι τον σπουδαίο ψυχαναλυτή παιδιών, τον D. Winnicott, που αναιρώντας την προσ­δο­κί­α για τελειότητα μιλάει για τον «αρκετά καλό γονιό», στο βλέμμα του ο­ποί­ου «κα­θρε­φτί­ζε­ται» το βρέφος, ώστε να δομήσει τον εαυτό του. Μέσα από τις μι­κρο­στιγ­μές απουσίας και έλ­λει­ψης άψο­γου συντονισμού το βρέφος πρω­το­γεύ­ε­ται υ­γι­είς «δόσεις» στέρησης και α­να­πτύσ­σει την ανεξαρτη­σία του. Ο «αρκετά κα­λός γο­νιός», τέλειος μέσα στην ατέλειά του, πα­ρα­χω­ρεί στον εαυτό του το δι­καί­ω­μα να α­πο­τυγ­χά­νει και να κάνει λάθη, κοινωνώντας το ίδιο μή­νυ­μα και στο παιδί: ό­τι δε χρει­ά­ζε­ται να είναι τέλειο για να το αγαπούν.

Τα προσωπικά βιώματα

Η Μαρία Κοπακάκη μου λέει πως πυξίδα μας στην ανατροφή των παιδιών είναι τα βα­θιά χα­ραγ­μέ­να βιώματα της παιδικής μας ηλικίας, που ενεργοποιούνται α­συ­νεί­δη­τα όταν κρατάμε το δικό μας μωρό στην αγκαλιά. Κάποιες φορές ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με τυ­φλά τις ίδιες εμπειρίες, άλ­λο­τε προσπαθούμε α­πεγνωσμένα να πράξουμε τα α­ντί­θε­τα. «Για παράδειγμα, εκείνος που βα­σα­νί­στη­κε από ελλείψεις και συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­που­σί­α πνίγει και υπερπροστατεύει ή ζητά α­συ­νεί­δη­τα από το παιδί να κα­λύ­ψει τα δι­κά του κενά· εκείνος που μεγάλωσε μέσα σε αυ­στη­ρό­τη­τα αδυνατεί να βάλει τα ό­ρι­α που χρειάζονται κτλ.».

Το «πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» λοιπόν; «Όχι απόλυτα. Η απόκτηση αυ­το­γνω­σί­ας, η ε­πα­φή με τα βαθύτερα κομμάτια του εαυτού μας, μας βοηθά να βλέπουμε το παι­δί πιο κα­θα­ρά και όχι μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των παι­δι­κών μας βιωμάτων. Πολ­λοί δρόμοι μάς οδηγούν εκεί:
● Ένας απ’ αυτούς είναι η ψυχοθεραπεία.
● Άλλος περνά μέσα από τις σχέσεις που δημιουργούμε στην πορεία της ζωής μας, μέ­σα α­πό τις ο­ποίες μπορεί να αποκτήσουμε διαφορετικές εμπειρίες και άρα να κά­νου­με νέες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές εγ­γραφές.
● Ο τρίτος μπορεί να είναι και η ίδια η σχέση με το παιδί, που μας φέρνει μπροστά στους ά­λυ­τους κόμπους της δικής μας ιστορίας και μας αναγκάζει να βρούμε λύ­σεις».

Κι εγώ που κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γεννημένοι γο­νείς... «Κα­τά μία έννοια όλοι είμαστε “γεννημένοι γονείς”. Αυτός είναι ο βι­ο­λο­γι­κός μας προορισμός και είμαστε εξελικτικά εφοδιασμένοι με τις βασικές δε­ξι­ό­τη­τες που απαιτούνται για την α­να­τρο­φή ενός παιδιού. Τα παιδιά, άλλωστε, είναι ε­ξαι­ρε­τι­κά ανθεκτικά πλάσματα και μπορούν α­κό­μα και με πολύ λίγα, με τα βασικά, να ε­πι­βι­ώ­σουν. Το να είμαστε και “καλοί γονείς”, που θα μεγαλώσουν ψυχικά υγιή, λει­τουρ­γι­κά, ευτυχισμένα παιδιά, βέβαια, είναι άλλη ιστορία», ε­ξη­γεί η Μαρία Κο­πα­κά­κη.

Πρέπει να «θυσιάζεται»;

Και αυτή η «άλλη ιστορία» είναι που βασανίζει τους περισσότερους γονείς. Ποιος εί­ναι ο κα­λός γο­νιός; Τι τον κάνει καλό; Ο καλός γονιός είναι εκείνος που γίνεται θυ­σί­α για το παιδί του;

«Αν είναι αυτός που γίνεται θυσία, τότε, ναι, ίσως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι πιο πρό­θυ­μοι να κά­νουν κάτι τέτοιο από άλλους. Οι άνθρωποι αυτοί βέβαια –οι προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι στη φρο­ντί­δα των άλλων– δε γεννιούνται έτσι, αλλά πλάθονται στα­δι­α­κά, μέσα από το δικό τους με­γά­λω­μα και τις ε­μπειρίες στην οικογένεια που α­να­τρά­φη­καν. Αυτοί, όμως, είναι συνήθως οι γο­νείς που τα παιδιά τούς νιώθουν στε­ρη­μέ­νους και δυστυχείς. Όταν το παιδί αισθάνεται ότι ο γονιός του δεν είναι καλά, δυ­σκο­λεύ­ε­ται πολύ να προχωρήσει τη δική του ζωή. Παίρνει το ί­διο τον ρόλο του γο­νιού, αντιστρέ­φοντας τους ρόλους και παραμελώντας τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές του α­νά­γκες, προκειμένου να στηρίξει τον γονιό, ή προκαλεί μέσα από αντίδραση, ακόμα και με εμπλοκή σε αυτοκαταστροφικές συμπερι­φορές, προκειμένου να φέρει στην ε­πι­φά­νει­α τη δυ­σλει­τουρ­γί­α της οικογένειας.

»Όχι, λοιπόν. Καλός γονιός είναι εκείνος που είναι καλά μέσα του. Εκείνος που φρο­ντί­ζει τον ε­αυ­τό του, που είναι ευτυχισμένος στη σχέση με τον σύντροφό του (αν μι­λά­με για ζευγάρι και ό­χι για τις μονογονεϊκές οικογένειες –μπορεί κανείς να εί­ναι κα­λά με τον εαυτό του, αλλά και κα­λός γονιός, χωρίς να είναι απαραίτητα μέσα σε σχέ­ση). Είναι γεμάτος, προκειμένου να έχει να “δώσει”».

Ένας τέτοιος γονιός δε «γεννιέται» αλλά γίνεται. Το σημείο εκκίνησης μπορεί να εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό για τον καθένα, όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός για όλους μας.

Η κατάλληλη ηλικία

Πολύ συχνά με απασχολεί η σωστή ηλικία για να αποκτήσεις ένα παιδί. Ίσως γιατί ε­γώ τα α­πέ­κτη­σα ως μεσήλικη πλέον. «Η σωστή ηλικία είναι διαφορετική για τον κα­θέ­να. Κάποιοι δε φτά­νουν πο­τέ στη σωστή ηλικία. Σημαντικό είναι, ακόμα, να έ­χεις εκ­πλη­ρώ­σει κάποιους στό­χους ζωής, ώστε να μη νιώθεις ότι η α­πό­κτη­ση παι­διού α­νέ­κο­ψε την πορεία σου και να δι­α­τη­ρείς πικρία απέναντί του. Για να είναι κα­νείς ε­παρ­κής ως γονιός, πρέπει να έχει με­γα­λώ­σει, να έχει βγει σ’ έναν βαθμό από τον ρό­λο του παιδιού, να διαθέτει αρκετή συναισθηματική ω­ρι­μό­τη­τα, ώστε να μπο­ρεί να δει το παιδί του ως μια ξεχωριστή οντότητα με ιδιαίτερες α­νά­γκες και ε­πι­θυ­μί­ες, και όχι να προβάλλει πά­νω του δικές του ανάγκες και ανεκπλήρωτα ό­νει­ρα. Να γνω­ρί­ζει αρκετά καλά τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει η ματιά του να χω­ρέ­σει και τον “άλ­λο”.

»Από την άλλη μεριά, μεγαλώνοντας παιδιά, μεγαλώνουμε κι εμείς. Ψηλαφίζουμε τα κε­νά μας, αγ­γίζουμε παλιά, ανεπούλωτα τραύματα, μετράμε τις δυνάμεις μας, μα­θαί­νου­με, ε­ξε­λισ­σό­μα­στε, ζού­με χαρές, παίρνουμε ικανοποίηση, ξεπερνάμε ε­μπό­δι­α, θυ­μώ­νου­με, μα­ται­ω­νό­μα­στε, αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες των δικών μας γονιών, ταυ­τι­ζό­μα­στε και δι­α­φο­ρο­ποι­ού­μα­στε από εκείνους, τους συγ­χωρούμε για τα λάθη τους», ολοκληρώνει η Μαρία Κοπακάκη.

Συμπέρασμα

Και καταλήγουμε στις προϋποθέσεις, που τελικά είναι πολύ απλές και ανθρώπινες:
● Να θέλουμε ένα παιδί και να το ονειρευόμαστε.
● Να είμαστε καλά με τον εαυτό μας και με τον σύντροφό μας (αν αυτός υπάρχει).
● Να έχουμε αυτογνωσία.
● Να αναγνωρίζουμε ότι ποτέ δε θα γίνουμε τέλειοι και να αποδεχόμαστε τον ε­αυ­τό μας με τα λά­θη του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (19.09.2010)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: γονείς

4 Μαρτίου 2012

Η πορνογραφία κακοποιεί τα σεξουαλικά
πρότυπα των παιδιών

Συνέντευξη με την Gail Dines
(καθηγήτρια κοινωνιολογίας και γυναικείων σπουδών)

Η πορνογραφία είναι μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων δολαρίων που λειτουργεί σε ό­λο τον πλα­νή­τη. Το κύκλωμα της βιομηχανίας του πορνό έχει ενσωματωθεί πλή­ρως στις δομές των σύγ­χρο­νων κοι­νωνιών και οι εικόνες του επηρεάζουν με κα­τα­λυ­τι­κό τρόπο τις διάφορες πτυ­χές της κουλτούρας και του πολιτισμού μας, α­πό την ποπ μουσική και τη διαφήμιση έως τις ί­διες τις ερωτικές σχέσεις. Τα ε­ρω­τή­μα­τα γύ­ρω από την πορνογραφία ήταν ανέκαθεν πολ­λά και οι συζητήσεις ιδιαίτερα δι­χα­στι­κές. Αυτά ακόμη και σε μια εποχή όπου πορνογραφικό υ­λι­κό θεωρούνταν οι φω­το­γρα­φί­ες μιας γυμνής γυναίκας, όπως των playmates που κοσμούν τις σε­λί­δες πε­ρι­ο­δι­κών σαν το Playboy και το Pent­house.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά στον κόσμο της διεθνοποιημένης βι­ο­μη­χα­νί­ας του πορνό. Η κοινωνία έχει περάσει στο σκληρό πορνό και το δι­α­δί­κτυ­ο δίνει τη δυ­να­τό­τη­τα ακόμη και στα μικρά παιδιά να εκτεθούν από πολύ νωρίς στην υποβάθμιση και στην α­πο­κτή­νω­ση των γυναι­κών. Τα ερωτήματα, συνεπώς, για τις συνέπειες της πορνογραφίας έχουν γί­νει εντονότερα και οι α­νησυχίες έ­χουν δι­και­ο­λο­γη­μέ­να αυξηθεί.

Η Gail Dines όχι μόνο μελετά επιστημονικά εδώ και πολλά χρόνια το θέμα της πορ­νο­γρα­φί­ας, αλ­λά πρωτοστατεί σε μια διεθνή καμπάνια με στόχο την ενημέρωση του κοι­νού γύρω από τις αρ­νη­τι­κές ε­πιπτώσεις που έχει το πορνό τόσο για τις ί­διες τις γυ­ναί­κες όσο και για τη σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα των αν­δρών και τον τρόπο με τον ο­ποί­ο βι­ώ­νουν την καθημερινή τους ζωή.

Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του διαδικτύου στην προώθηση της σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κής βιομη­χανίας πορνό και ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του φαινομένου στην αρ­σε­νι­κή σεξουαλικό­τητα;

Το διαδίκτυο άλλαξε τη φύση της εμπειρίας του πορνό για τα αγόρια. Οι προ­η­γού­με­νες γε­νιές αγο­ριών έπρεπε να αναζητήσουν το Playboy του πατέρα τους και εί­χαν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη πρό­σβα­ση στις φωτογραφίες γυμνών γυναικών. Σήμερα ένα α­γό­ρι έ­χει ολική πρόσβαση στις πιο απίστευτες γυναι­κείες εικόνες. Αυτό που α­πο­κα­λύ­πτουν οι μελέτες είναι ότι όσο πε­ρισ­σό­τε­ρη χρήση πορνό κάνουν οι άντρες τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρο αναισθητοποιημένοι γίνονται. Τώ­ρα έχουμε εφήβους που αναζητούν το πραγ­μα­τι­κά σκληρό πορνογραφικό υλικό, επειδή έ­χουν βαρεθεί με το κανονικό πορ­νο­γρα­φι­κό υλι­κό. Καθώς το πορνό έχει γίνει κανονικό μέρος του πολιτισμού μας, βλέ­που­με ότι η αρσενική σεξου­αλικότητα έχει αρχίσει να αλλάζει. Στις πα­νε­πι­στη­μι­ου­πό­λεις των ΗΠΑ το παραδοσιακό φλερτ και ραντεβού έχει περιοριστεί σε με­γά­λο βαθμό, καθώς οι άντρες θέλουν το περιστασιακό σεξ και όχι σχέσεις. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται εν μέ­ρει στην πανταχού παρουσία του πορνό, επειδή το πε­ρι­στα­σι­α­κό σεξ σε αυτό είναι ο κα­νό­νας.

Η κοινωνιολογική έρευνα δείχνει ότι τα αγόρια εκτίθενται σε πορνογραφικό υλικό σε πο­λύ μικρότερη ηλικία σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ποια είναι η μέση ηλικία ε­νός α­γο­ριού που ανακαλύπτει πορνογραφικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο σήμερα;

Μερικές μελέτες λένε ότι είναι 11 ετών και κάποιες άλλες ότι είναι 13 ετών. Μάλ­λον μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι τα αγόρια βλέπουν πορνό σήμερα από η­λι­κί­α 12 ετών.

Για τα παιδιά η πορνογραφία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένα πέρασμα στον κό­σμο των ενη­λίκων. Όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να πιστέψουν ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το σεξ συμβαίνει ό­πως στις ταινίες: Οι άνδρες είναι πάντα έ­τοι­μοι να αποδώσουν τέλεια και οι γυναίκες είναι συ­νέχεια πρόθυμες και έ­τοι­μες να εκ­φρά­σουν με μεγάλο πάθος τον εν­θου­σι­α­σμό τους. (www.vita.gr)

Λέγεται πως η πορνογραφία έχει ροπή προς τη φαντασία, αλλά είναι μια κερ­δο­σκο­πι­κή επι­χειρηματική δραστηριότητα που κινείται με βάση τις αρχές του κα­πι­τα­λι­σμού. Ε­πι­κρα­τεί αυτή η προσέγγιση για τον ρόλο και τις συνέπειες της βι­ο­μη­χα­νί­ας της πορ­νο­γρα­φί­ας ανάμεσα στις μη ριζοσπαστικές ή κριτικές κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κές αναλύσεις;

Ακούμε ότι η πορνογραφία είναι φαντασία, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάτι το πο­λύ πραγ­μα­τι­κό. Αυτό που βλέπετε να συμβαίνει στο πορνό συνέβη πραγματικά σε κά­ποιες γυ­ναί­κες και αυτό είναι πραγματικότητα και όχι φαντασία. Είναι εκ­πλη­κτι­κό το πώς αγνοείται ο πα­ρά­γο­ντας κέρδος στις περισσότερες συζητήσεις για την πορ­νο­γρα­φί­α. Οι υπερασπιστές του πορνό λένε ότι μας βοη­θά να α­να­πτύ­ξου­με τη σε­ξου­α­λι­κή δημιουργικότητα, αλλά το πορ­νό είναι ένα βιομηχανικό προϊόν και, ό­πως όλα τα βιομηχανικά προϊόντα, είναι τυ­πο­ποι­η­μέ­νο και προϊόν μαζικής πα­ρα­γω­γής. Τι εί­ναι δημιουργικό γύρω από το πορνό; Το πορνό εί­ναι επαναλαμβανόμενο, βα­ρε­τό και με παντελή έλ­λειψη αυθεντικότητας. Στερεί τους άντρες α­πό μια σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα βασισμένη στις δικές τους ανά­γκες και επιθυμίες και, αντ’ αυτού, τους δί­νει μια έτοιμη σεξουαλικότητα που παράγεται μέσα σε έ­ναν βιομηχανικό χώ­ρο.

Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η σημαντικότερη πτυχή της κριτικής προ­σέγ­γι­σης α­πό αρι­στερούς και φεμινίστριες ήταν ότι η πορνογραφία υποβίβαζε τις γυ­ναί­κες και ε­ξα­σφά­λι­ζε τη διαιώνιση ενός ανδροκρατούμενου κόσμου. Εσείς ε­στι­ά­ζε­τε στην υ­περ­σε­ξου­α­λι­κο­ποί­η­ση της κουλτούρας και του τρόπου με τον οποίο οι πορ­νο­γρα­φι­κές ει­κό­νες διαπερνούν όλες τις πτυχές του πολιτισμού μας. Ποιες εί­ναι οι μα­κρο­πρό­θε­σμες επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης;

Ξέρουμε από μελέτες ότι όσο περισσότερο βλέπει ένα κορίτσι τον εαυτό της ως ε­ρω­τι­κό α­ντι­κεί­με­νο τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι να εκτεθεί σε καταστάσεις αγ­χώ­δους διαταραχής, αυ­το­κα­τα­στρο­φής, κατάθλιψης, χαμηλής αυτοεκτίμησης, κακών α­κα­δη­μαϊ­κών αποδόσεων. Ζούμε τώ­ρα σ’ έναν πολιτι­σμό που λέει στα κορίτσια ότι μπο­ρούν να γίνουν πραγματικά ό,τι θέλουν –για­τροί, δικηγόροι, συγ­γραφείς– αλλά, α­νε­ξαρ­τή­τως του τι θέλουν να γίνουν, ένα κορίτσι πρέ­πει να είναι «καυτό». Τα κο­ρί­τσια είναι ορατά μόνο όταν φαίνονται «καυτά» κι έτσι α­να­γκά­ζο­νται να μοιάζουν και να συμπερι­φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, επειδή κανένα κορίτσι δε θέλει να είναι α­ό­ρα­το.

Από την άποψη της κουλτούρας, το πορνό αναδιαμορφώνει τη σημασία της σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας. Οι ά­ντρες όλο και περισσότερο προσδοκούν από το ταίρι τους να κάνει πλή­ρη α­πο­τρί­χω­ση της γεννητι­κής της περιοχής, θέλουν το σεξ να μοιάζει με το σεξ στα πορνό και χάνουν την ικανότητα για τρυ­φερότητα. Μέσα από τις συ­νε­ντεύ­ξεις μου ανακάλυψα ότι όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο πορνό βλέπουν οι ά­ντρες τόσο λιγότερο εν­δι­α­φέ­ρο­νται για το σεξ με έναν πραγματικό άν­θρω­πο και πως χρειάζονται όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο να φαντάζονται πορνογραφικές εικόνες προ­κει­μέ­νου να έχουν στύ­ση και ορ­γασμό. Το πορνό εποικίζει και κατακτά την αντρική σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (24.07.2011) / Χρόνης Πολυχρονίου

17 Φεβρουαρίου 2012

Τεχνικές διαχείρισης θυμού

(σχολικός ψυχολόγος)

Όπως όλα τα συναισθήματα, έτσι και ο θυμός, όταν καταπιέζεται διογκώνεται. Ο δι­ο­γκω­μέ­νος θυ­μός μπορεί να ξεσπάσει με μικρή σχετικά αφορμή και με δυσανάλογο (της αφορμής) μέ­γε­θος. Από την άλλη πλευρά, η ελεγχόμενη απελευθέρωση του θυ­μού μειώνει τις πι­θα­νό­τη­τες εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς και μας ε­πι­τρέ­πει να σκεφτόμαστε πιο καθαρά.

Για τα παιδιά είναι πιο δύσκολο να καταλάβουν τα αρνητικά τους συναισθήματα και να τα εκ­φρά­σουν με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο. Έτσι μπορούν πιο εύκολα να κα­τα­φύ­γουν σε λε­κτι­κή ή φυσική κακοποίηση, σε περιφρόνηση/απομόνωση, ακόμη και σε αυ­το­τι­μω­ρη­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές (αυτο­τραυματισμός, άρνηση τροφής κ.ά.). Μπο­ρούν ε­πί­σης να παρουσιάσουν α­ντι­κοι­νω­νι­κή συμπεριφο­ρά αντιδρώντας σε κα­νό­νες, α­πο­φεύ­γο­ντας συναναστροφές και μει­ώ­νο­ντας τις σχολικές τους επι­δόσεις.

Πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε

1. Μιλάμε μαζί τους για τα συναισθήματα που βιώνουν και τα υποστηρίζουμε στην προ­σπά­θει­ά τους να τα κατανοήσουν. Είναι σημαντικό να απενοχοποιήσουμε τα συ­ναι­σθή­μα­τα. Κα­νείς δεν είναι υπεύ­θυνος γι’ αυτά που νιώθει, μόνο για το πώς τα δι­α­χει­ρί­ζε­ται. Αυτό είναι α­νά­γκη να το πιστέψουμε πρώτα εμείς και μετά να το πε­ρά­σου­με και στα παιδιά.

2. Μένουμε κοντά στο παιδί καθώς προσπαθεί να καταλάβει τον θυμό του και να «δου­λέ­ψει» μα­ζί του. Δίνουμε το μήνυμα πως είμαστε παρόντες, πως δεν το α­πορ­ρί­πτου­με, πως δεν το α­γα­πού­με μόνο όταν είναι «καλό παιδί».

3. Βοηθούμε το παιδί να εκφράσει με θετικό τρόπο τον θυμό του. Του μαθαίνουμε να λέ­ει «με ε­ξορ­γί­ζει όταν ο φίλος μου...» (κάνει ή λέει κάτι) και όχι «μισώ τον φίλο μου». Έτσι αρχίζει να κα­τα­νο­εί τα συναισθήματα και τις ανάγκες του και αποφεύγει τις προσωποποιήσεις και τις προ­βο­λές.

4. Εμποδίζουμε τη διόγκωση του θυμού του. Δίνουμε μη επιθετικές διεξόδους, ό­πως τη δυ­να­τό­τη­τα φυσικής εκτόνωσης (τρέξιμο, φωνές), έντονου παιχνιδιού (π.χ. μα­ξι­λα­ρο­μα­χί­α) κτλ. Χρή­σι­μες μπο­ρεί να αποδειχθούν και τεχνικές όπως η κα­τα­γρα­φή των αρνητικών συ­ναι­σθη­μά­των σε χαρτί και μετά καταστροφή του χαρ­τιού ή η ε­κτό­νω­ση μέσω ζωγραφικής.

5. Γινόμαστε εμείς ένα καλό παράδειγμα διαχείρισης του θυμού μας.

Τέλος, η διαχείριση θυμού δεν πρέπει να εφαρμόζεται όταν γίνονται τα ξε­σπά­σμα­τα, αλ­λά να εί­ναι μέρος της διαπαιδαγώγησης των παιδιών.

ΠΗΓΗ: ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (4-6/2009)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: πειθαρχία, ψυχική υγεία

11 Φεβρουαρίου 2012

Προστατεύω εμένα και τα παιδιά μου στο διαδίκτυο

Από τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού
Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΝΤΕΟ

 1  Παιδική πορνογραφία

Στην Ελλάδα τιμωρείται η κατοχή αρχείων παιδικής πορνογραφίας. Μέχρι στιγμής δεν έχει α­να­φερ­θεί παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας στη χώρα μας, ω­στό­σο 680 χρήστες ε­νε­πλά­κη­σαν σε υποθέσεις διακίνησης τέτοιου υλικού το δι­ά­στη­μα 2004-2011.

Πώς αναπτύσσεται η παιδική πορνογραφία:

● Οι δράστες αποπλανούν ανηλίκους σε chat rooms και σελίδες κοινωνικής δι­κτύ­ω­σης.
● Οι δράστες μαθαίνουν τον τόπο διαμονής, τα ενδιαφέροντά τους και τις σε­ξου­α­λι­κές τους ε­μπει­ρί­ες.

 2  Ηλεκτρονική παρενόχληση μεταξύ παιδιών (cyber bullying)

Είναι ένα φαινόμενο που γνωρίζει έξαρση παγκοσμίως, ενώ και στη χώρα μας ση­μει­ώ­νο­νται αρ­κε­τά περιστατικά.

Τι περιλαμβάνει η ηλεκτρονική παρενόχληση:

● Μηνύματα με προσβλητικό περιεχόμενο.
● Κακόβουλη δημοσίευση φωτογραφιών με μοναδικό σκοπό την παρενόχληση.
● Διάδοση φημών και ψευδών γεγονότων με σκοπό τη δυσφήμιση.
● Ανώνυμες κλήσεις και μηνύματα με σκοπό τον φόβο και την ταραχή.

Ποιες είναι οι συνέπειες για το παιδί και τον έφηβο:

● Αποχή από τα μαθήματα.
● Απότομη πτώση στις σχολικές επιδόσεις.
● Εκτέλεση πράξεων αντίθετων με τον χαρακτήρα του παιδιού ή παράνομες πρά­ξεις λόγω εκ­βι­α­σμού.
● Κατάθλιψη.
● Αυτοκτονία.

 3  Εξάρτηση

Η εξάρτηση αποτελεί κυρίως πρόβλημα των νέων και προκαλείται συνήθως στα σάιτ κοι­νω­νι­κής δι­κτύωσης και μέσω των διαδικτυακών παιχνιδιών.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς:

● Εγκαταστήστε ειδικά προγράμματα παρακολούθησης στον Η/Υ.
● Ελέγχετε το ιστορικό του προγράμματος πλοήγησης.
● Αποφεύγετε τη χρήση του υπολογιστή σε παιδιά χωρίς την παρουσία ενηλίκου.
● Συμβουλέψτε το παιδί να μη δίνει προσωπικές πληροφορίες.
● Αποθαρρύνετέ το να συναντήσει άτομα που γνώρισε στο διαδίκτυο χωρίς την ε­πί­βλε­ψή σας.
● Ζητήστε από το παιδί να σας ενημερώσει αν κάποιος του έστειλε υλικό που το τά­ρα­ξε ή το α­να­στά­τω­σε.
● Αποφύγετε τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών με τα παιδιά σας στο διαδίκτυο.

(περισσότερες πληροφορίες)

31 Ιανουαρίου 2012

Έχουν φύλο τα παιχνίδια;

Από την Peggy Orenstein
(δημοσιογράφος)

Τα καταστήματα παιχνιδιών Hamleys, το ηλικίας 250 ετών λονδρέζικο ανάλογο των ελ­λη­νι­κών Τζάμπο, κατάργησαν πρόσφατα τα ξεχωριστά τμήματα κοριτσιών και α­γο­ριών (ροζ και γα­­λά­ζια αντίστοιχα) και τα αντικατέστησαν από ουδέτερα ως προς το φύλο τμήματα με α­σπρο­κόκ­κι­νη σηματοδότηση. Αντί για ορόφους αφιερωμένους σε κούκλες Μπάρμπι και φι­γού­ρες του Μπάτμαν ή του Σπάιντερμαν, τα ε­μπο­ρεύ­μα­τα θα παρουσιάζονται πλέον ορ­γα­νω­μέ­να κατά τύπους (soft toys) ή εν­δι­α­φέ­ρο­ντα (παι­χνί­δια υπαίθρου).

Αυτή η χειρονομία απεξάρτησης από στερεότυπα έρχεται σε αντίθεση με τη νέα πρω­το­βου­λί­α της Lego, τη συλλογή Friends, που απευθύνεται στα κορίτσια. Πε­ρι­λαμ­βά­νει νέου τύπου του­βλά­κια με παστέλ χρώματα, που θα επιτρέπουν στο κο­ρι­τσά­κι που θα τα αποκτήσει να κα­τα­σκευ­ά­σει, μεταξύ άλλων, το δικό του κομ­μω­τή­ρι­ο ή ρεστοράν. Επίσης, τα lego-αν­θρω­πά­κια θα είναι λίγο πιο ψηλά και καμπυλωτά α­πό τους συνηθισμένους κατοίκους της Le­go­land.

Τι είναι σωστό, λοιπόν; Πρέπει η διάκριση των φύλων να εξοριστεί συστηματικά από τον κό­σμο των παιχνιδιών; Ή μήπως η κίνηση της Lego είναι απλώς ρεαλιστική και ε­πι­δι­ώ­κει να συ­να­ντή­σει τα κο­ρίτσια στα μισά του δρόμου, ξυπνώντας το εν­δι­α­φέ­ρον τους για τις κα­τα­σκευ­ές;

Ενώ στην πρώιμη νηπιακή ηλικία τα παιδιά παίζουν με παρόμοιο τρόπο με τα του­βλά­κια τους, όταν φτάνουν στα τέσσερα και τα πέντε τα κορίτσια αρχίζουν να δεί­χνουν σαφή προ­τί­μη­ση στα παιχνί­δια που είναι όμορφα, αρμονικά και τους ε­πι­τρέ­πουν να πουν μια ιστορία. Μπο­ρεί να τους αρέσει να «χτίζουν», αλλά προτιμούν να υ­πο­δύ­ο­νται ρόλους. Για να είμαστε δί­και­οι με τα φύλα, λένε οι βιομήχανοι παι­χνι­διών, πρέ­πει να ανταποκρινόμαστε στις δι­α­φο­ρε­τι­κές επιθυμίες τους.

Όπως θα σας πει κάθε αναπτυξιακός ψυχολόγος, οι παρατηρήσεις αυτές είναι, εν μέ­ρει, σω­στές. Η επιλογή παιχνιδιών από τα μικρά παιδιά είναι ένας μεγάλος κόμ­βος στην έκφραση της διαφοράς των φύλων. Τα αγόρια και τα κορίτσια όχι μόνο τεί­νουν να παίζουν διαφορετικά –με τα κορίτσια να κάνουν μικρές παρέες, να μι­λούν πε­ρισ­σό­τε­ρο και να παίζουν πιο συ­νερ­γα­τι­κά– αλλά, όταν έχουν τη δυ­να­τό­τη­τα, προ­τι­μούν να συναναστρέφονται ομόφυλα παι­διά.

Η επιρροή του περιβάλλοντος

Βαθμός για τη Lego, λοιπόν; Ας μη βιαζόμαστε. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπο­ρεί να εί­ναι οι αυτοδιορισμένοι αρχηγοί του διαχωρισμού των φύλων, ωστόσο, σύμ­φω­να με τη Λιζ Έ­λιοτ, νευρο­βιολόγο και συγγραφέα του βιβλίου «Ροζ μυαλό, μπλε μυα­λό», αυτή είναι επίσης η ηλικία που ο εγκέφαλος είναι πιο εύπλαστος και πιο α­νοι­χτός σε επιρροές όσον αφορά τις ι­κα­νό­τη­τες και τους ρόλους.

Κάθε εμπειρία, κάθε αλληλεπίδραση, κάθε δραστηριότητα ενισχύει κάποια νευρικά κυ­κλώ­μα­τα εις βάρος άλλων και όσο πιο μικρό είναι το παιδί τόσο μεγαλύτερη η ε­πί­δρα­ση. Έχει δι­α­πι­στω­θεί, π.χ., ότι τα αγόρια από οικογένειες με πιο ισότιμες σχέ­σεις είναι στοργικότερα α­πέ­να­ντι στα μωρά.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να αντιπαραθέσουμε τη φύση και την ανατροφή, αλλά να δούμε πώς η ανατροφή γίνεται φύση: το περιβάλλον στο οποίο παίζουν και με­γα­λώ­νουν τα παιδιά μπο­ρεί να εν­θαρρύνει ένα φάσμα ικανοτήτων και να αποκλείσει κά­ποιο άλλο. Έτσι, το να εν­δί­δου­με ανέμελα στις προτιμήσεις των παιδιών που στε­ρε­ό­τυ­πα θεωρούνται δεδομένες (ή, α­κό­μη χειρότερα, να τις εκ­με­ταλ­λευ­ό­μα­στε) μπο­ρεί να έχει πιο αρνητικές επιπτώσεις απ’ όσο φα­ντά­ζο­νται οι γονείς. Αντί­θετα, θα ήταν πιο εποικοδομητικό να προωθήσουμε, χωρίς κα­τα­να­γκα­σμό, τις φι­λί­ες με­τα­ξύ παι­διών διαφορετικού φύλου και ένα ευρύτερο φάσμα ε­πι­λο­γών στο παι­χνί­δι. Υ­πάρ­χουν, άλλωστε, εν­δείξεις ότι τα παιδιά που έχουν φιλίες με το α­ντί­θε­το φύ­λο σε μικρή ηλικία έχουν πιο υγιείς αισθη­ματικές σχέσεις ως έφηβοι.

Παραδοσιακά, τα παιχνίδια προορίζονταν να μεταφέρουν τις γονικές αξίες και προσ­δο­κί­ες, να εκ­παιδεύσουν τα παιδιά στους μελλοντικούς ρόλους τους. Τα ση­με­ρι­νά κο­ρί­τσια και α­γό­ρια θα γίνουν στο μέλλον συνάδελφοι, διευθυντές και δι­ευ­θύ­ντρι­ες, υ­φι­στά­με­νοι οι μεν των δε, σύντροφοι στη ζωή και συν-γονείς. Πώς μπο­ρούν να α­να­πτύ­ξουν ικανότητες για μια τέ­τοια συνεργασία παίζοντας με παι­χνί­δια που όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο δίνουν έμφαση ή ε­νι­σχύ­ουν τον διαχωρισμό ανάμεσα στο «αρ­σε­νι­κό» και το «θηλυκό»;

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29.01.2012)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: παιχνίδι

29 Ιανουαρίου 2012

Επίβλεψη και προστασία των παιδιών στο Facebook

(μηχανικός υπολογιστών, www.mammasworkathome.gr)

Οι γονείς παιδιών σχολικής ηλικίας αντιμετωπίζουν πολύ συχνά το αίτημά τους για τη δη­μι­ουρ­γί­α προσωπικής σελίδας σε κάποιο από τα δημοφιλή μέσα κοινωνικής δι­κτύ­ω­σης. Παίρ­νο­ντας ως παρά­δειγμα το Facebook, αν και δεν προβλέπεται από τον κα­νο­νι­σμό του, πολ­λοί μα­θη­τές δημοτικού σχολείου έχουν προσωπική σελίδα και αλ­λη­λε­πι­δρούν με φίλους, συγ­γε­νείς και συμμαθητές. Οι γο­νείς καλούνται να δι­α­χει­ρι­στούν την κατάσταση, να θέσουν όρια και να δώσουν συμβουλές για τη σω­στή δι­α­χεί­ρι­ση του διαδικτύου.

Ο δεκάλογος που ακολουθεί αφορά κυρίως το Facebook, όμως δεν πρέπει να ξε­χνά­με ότι η με­γα­λύ­τε­ρη προστασία για τα παιδιά είναι να διατηρούμε συνεχώς μια α­νοι­κτή γέφυρα ε­πι­κοι­νω­νί­ας μαζί τους και να είμαστε διακριτικά δίπλα τους, εκ­παι­δεύ­ο­ντάς τα στην ασφαλή χρή­ση του διαδικτύου.

Δέκα συμβουλές

1. Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν τον κωδικό του παιδιού και να έχουν πρόσβαση στη σελίδα του.

2. Οι γονείς πρέπει να μπορούν να επιλέγουν τις ρυθμίσεις του παιδιού, ώστε να κά­νουν α­σφα­λέ­στε­ρο το προφίλ του (ρυθμίσεις απορρήτου, ορατότητας κτλ.).

3. Τα μηνύματα e-mail σχετικά με αναρτήσεις, αιτήματα φιλίας κ.ά. πρέπει να έρ­χο­νται στον οι­κο­γε­νει­α­κό λογαριασμό e-mail.

4. Οι γονείς πρέπει να διατηρούν λογαριασμό στο Facebook και τα παιδιά να τους προ­σθέ­τουν ως «φίλους» και να τους διατηρούν.

5. Τα παιδιά δεν πρέπει να προσθέτουν άγνωστα άτομα στους φίλους τους ούτε να χρη­σι­μο­ποι­ούν την εφαρμογή άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων (chat) του Facebook για να μιλήσουν με αγνώστους.

6. Οι γονείς πρέπει να επιτρέπουν στα παιδιά να περνούν συγκεκριμένο χρονικό δι­ά­στη­μα στο Facebook και να μην το υπερβαίνουν.

7. Ο υπολογιστής πρέπει να βρίσκεται σε χώρο του σπιτιού που χρησιμοποιείται α­πό όλους, ό­πως στο σαλόνι ή το καθιστικό, και να είναι σε κοινή θέα.

8. Τα παιδιά δεν πρέπει να κοινοποιούν στο Facebook προσωπικά στοιχεία (δι­εύ­θυν­ση, α­ριθ­μό τη­λεφώνου, φωτογραφίες κτλ.) σε άτομα που δεν τα γνωρίζουν κα­λά.

9. Τα παιδιά πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τους γονείς τους σε περίπτωση που αι­σθαν­θούν ά­βο­λα από κάτι που είδαν ή από κάποια συζήτηση που είχαν με κάποιον στο Facebook. Οι γο­νείς πρέπει να ενεργούν αμέσως για να αποκλείουν ή να α­να­φέ­ρουν το εν λόγω υλικό.

10. Αν το παιδί δεν εφαρμόζει κάποιον από τους κανόνες που έχουν ορίσει οι γο­νείς, ο λο­γα­ρια­σμός του πρέπει να διαγράφεται.

ΠΗΓΗ: www.mammasworkathome.gr (24.10.2011)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαδίκτυο

1 Ιανουαρίου 2012

Ο δεκάλογος ενός πατέρα

Υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό στη ζωή του γονιού από την ευτυχία του παιδιού του; Υ­πάρ­χει πιο αισιόδοξη εικόνα από αυτήν ενός μικρού παιδιού όταν ξεσπά σε γέ­λια; Α­φι­ε­ρω­μέ­νο από έ­ναν χαζομπαμπά στα υπέροχα παιδιά του:


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΝΤΕΟ

1. Δεν μπορούμε, ίσως, να σας δώσουμε λύσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής σας ούτε έ­χου­με όλες τις απαντήσεις για τις αμφιβολίες και τους φόβους σας. Ό­μως μπορούμε, και θέ­λου­με, να τα ακούσουμε και να τα μοιραστούμε μαζί σας.

2. Δεν μπορούμε, ίσως, να αλλάξουμε το παρελθόν ή το μέλλον σας. Όμως, όταν μας χρει­ά­ζε­στε, θα είμαστε εκεί, μαζί σας, προσφέροντας τα χέρια μας να στη­ρι­χτεί­τε.

3. Οι χαρές, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σας στο ταξίδι της ζωής δε θα είναι δικές μας. Όμως ει­λι­­κρι­νά θα μοιραζόμαστε με την ίδια χαρά την ευτυχία σας.

4. Θα προσπαθήσουμε να μην κρίνουμε τις αποφάσεις που θα παίρνετε στη ζωή σας. Σί­γου­ρα όμως θα είμαστε εκεί να σας στηρίξουμε, να σας δώσουμε κουράγιο και να σας βοη­θή­σου­με, εάν μας το ζητήσετε.

5. Δεν μπορούμε να περιορίσουμε μέσα σε όρια αυτά που πρέπει να πραγ­μα­το­ποι­ή­σε­τε. Ό­μως θα σας προσφέρουμε τον ελεύθερο χώρο που χρειάζεστε για να ε­πι­τύ­χε­τε.

6. Δε θα μπορέσουμε, ίσως, να αποτρέψουμε κάποιες θλίψεις που θα σας ραγίσουν την καρ­διά. Ό­μως μπορούμε να κλάψουμε μαζί σας, να μαζέψουμε τα κομμάτια και να τη φτιά­ξου­με ξα­νά, πιο δυνατή.

7. Δεν έχουμε, ίσως, το δικαίωμα να σας πούμε τι και ποιοι πρέπει να γίνετε. Μόνο μπο­ρού­με να σας αγαπάμε όπως είστε και να σας διαβεβαιώσουμε πως θα είμαστε πά­ντο­τε δίπλα σας.

8. Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν πόσο άλλαξε η ζωή μας με τον ερχομό σας, πόσο πιο γεμάτη και ευ­τυχισμένη έγινε η ζωή μας.

9. Να θυμάστε πως όλοι είμαστε εδώ περαστικοί· να εκτιμάτε όμως τη ζωή. Να ζεί­τε κά­νο­ντας χώ­ρο και στους άλλους, ώστε να κοιμάστε πάντα ευτυχισμένοι.

10. Να εκπέμπετε αγάπη, για να λαμβάνετε αγάπη. Να αρπάζετε τις ευκαιρίες. Να προ­σπα­θή­σε­τε να αφήσετε έναν κόσμο καλύτερο από αυτόν που βρήκατε, δι­ορ­θώ­νο­ντας τα δικά μας λά­θη. Και να ακούτε πάντα την καρδιά σας.

ΠΗΓΗ: ΧΛΕΤΣΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ (το κείμενο βασίζεται κυρίως σε ποίημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: διαπαιδαγώγηση