22 Σεπτεμβρίου 2010

Γονείς που είναι «αρκετά καλοί»

(κλινική ψυχολόγος)

Η πιο σημαντική σχέση στη ζωή του παιδιού είναι με τους γονείς του. Αυτή η σχέση δο­μεί­ται α­πό την παιδική ηλικία και χαρακτηρίζεται από πληθώρα θετικών και αρ­νη­τι­κών συ­ναι­σθη­μά­των: θυμό, αγανάκτηση, φόβο αλλά και αποδοχή, καρ­τε­ρι­κό­τη­τα, εμπιστοσύνη.

Οι γονείς, όταν βιώνουν αρνητικά συναισθήματα για το παιδί τους, νιώθουν ενοχές και κα­τη­γο­ρούν τον εαυτό τους ότι «δεν είναι καλοί». Για τους περισσότερους το ι­δα­νι­κό θα ήταν να μη θυμώνουν, να μη μιλούν άσχημα, να μη χάνουν την ψυχραιμία τους και να έχουν πάντοτε υ­πο­μο­νή. Όμως αυτό το πρότυπο είναι αρκετά ουτοπικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Άλλωστε, αν υ­πήρχαν ιδανικοί γο­νείς, η ζωή του παιδιού θα δυσκόλευε ι­δι­αί­τε­ρα, δι­ό­τι δε θα μπορούσε να δη­μι­ουρ­γή­σει σχέσεις αντάξιες της σχέσης με τους γονείς του, με α­πο­τέ­λε­σμα να α­πο­γοη­τεύ­ε­ται και να αισθάνεται κατώτερο σε σχέση με εκείνους.

Δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς, υπάρχουν όμως οι «αρκετά καλοί γονείς».

Τα χαρακτηριστικά τους

● Είναι κοντά στο παιδί, το αφουγκράζονται, θυμώνουν ενδεχομένως μαζί του, ό­μως έπειτα έ­χουν το ψυχικό σθένος να αναγνωρίσουν τα λάθη, τις αδυναμίες και τους άσχημους χει­ρι­σμούς τους.

● Έχουν καλή επικοινωνία με το παιδί, όχι μόνο λεκτική αλλά και εξωλεκτική. Είναι ι­δι­αί­τε­ρα εκ­φρα­στι­κοί, του χαμογελούν, το χαϊδεύουν, το αγκαλιάζουν, του μιλούν γλυ­κά και τρυφερά και μοι­ράζονται δημιουργικό χρόνο μαζί του.

● Επαινούν και ενθαρρύνουν το παιδί σε κάθε προσπάθειά του, αποφεύγοντας την ει­ρω­νεί­α, τους χλευασμούς, τις ύβρεις και τη σωματική τιμωρία. Μπορούν να κα­τα­νο­ούν τις ανάγκες, τις ιδιαιτερό­τητες και τις κλίσεις του, χωρίς να τις υ­πο­τι­μούν ή να τις υπερτιμούν.

● Έχουν γεμάτη προσωπική ζωή και δεν περιμένουν από το παιδί να καλύψει ο­ποιο­δή­πο­τε τυ­χόν κε­νό τους. Δε θυσιάζουν την προσωπική ή την επαγγελματική τους ζω­ή στον βωμό της δή­θεν αγάπης για το παιδί, ούτε αναμένουν ότι με­γα­λώ­νο­ντας θα τους ανταποδώσει τη φρο­ντί­δα που του πρό­σφεραν εκείνοι.

● Δεν προβάλλουν στο παιδί τα δικά τους απραγματοποίητα όνειρα. Κάποτε οι γο­νείς, συ­νει­δη­τά ή ασυνείδητα, μεταβιβάζουν ως κληρονομιά τις δικές τους ε­πι­θυ­μί­ες, που συχνά γί­νο­νται εντολή «να περπατήσουν τα δικά τους μονοπάτια», ελ­πί­ζο­ντας να διαψεύσουν τις δικές τους αποτυχίες. Κανέ­νας, ωστόσο, δεν μπορεί να ζή­σει τη ζωή του άλλου: κάθε παιδί έχει τη δι­κή του προσωπικότητα και πρέπει να χα­ρά­ξει τον δικό του δρόμο –με τις αποτυχίες του και τις επιτυχίες του.

● Σέβονται την ατομικότητα του παιδιού και οι απαιτήσεις που έχουν είναι α­νά­λο­γες με τον βαθ­μό της ωριμότητας, των συναισθηματικών και των γνωστικών του ι­κα­νο­τή­των. Ε­μπι­στεύ­ο­νται το παιδί και τις επιλογές του, ώστε κι εκείνο με τη σει­ρά του να αποκτήσει εμπιστοσύνη και σεβασμό στον εαυτό του.

● Βοηθούν το παιδί να αναπτύξει αίσθηση υπευθυνότητας για τις πράξεις του. Το δι­δά­σκουν να α­ντιμετωπίζει τα προβλήματα της ζωής ως προκλήσεις και όχι ως κα­τα­στρο­φές. Το μα­θαί­νουν να α­ντιμετωπίζει μόνο του τις δυσκολίες που θα συ­να­ντή­σει και να προσπαθεί να βρει κά­ποια λύση χω­ρίς τη δική τους στήριξη (ε­κτός κι αν το ίδιο το παιδί κρίνει ότι η βοήθειά τους εί­ναι απαραίτητη). Έτσι το βοηθούν να α­νε­ξαρ­τη­το­ποι­η­θεί.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (07.08.2010)


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: γονείς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου