18 Αυγ 2017

Σχολικό μπούλινγκ και κοινωνία

Της Μαριαλένας Σπυροπούλου
Ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια

Ένας μαθητής 12 χρόνων πήγε φέτος (σχολικό έτος 2016/17) σε καινούργιο σχολείο επειδή υπέστη μπούλινγκ. Ο μαθητής, έξυπνος και ικανός, έχει μια δυσκολία στη βάδιση. Αυτό τον κάνει διαφορετικό. Στο νέο του σχολείο δεν υφίσταται μπούλινγκ, δημιουργεί όμως φασαρίες, με τον συνεχή φόβο ότι θα τον κοροϊδέψουν.

Ένας άλλος μαθητής, με σύνδρομο Άσπεργκερ, είναι από τους πιο χαρισματικούς της τάξης. Έχει φυσικά τις δυσκολίες του, αλλά το παλεύει γενναία και διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου μαθητή. Κάποιοι συμμαθητές του τον ενοχλούν, τον πειράζουν, του δημιουργούν προβλήματα. Εκείνος ανταπαντά, γίνεται επιθετικός.

Μια τρίτη μαθήτρια ζει δύσκολα με τη μητέρα της. Σε κακή οικονομική κατάσταση, εγκαταλελειμμένη από πατέρα, δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση. Τα κορίτσια δεν την κάνουν παρέα, γιατί η φαντασία της είναι αχαλίνωτη και γιατί δεν της αρέσει να χάνει. Είναι όμως ένα υπέροχα συγκινητικό πλάσμα, με φοβερές ικανότητες και με μια μητέρα που δίνει μάχες κυριολεκτικής επιβίωσης.

Και για τα τρία αυτά παιδιά έχουν έρθει συστάσεις γονέων να φύγουν από το σχολείο όπου φοιτούν. Και για τις τρεις —⁠αλλά και για άλλες εκατόν τρεις⁠— περιπτώσεις υπάρχουν γονείς που ζητούν από κάποιον δάσκαλο ή κάποιον διευθυντή να απομακρυνθούν τέτοια παιδιά από τα παιδιά τους, γιατί δημιουργούν προβλήματα στα «αγγελούδια» τους. Γιατί είναι επιθετικά, είναι δύσκολα, είναι «περίεργα». Είναι διαφορετικά. Λες και η λέξη «διαφορετικός» είναι αρρώστια ή λες και δεν είμαστε όλοι με έναν τρόπο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο — αλλά και τόσο όμοιοι.

Αναρωτιέμαι πλέον πολύ συχνά τι σημαίνει μπούλινγκ στα σχολεία. Τι είναι αυτό που ενδιαφέρει τόσο πολύ τους γονείς, με τέτοια μανία, ώστε να είναι το πρώτο πράγμα που μου ζητούν να μιλήσουμε (φαντάζομαι αυτό ισχύει για όλους τους ψυχολόγους του εκπαιδευτικού συστήματος). Τι είναι το μπούλινγκ; Ποιοι κάνουν μπούλινγκ; Ποιοι το υφίστανται; Γιατί το μπούλινγκ αφορά μόνο τα σχολεία και όχι όλη την κοινωνία και, κυρίως, τις οικογενειακές σχέσεις, τις επαγγελματικές σχέσεις, τις σχέσεις μας γενικά με τους άλλους ανθρώπους;

Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απαίτηση ή η φαντασίωση μερικών να συναγελάζονται μόνο με ομοίους τους ή «κανονικούς»; Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απώλεια του ελέους, αυτού του μαλακτικού για την ψυχή και για την κοινωνία;

Οι έρευνες αποδεικνύουν συνεχώς την επικράτηση του αριστερού ημισφαιρίου στον δυτικό κόσμο. Το δεξί ημισφαίριο, της συναισθηματικότητας, της φροντίδας, του ανοίγματος των ορίων του εαυτού, καθώς και της αποδοχής, δείχνει να δίνει τη θέση του στις ταχύτατες, εκ του μακρόθεν, συναλλαγές. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται με τα συναισθήματά τους και κυρίως με την ετερότητα, τη διαφορετικότητα. Διαφορετικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο το χρώμα, το ύψος, το βάρος· δεν είναι μόνο η εκ γενετής έλλειψη, δυσκολία ή διαφοροποίηση στον ψυχισμό, στο σώμα ή στην ανάπτυξη. Διαφορετικό είναι και το ταλέντο, η υψηλή νοημοσύνη, οι πολλαπλές ικανότητες, το χάρισμα, η ένταση, το πάθος.

Κάθε φορά που συναντάμε κάποιον διαφορετικό νιώθουμε την ανάγκη να φέρουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της σύγκρισης. Εάν ο άλλος υπολείπεται, τότε αισθανόμαστε γενναιόδωροι και φιλεύσπλαχνοι στην παντοδυναμία μας. Μόλις όμως ο άλλος είναι καλύτερος, γιγαντώνονται σε τούτη τη χώρα ο φθόνος και η καταστροφή. Το ζήτημα είναι να κατορθώσουμε να αντέξουμε τον άλλο χωρίς να είμαστε εμείς το κέντρο. Να αντέξουμε να σκεφτούμε για αυτόν, να τον φροντίσουμε, να ανοίξουμε έναν χώρο ύπαρξης για εκείνον, να μείνουμε εμείς στη θέση μας και εκείνος στη δική του. Να αποδεχτούμε επιτέλους ότι ο άλλος είναι ένας άλλος και εμείς είμαστε εμείς. Να αναζητήσουμε επ’ ευκαιρία και ποιοι είμαστε εμείς.

Τα σχολεία δεν κινδυνεύουν από το μπούλινγκ των παιδιών. Η κοινωνία ολόκληρη κινδυνεύει από το μεγάλο αλλά ρημαγμένο Εγώ του καθενός από εμάς, που περνάει από κρησάρα το καθετί μέσα από το πρίσμα τού «πώς το βλέπω εγώ». Αν αντέξουμε να μην είμαστε οι μόνοι και οι πιο σημαντικοί, τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να αποδεχθούμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε όλα, ότι ο δρόμος προς την αυτοπραγμάτωση είναι δύσβατος, ότι η επιθετικότητα δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα, αρκεί να αντέξουμε να δώσουμε ένα νόημα στο γιατί και στο ποιος. Κυρίως να δούμε με ορθάνοιχτα μάτια ότι οι πιο επιθετικοί είμαστε εμείς, που ενώ φαντασιωνόμαστε ότι φροντίζουμε καλά τον κήπο μας, μπολιάζουμε τα φυτά μας με αγκάθια, κρατώντας και μια καραμπίνα για όποιο σκαθάρι τολμήσει να ακουμπήσει στο δέντρο μας.

Σχολική βία

8 Αυγ 2017

Αγάπα, παιδί μου, το βιβλίο

Συγγραφείς παιδικών βιβλίων μιλούν για το πώς δημιουργούνται μικροί αναγνώστες

Της Μαρίας Αθανασίου
Δημοσιογράφος

Η αγάπη των Ελλήνων για τα βιβλία είναι ένα ποτήρι άλλοτε μισοάδειο, άλλοτε μισογεμάτο. Η μόνη ελπίδα να το απογεμίσουμε με φρέσκο νεράκι είναι να κατορθώσουμε να εμφυσήσουμε στα μικρά παιδιά τη βιβλιοφιλία. Δύσκολο εγχείρημα ομολογουμένως την εποχή των πολλαπλών και καταιγιστικών ερεθισμάτων, που την προσοχή των μικρών παιδιών διεκδικούν καθημερινά η τηλεόραση, ο υπολογιστής και το τάμπλετ, και ο ελεύθερος χρόνος τους μοιράζεται ανάμεσα σε χρονοβόρες μετακινήσεις και αναρίθμητες εξωσχολικές δραστηριότητες και μαθήματα. Μπορούμε και πώς να μάθουμε τα παιδιά να αγαπούν τα βιβλία;



Απευθύναμε την ερώτηση σε μερικούς από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς παιδικών αναγνωσμάτων. «Μπορούμε να τους διαβάζουμε βιβλία, να παίζουμε με βιβλία, να κυνηγάμε εκδηλώσεις βιβλίου, να σκορπάμε βιβλία στον χώρο όπου μεγαλώνουν και να περιμένουμε ώσπου η περιέργειά τους να τα κάνει να ξεφυλλίσουν μερικά από αυτά», ήταν η συμβουλή του Αντώνη Παπαθεοδούλου. Ο Φίλιππος Μανδηλαράς μάς πρότεινε «από μικρή ηλικία να παίρνουμε τα παιδιά μαζί μας στο βιβλιοπωλείο, να τους δείχνουμε αυτόν τον χώρο-τέμενος για τα βιβλία κι εκεί να τους μαθαίνουμε πώς διαλέγουμε ένα βιβλίο, ότι κοιτάμε την ιστορία, το οπισθόφυλλο κλπ. Το παιδί έτσι θα αγαπήσει σταδιακά το βιβλίο, θα επιλέγει μόνο του και κάπως έτσι θα αποκτήσει αναγνωστική συνείδηση».

Όλοι οι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός: «Να αφήνουμε τα παιδιά να διαλέγουν. Να διαβάζουμε συχνά μαζί, δυνατά», προτρέπει η Ελένη Ανδρεάδη, ενώ ο Ευγένιος Τριβιζάς παροτρύνει τους γονείς να επιλέγουν παιδικά βιβλία που και οι ίδιοι απολαμβάνουν και στέκεται, επίσης, στη συνύπαρξη παιδιού και γονιού πάνω από ένα βιβλίο: «Η έννοια της “συναπόλαυσης” είναι καθοριστική. Αν οι γονείς διαβάζουν στο παιδί μια ιστορία που αφήνει τους ίδιους αδιάφορους, εκείνο το διαισθάνεται και αντιδρά ανάλογα. Αν όμως διασκεδάζουν οι ίδιοι με την όλη διαδικασία, τότε είναι πολύ πιο πιθανό να μεταδώσουν στο παιδί την αγάπη για το διάβασμα». Φυσικά, πολύ σημαντικό είναι να αγαπούν οι ίδιοι οι γονείς τα βιβλία και να τους βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν και να αντλούν απόλαυση από αυτά.

Ο ρόλος του σχολείου

Ποιος όμως είναι ο ρόλος του σχολείου σε όλη αυτή την προσπάθεια; Η Καλλιόπη Κύρδη είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας, υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Α΄ Αθήνας: «Το σχολείο μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα για ανάγνωση όπως δραστηριότητες με μορφή παιχνιδιού που εμπλέκουν βιβλία, ώρα ανάγνωσης όπου δάσκαλος και παιδιά επιλέγουν και διαβάζουν βιβλία, αναπάντεχες γωνιές του σχολείου όπου μπορεί να γίνει μια ατμοσφαιρική ανάγνωση, προτάσεις για βιβλία που συνδέονται με τα ενδιαφέροντα κάθε παιδιού, υποστήριξη των επιλογών τους, χρόνος για να μιλήσουν για τα βιβλία που διαβάζουν».

Εμπιστοσύνη στη δουλειά που μπορεί να κάνει το σχολείο στη διαμόρφωση μικρών —⁠και μεγάλων⁠— βιβλιοφάγων δείχνει και η Άλκη Ζέη, που μας εξομολογήθηκε ότι «η πείρα μου από τις επισκέψεις στα σχολεία της Ελλάδας μού έδειξε ότι διαβάζουν εκείνα τα παιδιά που ο δάσκαλός τους έχει πάθος με τα βιβλία και βρίσκει χίλιους δυο τρόπους να τα κάνει να διαβάσουν. Αρχίζει να διαβάζει ένα βιβλίο με υπέροχο τρόπο και ξαφνικά σταματά και λέει “η συνέχεια αύριο” ή τους προτείνει να “παίξουν” το βιβλίο, να υποδυθούν τους ήρωες. Εγώ θυμάμαι, όταν ήμουν μικρό παιδί, έπαιζα με την αδερφή μου τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, για παράδειγμα τον “Τρελαντώνη”. Εγώ έκανα την Πουλουδιά και η αδερφή μου τον Τρελαντώνη».

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, αντίθετα, πιστεύει ότι ο ρόλος του σχολείου είναι «καταστροφικός»: «Μεγάλο μέρος των σχολικών βιβλίων είναι βαρετά, κουραστικά έως και απωθητικά. Ταλανίζουν τόσο τα παιδιά, ώστε μέσα από μια διαδικασία γενίκευσης εξηρτημένων αντανακλαστικών αισθάνονται στην υπόλοιπη ζωή τους απέχθεια για οποιοδήποτε έντυπο, με την εξαίρεση ίσως των καρνέ επιταγών».

Τι λένε οι συγγραφείς για το καλό παιδικό βιβλίο

Το παιδί ψάχνει να βρει τον εαυτό του στο βιβλίο. Αν ο ήρωας είναι πραγματικό παιδί, τον αγαπά και διαβάζει το βιβλίο.

Προσπαθώ, όταν γράφω για ένα παιδί 10 χρονών, εκείνη την ώρα να γίνομαι αυτό το παιδί.
— Άλκη Ζέη

Είναι αυτό που κάνει το παιδί να ταξιδεύει σε έναν νέο κόσμο, είναι σαν να μπαίνει σε ένα καράβι και να ταξιδεύει στη θάλασσα.
— Φίλιππος Μανδηλαράς

Ένα καλό παιδικό βιβλίο πρέπει να αφηγείται κάτι νέο και πρωτότυπο ή κάτι γνωστό και ειπωμένο αλλά με έναν ολότελα νέο τρόπο. Πρέπει να τιμά τα παιδιά και να μην τα θεωρεί εύκολο κοινό. Να σέβεται το εύπλαστο της ηλικίας τους και τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της. Να σέβεται το δικαίωμα των παιδιών για ένα αισιόδοξο τέλος όσο δύσκολο κι αν είναι το θέμα του. Και να «διδάσκει» περισσότερα στον πρωταγωνιστή μέσα από την ιστορία και λιγότερα απευθείας στον αναγνώστη.
— Αντώνης Παπαθεοδούλου

Αν εμείς, ως έμπειροι αναγνώστες, χαρούμε με την ανάγνωση ενός βιβλίου για παιδιά, χαμογελάσουμε, νιώσουμε αγωνία, συμπάσχουμε με τους ήρωες, χαθούμε στην εικονογράφηση, δηλαδή αν το απολαύσουμε, τότε είναι ένα καλό παιδικό βιβλίο.
— Καλλιόπη Κύρδη

Θα δανειστώ από τον παιδικό συγγραφέα Άνταμ Γκίντγουιτς. Αν ένα παιδί διαβάσει όλο το βιβλίο, το κλείσει και το κρατήσει σφικτά στην αγκαλιά του λέγοντας «αγαπώ αυτό το βιβλίο», τότε είναι ένα καλό βιβλίο.
— Ελένη Ανδρεάδη

Να γοητεύει και να διασκεδάζει το παιδί, να διευρύνει τους δημιουργικούς του ορίζοντες και να καλλιεργεί τη φαντασία του.
— Ευγένιος Τριβιζάς

Λογοτεχνία - ΦιλαναγνωσίαΣχολικά μαθήματα

6 Αυγ 2017

Το πορνό καθορίζει την ανδρική συμπεριφορά

Σε όσο μικρότερη ηλικία έρχεται ένα αγόρι σε επαφή με την πορνογραφία, συνήθως πλέον μέσω του διαδικτύου, τόσο περισσότερο θα έχει αργότερα την τάση να κυριαρχεί πάνω στις γυναίκες ως «μάτσο» άνδρας (ή μάλλον έτσι να νομίζει…). Όταν ο νέος εκτίθεται για πρώτη φορά στην πορνογραφία σε μεγαλύτερη ηλικία, τότε έχει μεγαλύτερη τάση να συμπεριφέρεται σαν ερωτύλος πλεϊμπόι και να είναι σεξουαλικά ασυγκράτητος. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας αμερικανικής επιστημονικής έρευνας, η οποία συσχέτισε την ηλικία της πρώτης «συνάντησης» με την πορνογραφία και τις κατοπινές σεξιστικές τάσεις ενός άνδρα. Το βασικό συμπέρασμα: η πορνογραφία έχει πραγματική επίπτωση στο μυαλό, στο συναίσθημα και στις σχέσεις των ανδρών.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Νεμπράσκα, με επικεφαλής την Αλίσα Μπίσμαν, έκαναν τη σχετική ανακοίνωση σε ψυχολογικό συνέδριο στην Ουάσιγκτον. Στην έρευνά τους μελέτησαν 330 άνδρες 17 έως 54 ετών. Η μέση ηλικία της πρώτης επαφής με την πορνογραφία ήταν τα 13, η νεότερη τα 5 (!) και η μεγαλύτερη τα 26. Οι συμμετέχοντες (σχεδόν όλοι ετεροφυλόφιλοι) απάντησαν σε αναλυτικό ερωτηματολόγιο για τις απόψεις τους σε σχέση με το σεξ και τις σχέσεις με το άλλο φύλο. Διαπιστώθηκε ότι:
Όσοι είχαν έρθει σε επαφή με το πορνό από πολύ μικροί συμφωνούσαν με απόψεις του τύπου «τα πράγματα είναι καλύτερα όταν οι άνδρες έχουν το πάνω χέρι σε σχέση με τις γυναίκες».
Όταν η επαφή με το πορνό είχε γίνει με καθυστέρηση, οι άνδρες, περιέργως, έτειναν να αλλάζουν συχνά συντρόφους και να το «παίζουν» πλεϊμπόι.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνδρες που έχουν δει πολύ πορνό συχνά δεν ευχαριστιούνται το πραγματικό σεξ και έχουν μεγαλύτερο άγχος απόδοσης στο κρεβάτι με τη σύντροφό τους. Όσοι έχουν δει λιγότερο πορνό τείνουν να απολαμβάνουν περισσότερο το σεξ στην πραγματική ζωή.

Η μελέτη, εξάλλου, διαπίστωσε ότι τα περισσότερα παιδιά έρχονται σε επαφή με την πορνογραφία τυχαία (44%) και όχι επειδή την αναζήτησαν επί τούτου (33%) ή επειδή κάποιος τους υποχρέωσε να τη δουν (17%).

Δείτε στη συνέχεια


Σεξουαλική Αγωγή

Παγκόσμιες ικανότητες

Της Τάνιας Γεωργιοπούλου
Δημοσιογράφος

Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα αλλάξουν στη ζωή τους επτά επαγγέλματα, τα τρία από τα οποία δεν υπάρχουν ακόμη. Θα επικοινωνούν και θα συνεργάζονται πάνω σε συγκεκριμένα πρότζεκτ με ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη, τους οποίους θα συναντούν στην… οθόνη του υπολογιστή τους. Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα βρεθούν σε έναν άλλο κόσμο όσον αφορά την εργασία, που ούτε να φανταστούμε μπορούμε και βέβαια σε καμία περίπτωση δεν ξέρουμε τις νέες παραμέτρους του. Το σίγουρο είναι ότι δε θα έχουν σημασία μόνο αυτά που ξέρεις, αφού η πρόσβαση στην πληροφορία γίνεται ολοένα και πιο εύκολη για ολοένα και περισσότερους ανθρώπους, αλλά κυρίως τι μπορείς να κάνεις με αυτά που ξέρεις, πώς μπορείς να τα αξιοποιήσεις. Χρειάζονται, επομένως, «παγκόσμιες ικανότητες».

Η δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικά περιβάλλοντα, η ικανότητα συνεργασίας με κοινό στόχο, η επίλυση δύσκολων προβλημάτων με διαφορετικούς τρόπους, η ικανότητα να μεταβάλλεις τον εαυτό σου σχεδόν ταυτόχρονα με τον κόσμο είναι πια προαπαιτούμενα. Δύσκολα πράγματα, βεβαίως, αλλά και συναρπαστικά συνάμα. Την ίδια στιγμή οι αλλαγές που προωθούνται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη την πραγματικότητα ή, ακόμη χειρότερα, τη χλευάζουν και την απαξιώνουν, κρίνοντάς τη μάλιστα με ιδεοληπτικούς όρους. Σαν να γίνεται να σταματήσεις τη χρήση του διαδικτύου, επειδή μπορεί να χρησιμοποιείται για την προώθηση του καπιταλισμού.

Πολλές φορές οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν έχουν καν τόσο «βαθιά» κίνητρα· βασίζονται σε ένα οφθαλμοφανές κυνικό κομματικό πάρε δώσε: Το προνήπιο, για παράδειγμα, θα ενταχθεί στην υποχρεωτική εκπαίδευση, ώστε να προσληφθούν περισσότεροι εκπαιδευτικοί· τα Θρησκευτικά θα μείνουν γιατί δε συμφέρει πολιτικά να συγκρουστείς με την Εκκλησία· το άσυλο στα πανεπιστήμια θα επανέλθει για να ηρεμήσουν οι αριστεριστές…

Αρκεί ένα απλό «γκουγκλάρισμα» για να βρεθεί κανείς στον εκπαιδευτικό κόσμο της φαντασίας και της αλλαγής σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη. Φοβάμαι την ώρα που θα με ρωτήσει το παιδί μου για ποιον λόγο υποχρεώθηκε να μάθει μέσα σε μια ιδεοληπτική, μίζερη και απόλυτα βαρετή εκπαιδευτική πραγματικότητα, όταν στον κόσμο συμβαίνουν τόσα συναρπαστικά και ενδιαφέροντα πράγματα.

Εκπαίδευση

4 Μαΐ 2017

Εμβόλια: Ένα τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής

Του Θεόφιλου Ρόζενμπεργκ
Αν. καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος ΔΣ ΚΕΕΛΠΝΟ

Πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο φαραώ της Αιγύπτου Ραμσής ο 5ος καταγράφηκε ως το πρώτο διάσημο θύμα της πρώτης ιστορικά επιδημίας στον κόσμο, της ευλογιάς. Από τότε, και μέχρι την εξάλειψη της νόσου στο τέλος της δεκαετίας του ’70, δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από αυτήν. Συντριπτικά περισσότεροι όμως είναι εκείνοι που διασώθηκαν χάρη στο εμβόλιο κατά της ευλογιάς, το πρώτο εμβόλιο που αναφέρεται στην ιστορία της Ιατρικής. Οι εμβολιασμοί κατά της ευλογιάς εφαρμόσθηκαν συστηματικά σε παγκόσμιο επίπεδο από το 1956 και οδήγησαν στην εξάλειψη της νόσου, η οποία ανακοινώθηκε επισήμως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) στις 8/5/1980.

Η ανακάλυψη και συστηματική χρήση των εμβολίων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους —⁠αν όχι τον σημαντικότερο⁠— σταθμούς στον αγώνα για την προστασία της δημόσιας υγείας. Στο πλαίσιο αυτό ο ΠΟΥ έχει καθιερώσει τον εορτασμό της Ευρωπαϊκής Εβδομάδας Εμβολιασμών από τις 24 έως τις 30 Απριλίου κάθε χρόνο με στόχο την πρόκληση και τον συντονισμό ενημερωτικών δράσεων για τη σπουδαιότητα των εμβολιασμών αλλά και την αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού.

Δυστυχώς, παρόλο που χάρη στα εμβόλια ασθένειες όπως η ευλογιά ή η πανώλη έχουν εξαλειφθεί, παρόλο που οι σημερινοί παιδίατροι γνωρίζουν π.χ. τη διφθερίτιδα μόνο μέσα από τα βιβλία Ιατρικής, η παράνοια της τελευταίας εικοσαετίας, που —⁠κατ’ ευφημισμόν⁠— ονομάζεται «αντιεμβολιαστικό κίνημα», απειλεί διαχρονικά αυτό το τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής: τα εμβόλια και τη συστηματική τους εφαρμογή.

Η φωτιά που άναψε το 1998 ο ανεκδιήγητος Βρετανός «ερευνητής» Andrew Wakefield όταν, μέσω δημοσίευσης έρευνας-απάτης στο The Lancet, ισχυρίστηκε την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ αυτισμού και εμβολίων, συνεχίζει να καίει και να στοιχίζει ζωές αθώων παιδιών, τα οποία άφρονες γονείς αφήνουν ανεμβολίαστα. Υπέρογκα ποσά δαπανήθηκαν και περίπου 26 εκατομμύρια παιδιά ερευνήθηκαν προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν βασιμότητα των ισχυρισμών του Wakefield. Όλες οι σχετικές έρευνες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ εμβολίων και αυτισμού. Το επιστημονικό περιοδικό ζήτησε συγνώμη, αφαιρέθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλματος από τον Wakefield, αλλά το κακό είχε γίνει. Η ανάπτυξη των νέων μέσων επικοινωνίας, που ως γνωστόν ευνοούν την ταχεία διάδοση και των πάσης φύσεως θεωριών συνωμοσίας, συνέβαλε στην ενδυνάμωση της φωνής όσων πολεμούν τα εμβόλια.

Κι ενώ θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά στον απλό πολίτη, που δεν μπορεί να διαχωρίσει την ήρα από το στάρι μέσα σε έναν ωκεανό πληροφοριών, είναι αδιανόητο να αποδεχθούμε πως υπάρχουν γιατροί που αρνούνται την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων. Έχοντας ασκήσει την Ιατρική επί 40 συναπτά έτη, έχοντας εργαστεί επί του πεδίου στον αναπτυσσόμενο κόσμο και έχοντας διαπιστώσει με τα μάτια μου τι σημαίνει μια φτωχή χώρα να μην μπορεί να εμβολιάσει τα παιδιά της, καταδικάζω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο όλους εκείνους τους επαγγελματίες υγείας που από το ασφαλές τους γραφείο εξαπολύουν μύδρους φαντασιοπληξίας κατά των εμβολίων. Οι γιατροί, όλοι οι επαγγελματίες υγείας, δεν έχουμε την πολυτέλεια να παραμένουμε απαθείς· οφείλουμε να υψώσουμε σθεναρή φωνή ενάντια στον παραλογισμό. Τα εμβόλια είναι αποτελεσματικά και προστατεύουν τη ζωή των παιδιών μας.

Εμβολιασμός

3 Μαΐ 2017

Γονείς: Όλο και πιο διστακτικοί έναντι του εμβολιασμού

Της Πέννυς Μπουλούτζα
Δημοσιογράφος

Ανησυχητικές διαστάσεις αρχίζει να λαμβάνει και στην Ελλάδα το αντιεμβολιαστικό κίνημα. Όλο και πιο συχνά οι παιδίατροι καλούνται να καθησυχάσουν τους γονείς που προσέρχονται στα ιατρεία τους με ερωτήσεις σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων.

«Η εντύπωση που έχουμε είναι ότι το φαινόμενο μέρα με τη μέρα μεγαλώνει», ανέφερε η κ. Μαρία Θεοδωρίδου, ομότιμος καθηγήτρια Παιδιατρικής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, σε ενημερωτική εκδήλωση που διοργάνωσε το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων με αφορμή την Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Εμβολιασμών (24-30 Απριλίου 2017).



«Μελέτη του 2012 του ΚΕΕΛΠΝΟ κατέδειξε ότι στους 100 γονείς ο ένας αρνείται να κάνει το εμβόλιο. Τώρα μπορεί να έχει φθάσει να αρνούνται δέκα στους 100 γονείς. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι από τους πέντε γονείς που θα έρθουν στο ιατρείο οι τέσσερις θα εκφράσουν τη διστακτικότητά τους για τους εμβολιασμούς. Άλλος θα ρωτήσει μήπως δε θα πρέπει να κάνει όλα τα εμβόλια στο παιδί του, άλλος θα ζητήσει να γίνουν τα εμβόλια αργότερα και άλλος μπορεί να μεταφέρει κάτι που άκουσε σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων, ζητώντας την άποψη του γιατρού», σημείωσε η κ. Θεοδωρίδου, καταλήγοντας ότι «τα εμβόλια είναι θύματα της ίδιας της επιτυχίας τους. Πολλές ασθένειες έχουν εξαλειφθεί λόγω των εμβολίων και δε θυμούνται πλέον οι νέοι την εγκεφαλίτιδα ως επιπλοκή της ιλαράς ή τα άτομα με κινητικές δυσκολίες λόγω της πολιομυελίτιδας».

Τα ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης παραμένουν στην Ελλάδα υψηλά, γεγονός που έχει οδηγήσει στην «εκρίζωση» ή και εξαφάνιση νοσημάτων. Όπως ανέφερε η κ. Θεανώ Γεωργακοπούλου, υπεύθυνη του Τμήματος Επιδημιολογικής Επιτήρησης του ΚΕΕΛΠΝΟ, από το 2002 η Ελλάδα έχει ανακηρυχθεί χώρα «ελεύθερη πολιομυελίτιδας», ενώ κανένα κρούσμα ιλαράς δεν έχει δηλωθεί από τις αρχές του 2016 έως τον Απρίλιο του 2017.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα του ΚΕΕΛΠΝΟ ή εδώ

Εμβολιασμός

27 Απρ 2017

Παιδεία, εκπαίδευση και κοινωνική συνείδηση

Της Χρύσας Σπυροπούλου
Σχολική σύμβουλος φιλολόγων, κριτικός βιβλίου

Λένε ότι οι καλοί τρόποι και η φυσική ευγένεια δε φαίνονται όταν μιλάει κανείς με τη βασίλισσα Ελισάβετ αλλά με τον μπάτλερ της. Πώς, όμως, καλλιεργούνται οι κανόνες καλής συμπεριφοράς; Αρκούν σε μια κοινωνία, σε ένα κράτος, οι καλοί νόμοι ή οι καλές προθέσεις; Κι αν υποθέσουμε ότι έχουν προβλεφθεί και υπάρχουν, εφαρμόζονται οι πρώτοι και πραγματοποιούνται οι δεύτερες; Πώς θα λειτουργήσουν ομαλά και αποτελεσματικά οι ομάδες και τα άτομα στον δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο; Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε για να παράγουμε απρόσκοπτο και γόνιμο έργο, ώστε να μη χάνεται ο χρόνος σε ασήμαντα και πολύ «ανθρώπινα» ζητήματα, τα οποία μας απομακρύνουν από την ουσία των πραγμάτων και μας καθηλώνουν σε ένα σημείο όπου, αυτάρεσκα τελματωμένοι, δεν αλλάζουμε τίποτα, μοιραίοι και απομονωμένοι στον μικρόκοσμό μας, εθισμένοι στο να υποτιμούμε τη νοημοσύνη του άλλου, γιατί τόσο μας επιτρέπει η περιορισμένη δική μας;

Είναι κοινός τόπος ότι δε θα δημιουργηθεί ο τέλειος άνθρωπος, ακόμη κι αν αυτός φοιτήσει στο πιο προωθημένο εκπαιδευτικό σύστημα. Ωστόσο υπάρχουν τρόποι και έχουν υιοθετηθεί θεσμοί, σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες, οι οποίοι έχουν δοκιμαστεί αλλού, ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ακραίες κοινωνικές καταστάσεις όπως η επιθετικότητα ή η απουσία συνεργατικού πνεύματος. Τέτοιοι είναι η αξιολόγηση στον χώρο εργασίας και η υιοθέτηση των επαρκών και κατάλληλων κοινωνικών συμβάσεων, που προσφέρουν —⁠όταν εφαρμόζονται σωστά⁠— τους χρήσιμους «αρμούς», οι οποίοι συγκρατούν την αυθαιρεσία και τον κοινωνικό κανιβαλισμό και ενισχύουν τους δεσμούς εμπιστοσύνης. Και επειδή οι απλές γνώσεις σε θέματα επιστημονικά δεν είναι αρκετές για να δημιουργηθούν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, στον χώρο του σχολείου απαιτούνται από την πρώτη κιόλας στιγμή άλλοι χειρισμοί, οι οποίοι διασφαλίζουν την ομαλή συμβίωση των ατόμων, όπου κυρίαρχο ρόλο οφείλουν να παίζουν ο σεβασμός, η αλληλεγγύη και η συνεργασία, όχι κατά το δοκούν, αλλά με εκείνες τις δεξιότητες και τους κανόνες που αποφέρουν θετικά αποτελέσματα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Στο εκπαιδευτικό σύστημα σημαντικό ρόλο παίζει η χρήση κανόνων που συμβάλλουν, μέσω της σωστής τους διαχείρισης και της κατάλληλης εκπαίδευσης των δασκάλων και καθηγητών, στη συγκρότηση της προσωπικότητας του μαθητή, προκειμένου να προετοιμαστεί και να ωριμάσει προτού εισέλθει στον κοινωνικό στίβο.



Η αξιολόγηση, ως τμήμα του εκπαιδευτικού και εργασιακού συστήματος, μπορεί να γίνεται αμφίδρομα. Από πάνω προς τα κάτω και αντιθέτως. Επιπλέον, χρειάζεται να λειτουργεί και να βελτιώνεται διαρκώς ως αναπόσπαστο μέρος της όλης εκπαιδευτικής και εργασιακής διαδικασίας, διότι είναι απαραίτητο, για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, να κρίνεται και εκείνος ο οποίος ασκεί εξουσία, καθώς η έμφυτη ή επίκτητη ευγένεια ή οι διοικητικές δεξιότητές του θα φανούν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον μαθητή ή τον υφιστάμενο. Γι’ αυτό θα ωφελήσει την κοινωνία αν συνυπολογιστεί και αξιοποιηθεί ο τρόπος ή οι τρόποι με τους οποίους οι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες και κοινωνική συνείδηση, ώστε να μάθουν τα όριά τους, τα μέσα για να συμβιώνουν αγαστά με τους άλλους, να γίνουν κάποτε καλοί επαγγελματίες, σωστοί μάνατζερ, να ελέγξουν και καθυποτάξουν τα αταβιστικά ένστικτα.

Και πρέπει οι ειδικοί, όσοι δηλαδή είναι υπεύθυνοι για τα προγράμματα και τη λειτουργία των θεσμών στην εκπαίδευση, πέραν πολιτικών σκοπιμοτήτων, αφού μελετηθούν τα δεδομένα, να θέσουν τις βάσεις για πράξεις και να μη μένουν στα λόγια, στις αόριστες έννοιες και τα συνθήματα, καθώς και στα σχέδια επί χάρτου. Και τα όποια προγράμματα εξαγγέλλονται να εφαρμόζονται πρώτα πιλοτικά και να ερευνώνται τα αποτελέσματά τους, να αξιολογούνται και να βελτιώνονται. Εξάλλου, χρειάζεται κοινός νους, κοινοί στόχοι, συναίνεση και πολλή δουλειά, για να δρομολογηθούν δραστικά οι βελτιώσεις, να αλλάξει η νοοτροπία του τύπου «θα του δείξω εγώ», ώστε να αποκλειστεί η καταφυγή και παραμονή σε μικροψυχίες και νοσηρές καταστάσεις. Άλλως, θα αναζητούνται διαρκώς ικανά στελέχη για τη συγκρότηση και ανάπτυξη ευαίσθητων δημόσιων φορέων, ενώ θα ανακυκλώνονται παθογένειες του παρελθόντος και του παρόντος.

Εκπαίδευση

Διαβάστηκαν περισσότερο την τελευταία εβδομάδα