24 Οκτωβρίου 2010

Είναι τα παιδιά ανώριμα;

(συμβουλευτική ψυχολόγος)

«Μωρό παιδί είναι, δε νιώθει»
«Μα τα παιδιά ξεσυνερίζεσαι τώρα;»
«Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις»
«Είσαι μικρός ακόμη για τέτοια πράγματα»


Τέτοιες φράσεις, με τις οποίες συχνά απευθυνόμαστε ή αναφερόμαστε στα παιδιά, α­ντα­να­κλούν την πεποίθηση ότι τα παιδιά χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση, επειδή λόγω η­λι­κί­ας εί­ναι ανώριμα, καταλαβαίνουν λιγότερα, έχουν περιορισμένες ικανότητες και μειωμένη α­ντί­λη­ψη.

Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που τα παιδιά μάς ξαφνιάζουν με τις αντιδράσεις τους και μπορεί να μας κάνουν να σκεφτούμε ότι ίσως είναι πιο ώριμα –ή «αλλιώτικα» ώριμα– από όσο εμείς (θέ­λου­με να) πιστεύουμε.

Τα παιδιά, πράγματι, λόγω του ότι η σωματική και νοητική τους ανάπτυξη δεν έχει ο­λο­κλη­ρω­θεί, έ­χουν σε πολλά πράγματα μειωμένες ικανότητες σε σχέση με τους ενηλίκους και ε­ξαρ­τώ­νται απ’ αυ­τούς. Δε θα μπορούσαν δηλαδή να αντεπεξέλθουν μόνα τους στις ίδιες τους τις α­νά­γκες.

Από την άλλη μεριά, την παιδική ηλικία χαρακτηρίζει ένας τρόπος σκέψης διαφορετικός από αυ­τόν των ενηλίκων. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πράγ­μα­τα –και πολύ περισσότερο ο τρόπος που αντιδρούν σε αυτά– δε συμβιβάζεται με αυ­τό που ο­νο­μά­ζου­με λογική, κοινό νου, «πραγματικότητα».

Γιατί τα θεωρούμε ανώριμα

● H κατανόηση και η εξήγηση που δίνουν τα παιδιά σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους και μέ­σα τους στηρίζεται κατ’ αρχάς ακόμη στη μαγική σκέψη, που απομεινάρια της μπορούμε ί­σως να διακρίνου­με στη φαντασία, τα όνειρα ή τις «ευχές» των ενηλίκων (το θέλω αυτό τόσο πο­λύ, που αν «βγει» το τάδε νούμερο θα γίνει). Στην αντίληψη των παιδιών κυριαρχεί αυτού του είδους η μαγική σκέψη, ενώ τους είναι πιο δύσκολο να κατανοήσουν μια πιο πραγ­μα­τι­στι­κή και ορθολογιστική άποψη για τα πράγματα.

● Επιπλέον, τα παιδιά –και αυτό όσο πιο μικρά είναι τόσο περισσότερο ισχύει– κα­τα­λα­βαί­νουν τον κόσμο με επίκεντρο τον εαυτό τους. Αυτό είναι καταφανές στις εξηγήσεις που δί­νουν τα πολύ μικρά παιδιά π.χ. σε φυσικά φαινόμενα: «Το φεγγάρι είναι εκεί για να με φω­τί­ζει να βλέπω τη νύχτα». Αυτή η εγωκεντρική αντίληψη του κόσμου περιορίζεται όσο με­γα­λώ­νει έ­να παιδί, δεν παύει όμως να υπάρχει και μέχρι το τέλος της εφηβείας πολλές φορές. Στην «αιχ­μη­ρή» μάλιστα εποχή της εφηβεί­ας, τείνει να επανέρχεται και να επισκιάζει καμιά φο­ρά την περισσότερο «κοινωνική» αντίληψη που έχουν αποκτήσει τα παιδιά ώς τότε.

● Ένα άλλο χαρακτηριστικό της παιδικής συμπεριφοράς που συμβάλλει στο να τα βλέπουμε και να τα αντιμετωπίζουμε ως ανώριμα είναι ο παρορμητισμός. Τα παιδιά είναι πιο ε­κτε­θει­μέ­να, πιο ευά­λωτα στα συναισθήματά τους και στις παρορμήσεις τους από τους ε­νη­λί­κους, κά­τι που επίσης ελατ­τώνεται και εξισορροπείται καθώς μεγαλώνουν. Αυτό σημαίνει ότι, όταν έ­να παι­δί βρίσκεται υπό την επίδραση ενός δυνατού συναισθήματος (είτε θετικό είναι αυτό εί­τε αρ­νη­τι­κό), κατά κάποιον τρόπο κατακλύζεται από αυτό το συναίσθημα –τον πόνο, τη χα­ρά, τον φόβο, τον θυμό, τον ενθου­σιασμό, τη ζήλια, τη θλίψη– και συνήθως δεν είναι σε θέση να ε­λέγ­ξει και να μετριάσει τη συμπερι­φορά του.

Οι αντιδράσεις του υπαγορεύονται από το είδος και την ένταση του συναισθήματος όπως το βι­ώ­νει τη συγκεκριμένη στιγμή, σε αυτό που ονομάζουμε «εδώ και τώρα». Προσπάθειες ε­κλο­γί­κευ­σης και κατευνασμού την ώρα εκείνη σπάνια καρποφορούν, αν το συναίσθημα δε βρει ανταπόκριση ή δεν εκτονωθεί με κάποιον τρόπο. Στα πολύ μικρά παιδιά ίσως συγ­χω­ρού­με τέτοιου είδους φέρσιμο, αν και μας θυμώνει, γιατί το θεωρούμε ιδιοτροπία. Με λίγο με­γα­λύ­τε­ρα παιδιά όμως είμαστε πιο αυ­στηροί, επειδή πιστεύουμε ότι πρόκειται για μία α­κό­μη α­πό­δει­ξη ανωριμότητας. Αυτή η συναισθη­ματική αστάθεια και ορμητικότητα μας κάνουν να τα θε­ω­ρού­με ανώριμα, και κατά συνέπεια ανεύ­θυνα, αναξιόπιστα, ακόμη και ανίκανα, α­νόη­τα, χα­ζά.

Μήπως τα αδικούμε;

Είναι όμως πράγματι έτσι τα παιδιά; Είναι η μαγική τους σκέψη, η λιγότερο τιθασευμένη φα­ντα­σί­α, ο κάποτε μη «ρεαλιστικός» τρόπος τους να βλέπουν τον κόσμο και ο πα­ρορ­μη­τι­σμός τους τεκμήρια ανωριμότητας ή μήπως τα αδικούμε, κρίνοντας την ωριμότητά τους σαν να ή­ταν ενήλικοι;

Κάνουμε λάθος αν θεωρούμε τα παιδιά ανώριμα, επειδή δε σκέφτονται, δεν αισθάνονται και δε συ­μπεριφέρονται όπως εμείς.

Αν σκεφτούμε ότι τα παιδιά βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία ανάπτυξης σε κάθε ε­πι­μέ­ρους το­μέα της ύπαρξής τους (βιολογικό-σωματικό, γνωστικό-νοητικό, συναισθηματικό, κοι­νω­νι­κό), σε μια διαδικασία απόκτησης νέων ικανοτήτων και δεξιοτήτων και ταυτόχρονα κα­τα­φέ­ρου­με να διακρίνου­με πόσο πολλά κατακτούν από μέρα σε μέρα, μπορούμε ίσως να δού­με και πόση ωριμότητα διαθέ­τουν.

Το θέμα της ωριμότητας των παιδιών είναι σύνθετο, επειδή λειτουργεί σαν αυτό που ο­νο­μά­ζου­με αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όσο τα αντιμετωπίζουμε σαν να είναι ανώριμα, πράγ­μα­τι τα «βοηθάμε» να φέρονται ανώριμα, επιβεβαιώνοντας έτσι την αντίληψη που έ­χου­με γι’ αυτά. Αντίθε­τα, αν πειστούμε για την ωριμότητά τους, τα βοηθάμε να συμπεριφέρονται ώ­ρι­μα και τα ωθούμε να ωριμάζουν συνέχεια μεγαλώνοντας.

Ίσως αυτό που μας κάνει να αμφισβητούμε την ωριμότητα και την υπευθυνότητα των παι­διών εί­ναι ότι μπορούν να αντεπεξέρχονται στις ευθύνες απέναντι στον εαυτό τους και τους άλ­λους, παραμένοντας ταυτόχρονα ανέμελα, ξένοιαστα και ανάλαφρα. Αυτή την ικανότητα την έ­χουν χάσει σε μεγάλο βαθμό οι ενήλικοι και έτσι τείνουν να συγχέουν την α­νε­με­λιά των παι­διών με ανωριμότητα και έλλειψη αισθήματος ευθύνης.

Υπευθυνότητα

Άμεσα συνδεδεμένο με την ωριμότητα είναι το ζήτημα της ευθύνης. Ωριμότητα και υ­πευ­θυ­νό­τη­τα πάνε μαζί. Δύσκολα θα ονομάσουμε ώριμο κάποιον που επιδεικνύει ανευθυνότητα α­πέ­να­ντι στον ε­αυτό του και τους άλλους. H υπευθυνότητα όμως αποκτάται σταδιακά, όταν κά­ποιος έχει την ευ­καιρία να αναλαμβάνει ευθύνες.

Αυτό ξεκινάει στα παιδιά καταρχήν από τις πιο απλές ευθύνες απέναντι στον εαυτό τους. Τα παι­διά είναι σε θέση να προστατέψουν τον εαυτό τους, κάτω από κανονικές συνθήκες, σε ο­τι­δή­πο­τε ενα­πόκειται στις δικές τους σωματικές ικανότητες. Μπορούν δηλαδή να ελέγξουν τις κι­νή­σεις τους όταν σκαρφαλώνουν κάπου μόνα τους, την ταχύτητα ό­ταν τρέχουν, το ύψος ό­ταν πηδούν. Μπορούν επί­σης από αρκετά μικρή ηλικία να μάθουν πώς να συμπεριφέρονται, ώ­στε να αποφεύγουν τους εξω­τερικούς κινδύνους, πώς να περπατούν δηλαδή στον δρόμο χω­ρίς να κινδυνεύουν από τα αυ­το­κί­νη­τα, πώς να κινούνται όταν βρίσκονται σε πλήθος για να μη χαθούν.

Χαρακτηριστικό για την παιδική σοφία –όχι απλώς ωριμότητα– είναι ο τρόπος με τον οποίο μπο­ρούν να αντιμετωπίσουν υπαρξιακά ερωτήματα όπως, π.χ., το θέμα του θανάτου. Αν τα α­ντι­με­τω­πί­σου­με με την ανάλογη σοβαρότητα και δεν προσπαθούμε να τα κοροϊδέψουμε λέ­γο­ντάς τους ότι ο θά­νατος ισχύει για τους άλλους και όχι για μας, θα δούμε ότι οι α­ντι­δρά­σεις τους περιλαμβάνουν και συναισθηματικότητα και αυτοσυγκράτηση και συμπόνια αλλά και μια πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, την οποία εμείς προ­σπαθούμε να ξαναβρούμε όταν αντιμετωπίζουμε τέ­τοια ε­ρω­τή­μα­τα.

Ταυτόχρονα, τα παιδιά έχουν αίσθημα ευθύνης απέναντι στους άλλους και συχνά μας κα­τα­πλήσ­σουν με τη συμπεριφορά τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι παιδιά που έχουν με­γα­λώ­σει σε ένα «φυσιολογικό» οικογενειακό περιβάλλον, που έχει σταθεί με αγάπη και φρο­ντί­δα στις βασικότερες ανάγκες τους, έχουν μια έμφυτη ηθική και κοινωνικότητα. Νοιάζονται δη­λα­δή τους άλλους, ειδικά τα πιο μικρά ή πιο αδύναμα παιδιά, καταλαβαίνουν τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κατάσταση στην οποία βρί­σκεται ένας άλλος και είναι σε θέση να παρηγορήσουν, να συ­μπα­ρα­στα­θούν, να συμπονέσουν. Α­κόμη και το πιο ζωηρό παιδί μπορεί, αν καταλάβει ότι κά­ποιος το χρειάζεται, να συμπεριφερθεί με «σύνεση», αλληλεγγύη, ευαισθησία, με μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή ωριμότητα δηλαδή που συχνά λείπει ακόμη κι από τους ενηλίκους.

Το ζήτημα της ωριμότητας των παιδιών μπλέκεται ακόμη πιο πολύ όταν μιλάμε για την ε­κτέ­λε­ση «καθηκόντων» που αποσκοπούν σε κάποιους μελλοντικούς στόχους. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό παράδειγ­μα είναι τα σχολικά καθήκοντα. Θεωρούμε ανώριμη τη συμπεριφορά των παι­διών που δεν καταλα­βαίνουν πόσο σημαντικό είναι για το μέλλον τους να είναι από μικρά «κα­λά» στο σχολείο και ξεχνά­με το γεγονός ότι τα παιδιά δεν μπορούν να σκεφτούν στον μέλ­λο­ντα. Αν αυτό που κάνουν δεν αντα­ποκρίνεται σε άμεσες ή μεσοπρόθεσμες ανάγκες, αν δη­λα­δή δεν υπάρχει ίχνος ευχαρίστησης ή εν­διαφέροντος σε αυτό που κάνουν, δυ­σκο­λεύ­ο­νται πο­λύ να αφοσιωθούν σε αυτό, όπως άλλωστε και οι ενήλικοι. Από την άλλη μεριά, μπο­ρού­με να δούμε πόση υπευθυνότητα και ώριμη συμπεριφορά μπορούν να επιδείξουν σε ο­ποια­δή­πο­τε σχολική δραστηριότητα καταφέρνει να τραβήξει το ενδιαφέ­ρον τους.

Είναι γεγονός ότι πολλά παιδιά συμπεριφέρονται με τρόπο που κάθε άλλο παρά ε­πι­βε­βαι­ώ­νει τα παραπάνω. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πρόκειται για παιδιά που δεν α­ντι­με­τω­πί­στη­καν ως ώριμα και υπεύθυνα άτομα, με –ακόμη– περιορισμένες δυνατότητες.

Προστασία και ενθάρρυνση

Είναι αυτονόητο ότι η ωριμότητα αναπτύσσεται όσο μεγαλώνει κανείς και αποκτά εμπειρίες. Τα παιδιά, για να ωριμάσουν, πρέπει από την πρώτη στιγμή να έχουν δίπλα τους ενηλίκους που θα τα βοηθούν να αποκτήσουν αυτές τις εμπειρίες, διατηρώντας την ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και στην ενθάρρυνση. Αυτό χρειάζονται από εμάς και όχι να τα «κλείνουμε στο κουτί», περιμένο­ντας κάποια στιγμή να είναι ώριμα από μόνα τους.

ΠΗΓΗ: www.vita.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου