5 Ιαν 2021

Τηλεκπαίδευση και βούληση για ζωή

Η δυναμική, τα πρώτα συμπεράσματα και οι προοπτικές του νέου μοντέλου που επέβαλε η πανδημία

Του Αθανάσιου Αλεξανδρίδη
Ψυχίατρος, παιδοψυχίατρος

Το «τήλε-», το «από μακριά», είχε από παλιά μπει στη ζωή μας. Το τηλέ-φωνο και η τηλε-όραση «από αιώνων», το τηλε-σεξ, η τηλε-εργασία, η τηλε-εκπαίδευση μπήκαν την τελευταία δεκαπενταετία εξαιρετικά δυναμικά.

Ας επικεντρωθούμε στην τηλεκπαίδευση, που δεν περίμενε την πανδημία για να υπάρξει! Εδώ και αρκετά χρόνια πολλά πανεπιστήμια ανά τον κόσμο είχαν αναπτύξει, με επιτυχία παιδαγωγική, ερευνητική και οικονομική, πλήρη προγράμματα προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών. Σχεδόν όλα συνδύαζαν μια κάποια «υβριδική» μορφή διδασκαλίας, δηλαδή συνδυασμό φυσικής παρουσίας ορισμένες φορές τον χρόνο στην έδρα του πανεπιστημίου και διαδικτυακής τον υπόλοιπο καιρό.

Η τηλεκπαίδευση και η τηλεργασία αποτελούν συνιστώσες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Τις είχε εισαγάγει σταδιακά, δυναμικά και ως επιλογή μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Η πανδημία ήρθε να τις επιβάλει ακαριαία. Ποια είναι η δυναμική, ποιο το μέχρι τώρα αποτέλεσμα, ποιες οι προοπτικές;

Από τη θέση μου ως παιδοψυχιάτρου και ψυχαναλυτή έχω την ευκαιρία να μιλήσω με πολλούς γονείς, εκπαιδευτικούς, ψυχοθεραπευτές, παιδιά και —⁠ίσως⁠— έχω κάποια εικόνα και γνώμη για το τι συμβαίνει στον χώρο της προσχολικής και σχολικής εκπαίδευσης.

Ας ξεκινήσω από τη δυναμική, για να πω ότι αυτή είναι χαμηλή λόγω της έλλειψης υποδομών σε όλα τα επίπεδα: αντικειμενικό, υποκειμενικό, συλλογικό.

Στο αντικειμενικό επίπεδο:
Όλα σχεδόν τα δημόσια σχολεία τις χώρας έχουν ελάχιστους και απαρχαιωμένους υπολογιστές.
Ο εξοπλισμός των οικογενειών είναι ευθέως ανάλογος των οικονομικών τους δυνατοτήτων.
Τα δίκτυα της χώρας είναι χαμηλού επιπέδου και εντελώς διαφορετικής απόδοσης στις διάφορες περιοχές.

Η ανεπάρκεια και η ανισότητα έγιναν αντιληπτές από την πρώτη ανοιξιάτικη περίοδο εγκλεισμού και τηλεκπαίδευσης, που στην πραγματικότητα δεν ήταν εκπαίδευση αλλά «τηλε-κράτημα» των μαθητών, ελπίζοντας στην καλοκαιρινή απελευθέρωση. Μέσα στον ενθουσιασμό του success story, που τόσο το είχε ίσως ανάγκη ο λαός μας, το υπουργείο Παιδείας δεν έδωσε τη δέουσα εντολή προς τους εκπαιδευτικούς να ετοιμάσουν το καλοκαίρι την απαραίτητη και πολύ εκτεταμένη «ύλη» που απαιτείται για την τηλεκπαίδευση και δε φρόντισε για την επιμόρφωσή τους στη χρήση των διαδικτυακών προγραμμάτων.

Η ίδια πολιτική «άρνησης του προαναγγελθέντος κακού» ίσχυσε και κατά την έναρξη, με φυσική παρουσία των μαθητών, του σχολικού έτους, ενώ η περίοδος αυτή έπρεπε ουσιαστικά να χρησιμοποιηθεί για την προετοιμασία μαθητών, εκπαιδευτικών και γονέων για τον επερχόμενο εγκλεισμό.

Μην εκπλήσσεσθε που μιλώ για τους γονείς! Χωρίς τη συνδρομή τους η τηλεκπαίδευση είναι αδύνατη, για διαφορετικούς μεν, ουσιαστικούς δε, λόγους σε όλες τις ηλικίες.


Ο δεύτερος εγκλεισμός και η δεύτερη τηλεκπαίδευση βρήκαν τις οικογένειες, τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς σε τελείως διαφορετική κατάσταση ετοιμότητας, ανάλογα με το πόσο είχαν πεισθεί όσον αφορά την παράταση και επιδείνωση της πανδημίας και το πόσο είχαν αποφασίσει να την αντιμετωπίσουν ως συνθήκη ευκαιριών για την εξέλιξή τους και την παραμονή τους ως ικανά και εκσυγχρονισμένα άτομα στη μετά τον κορονοϊό κατάσταση.

Εννοείται ότι μια τέτοια στάση είχε άμεσες θετικές συνέπειες στην ψυχική οργάνωση των ίδιων, των οικογενειών τους και των ομάδων (εργασιακών και άλλων) στις οποίες ανήκουν: η ενεργητική στάση λειτούργησε ως ανάχωμα στην καταθλιπτική διάθεση που η αντικειμενικά δυσχερής κατάσταση προκαλεί, ενίσχυσε την αυτοεκτίμηση και την αναγνώριση από τους άλλους, εκπαίδευσε τα παιδιά στο πόσο είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε την αλήθεια των καταστάσεων και κατά συνέπεια να έχουμε τους αντίστοιχους φόβους και όχι υπερβολικό πανικό ή παραλυτική αγνωσία φόβου, ενεργοποίησε την τάση σύνδεσης με τους άλλους ομοίους και φίλους προς τον καλό σκοπό, ενίσχυσε λόγω του επείγοντος του προβλήματος την τάση για «γνώση» που όλοι έχουμε μέσα μας από τη γέννησή μας. Τέτοιες θετικές αντιδράσεις υπήρξαν σε αρκετές οικογένειες.

Αντίστοιχες θετικές αντιδράσεις υπήρξαν, όπως ήταν αναμενόμενο, στις οργανωμένες ομάδες που σκοπεύουν στην επιτυχία και στο κέρδος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σχολεία, φροντιστήρια, ινστιτούτα ιδιωτικής εκπαίδευσης, που άμεσα αναγνώρισαν τις νέες ανάγκες και επένδυσαν στον ανταγωνιστικό, αλλά τελικά τόσο χρήσιμο, εκσυγχρονισμό τους.

Όμως το πιο συγκινητικό παράδειγμα έχει προκύψει από τη μεριά των ίδιων των εκπαιδευτικών, ανεξάρτητα αν ανήκουν στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, που στη μεγάλη τους πλειονότητα κινητοποιήθηκαν αυτοβούλως για να αλληλοεπιμορφωθούν, για να εκσυγχρονίσουν τις γνώσεις τους και —⁠αν τους ήταν εφικτό⁠— ακόμη και τα μηχανήματά τους. Ενίσχυσαν τη μεταξύ τους, κυρίως διαδικτυακή, επικοινωνία και μια περιήγηση στο διαδίκτυο θα σας καταπλήξει από το πλήθος των ομάδων των εκπαιδευτικών που ανταλλάσσουν αρχεία, συμβουλές παιδαγωγικές, προσφέρουν ψυχολογική υποστήριξη, καμιά φορά ακόμη και ένα καλώδιο σε κάποιον που το έχει ανάγκη. Αν, δικαίως, οι διακριτοί ήρωες αυτής της περιόδου είναι οι υγειονομικοί, διακριτικοί αλλά όχι λιγότερο σημαντικοί ήρωες είναι οι εκπαιδευτικοί.

Ανέφερα παραπάνω τις θετικές επιπτώσεις μιας ενεργητικής στάσης εξέλιξης και προόδου και φαντάζομαι ότι είναι εύκολο να φαντασθείτε τις συμμετρικές αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχοκοινωνικό τομέα. Εκτός από αυτές, ιδιαίτερα στα παιδιά, έχει διαπιστωθεί αυτή την περίοδο μεγάλη ανάπτυξη φόβων και φοβιών, ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, διάσπασης προσοχής, καταθλιπτικών κινήσεων και επιθετικότητας — αυτή η τελευταία δυστυχώς και λόγω του τεταμένου κλίματος που υπάρχει μέσα στην κοινωνία και σε πολλές οικογένειες. Ας το σκεφθούμε πολύ απλά: το ίδιο σπίτι είναι πια πιο «μικρό», πιο «στενό», δεν το κατοικούμε με τον ίδιο τρόπο, αφού πριν λείπαμε πολλές ώρες, γυρίζοντας σε αυτό από «κάπου αλλού», στο οποίο ίσως είμαστε και «κάπως αλλιώς» ή ακόμη και «κάποιος άλλος».

Στο σημείο αυτό νομίζω βρίσκεται η σημαντική αποστέρηση που βιώνουν όλα τα παιδιά λόγω του κλεισίματος των σχολείων. Το σχολείο είναι ένας χώρος δυναμικός που, αν σέβεται τον εαυτό του και το παιδί, κρατάει «κάπως έξω» την οικογένεια, δίνοντας την ευκαιρία στα παιδιά να δοκιμάσουν εκεί σωματικές, νοητικές, συναισθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες διαφορετικές «κάπως ή πολύ» από αυτές που γνωρίζουν οι οικείοι τους. Απέναντι στους γελοίους φόβους «υπερευαίσθητων γονέων» που αγωνιούν ότι πίσω από την ιατρική μάσκα τα παιδιά τους θα χάσουν την ταυτότητά τους, θέλω να πω ότι συνεχώς τα παιδιά φορούν «μάσκα», δείχνοντας προς τους γονείς και τους άλλους διάφορα πρόσωπά τους, περισσότερο αληθινά, ψευδή ή εν εξελίξει! Το σχολείο είναι το μεγάλο πεδίο πειραματισμού «ταυτοτήτων» που ως «άλλος γονέας» τον επιτρέπει, τον πριμοδοτεί, τον επιθυμεί.

Πολλά θα μπορούσαν να γραφούν αν προχωρούσαμε στη μεθοδική ανάλυση των ψυχικών συνεπειών από τα διάφορα συστήματα τηλεκπαίδευσης που μέχρι τώρα χρησιμοποιούνται. Είναι βέβαια κάτι σε εξέλιξη, αλλά συνοπτικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί με πολλά παραδείγματα ότι η τηλεκπαίδευση είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί στα παιδιά που πηγαίνουν στο προνήπιο και στο νηπιαγωγείο. Η μόνη «τηλε-λύση» για αυτά θα ήταν η τηλεκπαίδευση των γονέων τους, ώστε να κάνουν οι ίδιοι στη συνέχεια τους νηπιαγωγούς για τα παιδιά τους.

Για τα παιδιά του δημοτικού, ειδικά των πρώτων τάξεων, οι δάσκαλοι προσπαθούν να κάνουν ένα είδος προσομοίωσης σαν το μάθημα να γίνεται στην τάξη, πράγμα αδύνατο και ιδιαίτερα στερητικό και για τα παιδιά και για τους δασκάλους. Κατά τη γνώμη μου, ο «παλιός» τρόπος πρέπει ουσιαστικά να εγκαταλειφθεί, προσωρινά και εν μέρει οριστικά. Για τις μικρές τάξεις οι δάσκαλοι πρέπει να γίνουν περισσότερο αφηγηματικοί, με λόγο και θεατρικότητα. Είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσουν το ενδιαφέρον των παιδιών ζωντανό μπροστά σε μια οθόνη. Για τα παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων νομίζω ο δρόμος είναι τα «πρότζεκτ»: τα παιδιά, οργανωμένα σε μικρές ομάδες, αναλαμβάνουν να κάνουν έρευνα σε κάποιο θέμα και με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται η διαθεματική έρευνα και σκέψη.

Για το γυμνάσιο και σταδιακά για το λύκειο οι μαθητές πρέπει να αρχίσουν να εξοικειώνονται με την απόσυρση της εικόνας του καθηγητή και τη θέση του να παίρνει η οθόνη που θα παρουσιάζει τα αρχεία που η φωνή, ο λόγος του καθηγητή, θα αναπτύσσει. Είναι αναμενόμενο ότι πολλοί μαθητές θα δυσκολευθούν πολύ με αυτό το μοντέλο διδασκαλίας. Είναι τα παιδιά για την εκπαίδευση των οποίων απαιτείται φυσική παρουσία, μήπως λοιπόν είναι και τα παιδιά που δε θα πρέπει να προσανατολισθούν σε σπουδές με αφηρημένες έννοιες;

Ας κλείσω με δύο προτάσεις:

1 Τα σχολεία πρέπει πρωτίστως για αναπτυξιακούς και δευτερευόντως για μαθησιακούς λόγους να ανοίξουν το συντομότερο, έστω και με περιορισμένη και εκ περιτροπής παρουσία των μαθητών.

2 Η εκπαίδευση πρέπει, ενσωματώνοντας τις καλές και πολλές δυνατότητες των ψηφιακών συστημάτων, να φθάσει σε ένα σημείο συνεχών «υβριδικών» μαθημάτων με φυσική παρουσία στην τάξη και ταυτόχρονη χρήση του υπολογιστή από μαθητή και εκπαιδευτικό. Αυτό μόνο θα οδηγήσει τα παιδιά μας και την κοινωνία μας σε μια αξιόμαχη θέση μέσα στην 4η βιομηχανική επανάσταση.

Όμως γι’ αυτό χρειάζονται άμεσα σοβαρότατες επενδύσεις στην Παιδεία και βούληση για ζωή, γιατί ζωή για τον άνθρωπο σημαίνει συνεχή εξέλιξη στην πολυπλοκότητα.

COVID-19Εκπαίδευση

8 Νοε 2020

Θέλω να ξέρω πως θα είσαι δίπλα μου

Από «Το χαμόγελο του παιδιού»

Τα παιδιά έχουν κάτι να μας πουν για την ψηφιακή ζωή τους. Οφείλουμε να τα ακούσουμε και να σταθούμε δίπλα τους ό,τι κακό κι αν τους συμβεί στο διαδίκτυο.

Δε χρειάζεται να ξέρεις από social media, αρκεί να ξέρεις το παιδί σου!


Διαδίκτυο - Οθόνες

Είναι δική μας ευθύνη

Από «Το χαμόγελο του παιδιού»


Σχολική βία

26 Οκτ 2020

Σχολικά

Αφορισμοί


Αν ένας γιατρός ή ένας δικηγόρος είχε 40 άτομα στο γραφείο του, ταυτόχρονα, και όλα είχαν διαφορετικές ανάγκες, και κάποιοι δεν ήθελαν να βρίσκονται εκεί, και έκαναν φασαρία, και έπρεπε —⁠μόνος του⁠— να τους φερθεί με τέλειο επαγγελματισμό για 9 μήνες, τότε θα έπαιρνε μια ιδέα για το πώς είναι η δουλειά του δασκάλου.
— Ντόναλντ Ντ. Κουίν
(Donald D. Quinn, Αμερικανός μαθηματικός)

Ο αληθινός δάσκαλος υπερασπίζεται τους μαθητές του εναντίον της δικής του προσωπικής επιρροής.
— Έιμος Μπρόνσον Άλκοτ
(Amos Bronson Alcott, 1799-1888, Αμερικανός φιλόσοφος και ακαδημαϊκός)


Ο εκπαιδευτικός πρέπει να πιστεύει στο δυναμικό του μαθητή του και πρέπει να χρησιμοποιήσει όλη του την τέχνη προσπαθώντας να κάνει τον μαθητή να βιώσει αυτό το δυναμικό.
— Άλφρεντ Άντλερ
(Alfred Adler, 1870-1937, Αυστριακός ψυχίατρος)


Οι καλοί δάσκαλοι είναι αυτοί που σου δείχνουν πού να κοιτάξεις, αλλά δε σου λένε τι να δεις.
— Αλεξάνδρα Τρένφορ
(Alexandra K. Trenfor)

Οι καλύτεροι δάσκαλοι που είχα δεν ήταν όσοι ήξεραν όλες τις απαντήσεις, αλλά εκείνοι που ενθουσιάζονταν με ερωτήσεις, τις απαντήσεις των οποίων δε γνώριζαν.
— Μπράιαν Γκριν
(Brian Greene, γεν. 1963, Αμερικανός θεωρητικός φυσικός)


Όπου ανοίγει ένα σχολείο κλείνει μια φυλακή.
— Βίκτωρ Ουγκώ
(Victor Hugo, 1802-1885, Γάλλος συγγραφέας και ποιητής)



27 Αυγ 2020

Απολύτως ασφαλής η μάσκα για τα παιδιά

Του Ανδρέα Κωνσταντόπουλου
Καθηγητής Παιδιατρικής, Πρόεδρος της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας

Πολλοί παιδίατροι, ιατροί άλλων ειδικοτήτων και γονείς μάς απευθύνουν πολλά μηνύματα σχετικά με τη χρήση της μάσκας στα παιδιά. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι ο νέος κορονοϊός είναι εδώ και προσβάλλει όλες τις ηλικίες, από τη νεογνική μέχρι τις μεγάλες ηλικίες. Βέβαια, υπάρχουν και εκείνοι που παρά τα εκατομμύρια κρουσμάτων και την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ζωών παγκοσμίως δεν αποδέχονται την παρουσία του ιού και επιμένουν στη μετάδοση fake news.

Το πειστήριο για την ύπαρξη και την επικινδυνότητα του ιού είναι η επίσκεψη σε μονάδα εντατικής νοσηλείας και η παρακολούθηση από διαχωριστικό υαλοπίνακα επί αρκετό χρονικό διάστημα των αρρώστων.

Τα μέτρα πρόληψης είναι γνωστά: Πλύσιμο χεριών, τήρηση αποστάσεων και χρήση μάσκας. Στο στάδιο που βρισκόμαστε σήμερα το μοναδικό όπλο που έχουμε στα χέρια μας για την προστασία των παιδιών είναι η χρήση μάσκας.

1. Σε ποιες ηλικίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μάσκα;

Η μάσκα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλα τα παιδιά άνω των 2 ετών. Τόσο η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής όσο και το CDC της Αμερικής αλλά και η Παγκόσμια Παιδιατρική Εταιρεία συνιστούν τη μάσκα σε παιδιά άνω των 2 ετών.

2. Η χρήση της μάσκας δημιουργεί πρόβλημα στην αναπνοή;

Όχι. Ακόμη και όταν παίζει ή τρέχει το παιδί στο διάλειμμα. Εξαιρείται η περίπτωση της έντονης γυμναστικής άσκησης (τότε όμως πρέπει να τηρούνται μεγάλες αποστάσεις) ή περιπτώσεις ύπαρξης χρόνιου σοβαρού αναπνευστικού προβλήματος, συνήθως κληρονομικού.

3. Η μάσκα παρεμβαίνει στην ανάπτυξη των πνευμόνων;

Όχι. Σε άτομα που χρησιμοποιούν μάσκα για μακρύ χρονικό διάστημα δεν έχει βρεθεί καμία ένδειξη ότι επηρεάζει την ανάπτυξη των πνευμόνων. Βλάβες στο πνευμονικό παρέγχυμα δημιουργούνται κυρίως από λοιμώξεις, από τις οποίες η μάσκα προστατεύει.

4. Μπορεί η μάσκα να εξασθενήσει το αμυντικό (ανοσολογικό) σύστημα του παιδιού;

Όχι. Η μάσκα δεν έχει καμία αρνητική επίδραση στο αμυντικό σύστημα, αντίθετα το προστατεύει.

5. Η μάσκα προστατεύει μόνο από λοίμωξη COVID-19;

Η χρήση μάσκας προστατεύει από γρίπη, COVID-19 και άλλες ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Κάθε χρόνο μετά τα Χριστούγεννα τα περισσότερα σχολεία σχεδόν έκλειναν για 1 - 1,5 μήνα εξαιτίας της γρίπης. Αυτά τα παιδιά, με τη μάσκα δε θα αρρωστήσουν.


6. Τι μάσκα πρέπει να χρησιμοποιούμε;

Οι υφασμάτινες μάσκες συστήνονται για τα παιδιά από όλους τους οργανισμούς. Θα πρέπει, βέβαια, να είναι διαφορετικό μέγεθος για τα μικρά παιδιά απ’ ό,τι στα μεγαλύτερα. Θα πρέπει να είναι άνετη και να φοριέται σωστά. Και εδώ βρίσκεται το σημείο προσοχής! Στην εκμάθηση του παιδιού να τη χρησιμοποιεί σωστά.

Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό να ακολουθούνται από τους γονείς οι κανόνες για τον σχολαστικό καθαρισμό της.

7. Μπορεί το παιδί να μάθει να φορά τη μάσκα σωστά;

Τα παιδιά μαθαίνουν πολύ εύκολα και αφομοιώνουν τις οδηγίες — μερικές φορές πολύ πιο εύκολα και από τους ενήλικες. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να εκπαιδεύσουμε τα πολύ μικρά παιδιά να φορούν και να ανέχονται τη μάσκα. Φορέστε μάσκα στο αγαπημένο λούτρινο ζωάκι του παιδιού, να φορέσουν οι γονείς και τα παιδιά μάσκα μπροστά στον καθρέφτη, να τους εξηγήσουμε ότι με τη μάσκα προσπαθούμε να κρατήσουμε μακριά τα «κακά» μικρόβια, να δεχθούμε ερωτήσεις και να τους απαντήσουμε.

Τα παιδιά μας μαθαίνουν τόσο πολλά από πολύ μικρή ηλικία, που πραγματικά μια πρακτική εφαρμογή δε θα τους δημιουργήσει κανένα απολύτως πρόβλημα και η γνώση θα αφομοιωθεί άμεσα. Αρκεί να γίνει σωστά!

Η εκπαίδευση των παιδιών για τη χρήση μάσκας πρέπει να γίνεται, εκτός από τους γονείς, και από τους εκπαιδευτικούς, που πρέπει να βοηθούν τα παιδιά ειδικά στην αρχή, μέχρι να εξοικειωθούν.

8. Είναι επικίνδυνη η μάσκα και για πόσο χρόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί;

Η μάσκα αποτελεί μέρος καθημερινής ρουτίνας σε άλλες γεωγραφικές περιοχές, όπως π.χ. στην Άπω Ανατολή, πολλά χρόνια πριν την εμφάνιση της COVID-19.

9. Ποια είναι τα οφέλη από τη χρήση της μάσκας;

Προστατεύει από τη μετάδοση της COVID-19.
Προστατεύει από τη γρίπη.
Υπάρχει και το επιπρόσθετο κέρδος ότι βοηθά στην ελάττωση της εξάπλωσης άλλων οξέων ιογενών αναπνευστικών λοιμώξεων.
Δε νοσούν τα παιδιά και παράλληλα προστατεύονται και τα άτομα τρίτης ηλικίας με τα οποία έρχονται σε επαφή (παππούδες).
Τα παιδιά δεν αναγκάζονται σε απουσίες και διακοπή της εκπαίδευσης που λαμβάνουν στο σχολείο.

Το εμβόλιο για την αντιμετώπιση της COVID-19 θα το χρησιμοποιήσουμε τη στιγμή που θα έχουμε τον έλεγχο αποτελεσματικότητας, την έγκριση για ασφαλή χρήση και την επάρκεια παραγωγής του. Μέχρι τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον ιό με τα μέσα που διαθέτουμε. Πρέπει να τονιστεί ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που χορηγεί δωρεάν όλα τα εμβόλια που υπάρχουν στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών.

Συμπερασματικά, η μάσκα προστατεύει από τη μετάδοση της COVID-19 και άλλων ιογενών λοιμώξεων. Η χρήση της είναι απολύτως ασφαλής, ο τρόπος εφαρμογής της εύκολος και αποτελεί τον πιο οικονομικό τρόπο αντιμετώπισης της COVID-19 για τα παιδιά ηλικίας από 2 ετών και άνω. Μεγάλη έμφαση πρέπει φυσικά να δοθεί στη σωστή εκπαίδευση από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον για τη σωστή χρήση της.

COVID-19

10 Αυγ 2020

Παριστάνουν τους ανυποψίαστους

Συνέντευξη με τον Αθανάσιο Αλεξανδρίδη
Ψυχίατρος, παιδοψυχίατρος

Ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης ασχολείται με τα παιδιά και τους ενήλικες εδώ και 40 χρόνια. Δουλεύει με παιδιά που έχουν υποστεί σεξουαλική, φυσική ή ψυχολογική κακοποίηση, αλλά και με ενήλικες που υπήρξαν θύματα στο παρελθόν.

Η πρόσφατη έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Παιδικοί φόβοι» από τις εκδόσεις Ίκαρος —⁠είναι υπεύθυνος της Ψυχαναλυτικής Σειράς⁠— σε συνδυασμό με αρκετά περιστατικά παιδικής κακοποίησης εντός της ελληνικής οικογένειας που είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα, στάθηκε η αφορμή γι’ αυτή τη συζήτηση.

Το πρώτο ερώτημα δε θα μπορούσε να είναι άλλο από το γιατί οι άνθρωποι, στις μικρές κοινότητες κυρίως, ενώ συχνά υποψιάζονται τι συμβαίνει, επιλέγουν τη σιωπή.

— Γιατί δε μιλάνε;

Θα σας πω μια περίπτωση με την οποία ασχολήθηκα: ενός πατέρα που κακοποιούσε σεξουαλικά τα παιδιά του — μόνο τα αγόρια. Το ήξεραν στο χωριό, γιατί όταν πήγαινε στο καφενείο κι έπινε λίγο παραπάνω, του ξέφευγαν διάφορα. Μάλλον τον παρότρυναν κιόλας, για να διηγείται «γαργαλιστικά» πράγματα και να «κάνουν χάζι».

Κανείς από όσους τον είχαν ακούσει δεν έκανε ποτέ καμιά επίσημη αναφορά. Κάποια στιγμή η αστυνομία τον συνέλαβε για άσχετο λόγο και τέθηκε υπό κράτηση. Μόνο τότε η σύζυγός του αισθάνθηκε ασφαλής και τον κατήγγειλε. Ενώ διερευνούσαμε με ανάθεση από την Εισαγγελία την υπόθεση, με πήρε τηλέφωνο ένας παράγων της κοινότητας και με κατηγόρησε ότι μαγαρίζω το χωριό του. Μάλιστα, μου είπε ότι μαζί με άλλους χωριανούς θα κατέθεταν στη δίκη πως οι κατηγορίες προς τον πατέρα, ότι κακοποιούσε σεξουαλικά τα παιδιά του, ήταν αναληθείς.

Οι άνθρωποι δε θέλουν να εμπλακούν. Υπάρχει ο μηχανισμός της άρνησης. Ακούμε το σκανδαλώδες, σκανδαλιζόμαστε με όλες τις έννοιες της λέξης, και μετά κάνουμε ότι δεν το έχουμε ακούσει. Το θέμα της σιωπής είναι πολύ μεγάλο, γιατί αν κάνεις μια καταγγελία αναλαμβάνεις μια ευθύνη, εμπλέκεσαι. Και δεν ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις. Από τον ίδιο τον δράστη, από τους συγγενείς του ή από άλλους, όπως ο συγκεκριμένος άνθρωπος που θεώρησε ότι αυτή η καταγγελία αποτελούσε μομφή για όλο το χωριό και με μια έννοια ήταν, γιατί, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις, γνώριζαν. Με τη σιωπή τους θα απέκρυπταν τη συνενοχή τους ως γνωρίζοντες.

— Πώς μπορεί να σπάσει η σιωπή;

Στα δημοτικά διαμερίσματα, στα σχολεία και στις διάφορες συλλογικότητες θα έπρεπε να γίνονται σεμινάρια και βιωματικά εργαστήρια. Να θίγονται αυτά τα θέματα μαζί με τα συμπληρωματικά τους, όπως είναι τα του στιγματισμού, του αποκλεισμού και του εκφοβισμού. Είναι επίσης σημαντικό να γίνεται, μετά τη δίκη, δημόσια συζήτηση στον τόπο όπου συνέβη ένα τέτοιο γεγονός. Κάτι τέτοιο θα βοηθήσει και στην κατανόηση της βαρύτητας του γεγονότος αλλά και στην κάθαρση. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει η νομική δυνατότητα, λόγω του αποτρόπαιου της πράξης, και χωρίς επώνυμη καταγγελία να διερευνάται μια πιθανή τέτοια υπόθεση.

— Πόσο σημαντικό είναι να δοθεί τέλος όσο το δυνατόν νωρίτερα σε μια τραυματική κατάσταση;

Έχουμε έναν γενικό κανόνα που έχει προκύψει από την κλινική εμπειρία και την έρευνα: όσο έγκαιρα βάλουμε το παιδί σε θεραπευτικές συνθήκες τόσο λιγότερες θα είναι οι απώλειες. Μπορεί να φτάσουμε σε πλήρη επανόρθωση του τραύματος ή σε τραύμα που δε θα διαχυθεί στο σύνολο της προσωπικότητας.

Όταν έχουμε ένα παιδί σε μικρή ηλικία, στην ηλικία του νηπιαγωγείου μέχρι και τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, το οποίο για μεγάλο διάστημα έχει υποστεί κακοποίηση, σεξουαλική ή και μόνο σωματική, είναι πολύ πιθανό να έχει σοβαρά ψυχικά προβλήματα για όλη του τη ζωή. Αντιθέτως, ένα παιδί ηλικίας 10 ετών και πάνω, προέφηβος ή έφηβος, οπωσδήποτε θα φέρει σοβαρά τραύματα, αλλά ίσως η δομή της προσωπικότητάς του δε θιγεί τόσο πολύ. Δε θα έχει γίνει το ρήγμα στα θεμέλια του οικοδομήματος.

Βεβαίως, πάντα εξαρτάται από τον βαθμό της βίας και τη διάρκεια άσκησής της. Δυστυχώς, υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η βλάβη είναι μη αναστρέψιμη.

— Τα παιδιά μιλούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει;

Κάθε παιδί είτε με τρόπο λεκτικό, είτε με τη συμπεριφορά του, όπως εκρήξεις επιθετικότητας ή αντιστρόφως απόσυρση και απάθεια, είτε με ένα είδος σωματοποίησης, όπως κεφαλαλγίες, κοιλιακά άλγη, άσθμα, δερματίτιδες, δίνει κάποια σημάδια. Το θέμα είναι αν οι παιδίατροι, οι γενικοί γιατροί, οι δάσκαλοι έχουν τα εργαλεία, είναι ενημερωμένοι και μπορούν να υποψιαστούν το πρόβλημα.

— Πιστεύετε ότι είναι;

Οι περισσότεροι δεν είναι κατάλληλα ενημερωμένοι. Κάποιοι είναι αρκούντως υποψιασμένοι, αλλά η γενική τάση όλων είναι να κάνουν τους ανυποψίαστους. Διότι δεν αισθάνονται ότι υπάρχει η δομή μέσα στο σύστημα, της εκπαίδευσης για παράδειγμα, όπου θα μπορούσαν να απευθυνθούν, να βρουν στήριξη. Αν υπήρχε ένα σύστημα ενημέρωσης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών, θα ήταν αρκετοί αυτοί που θα αναλάμβαναν δράση. Ομοίως οι παιδίατροι. Χρειάζονται όμως υποδομή, νομικό πλαίσιο και χρόνος, ώστε να μπορέσεις να έρθεις σε επικοινωνία με ένα παιδί και να καταλάβεις τι συμβαίνει.

«Υπάρχουν εργαλεία για να καταλάβει κανείς: παιχνίδια, το σχέδιο, μια σειρά από ψυχοδραματικές τεχνικές», εξηγεί ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης

— Χρησιμοποιούμε κάποια κλισέ όταν μιλάμε για περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης. Όπως ότι αν κάποιος την έχει υποστεί, θα κάνει το ίδιο. Τι ισχύει;

Τα πράγματα δεν είναι γραμμικά, ότι δηλαδή κάποιος που υπέστη βία σε υψηλό βαθμό, όπως σεξουαλική κακοποίηση, θα επαναλάβει αυτή τη μορφή της βίας ή κάποια άλλη, όπως φυσική, ψυχολογική ή ηθική κακοποίηση. Ανήκει βέβαια σε ομάδα υψηλού κινδύνου. Αυτό που σχεδόν πάντα ισχύει είναι πως ένα μεγάλο τραύμα στην παιδική ηλικία ή στην αρχή της εφηβείας κλονίζει τη δημιουργία της ψυχοσεξουαλικής και κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου. Και το κάνει να μην μπορεί να διαχειριστεί την επιθετικότητά του.

Τα άτομα που υποβλήθηκαν σε αυτές τις καταστάσεις νιώθουν ότι δεν τα είδαν ως προσωπικότητες που πληγώνονται, ντρέπονται ή πονάνε, αλλά ως άψυχα πράγματα· μια καρέκλα που πάνω της ξεσπά κανείς την επιθετικότητά του, ένα κρέας που πάνω του ξεσπά κανείς τη διέγερσή του. Πολλές φορές σε τέτοιες καταστάσεις «αδειάζουν» το μυαλό τους για να μην εγγράψουν, να μη βιώσουν ολοκληρωτικά την κρίση. Αν εκτεθούν στη συνέχεια της ζωής τους σε παρόμοιες συνθήκες, ίσως κάποιοι, με ξανά «άδειο το μυαλό τους», μηχανικά, ενεργητικά ή παθητικά, επαναλαμβάνουν το τραύμα.

— Πώς αντιμετωπίζονται τα παιδιά όταν η υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο;

Παλαιότερα οι διαδικασίες της ανάκρισης ήταν πολύ άσχημες. Υπήρχαν συνήγοροι των θυτών που ήθελαν τα μικρά παιδιά να παραστούν στο δικαστήριο, τα πίεζαν πάρα πολύ, ασκούσαν ηθικούς εκβιασμούς λέγοντας «πρόσεχε τι λες γιατί θα στείλεις τον πατέρα σου για πάντα στη φυλακή και δε θα τον ξαναδείς ποτέ». Δίναμε μάχη για να μην πάνε τα μικρά παιδιά στο δικαστήριο, για να μη θυματοποιούνται ξανά και ξανά. Είναι το ίδιο θέμα που έχουμε με τις γυναίκες που βιάζονται και των οποίων οι ανακρίσεις πολλές φορές είναι μια νέα θυματοποίηση. Αυτό δεν έχει αλλάξει ριζικά, αλλά τουλάχιστον τα παιδιά εξετάζονται σε δωμάτιο και όχι στην ακροαματική διαδικασία. Αυτό το έχουμε καταφέρει.

— Η επιστημονική εμπειρία τι έχει καταγράψει για τη στάση της μητέρας σε μια οικογένεια όπου υπάρχει ενδοοικογενειακή βία;

Υπάρχουν δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη η σεξουαλική καταπίεση των παιδιών συμβαίνει εν αγνοία της μητέρας και όταν εκείνη το ανακαλύπτει, το χρησιμοποιεί αμέσως για να διαλύσει μια οικογένεια η οποία, φυσικά, βρίσκεται σχεδόν υπό διάλυση. Η δεύτερη είναι η περίπτωση όπου είναι γνωστό στη μητέρα και το καλύπτει για να κρατήσει μέσα στην οικογένεια τον άνδρα, γιατί πιστεύει ότι αν φύγει θα καταστραφούν η ίδια και η οικογένεια. Αυτό τις περισσότερες φορές έχει υλική βάση, οικονομική.

Μια περίπτωση που είχα δουλέψει ήταν ενός παιδιού στην αρχή της εφηβείας που έκανε καταγγελία και η μητέρα στην αρχή στήριξε την κόρη και η αστυνομία συνέλαβε τον σύζυγο και πατέρα. Μερικές μέρες μετά η μητέρα πίεσε το παιδί να αναιρέσει την καταγγελία και όταν τη ρώτησα γιατί, μου απάντησε «ποιος θα μας θρέφει; Ποιος θα φέρνει το μεροκάματο στο σπίτι;». Αυτό δείχνει ότι πρέπει να υπάρχουν έτοιμες δομές, έτοιμοι ξενώνες, διαθέσιμα επιδόματα, ένα ταμείο, έτσι ώστε οικογένειες με πολύ μεγάλες δυσκολίες να βρίσκουν άμεσα υποστήριξη.

Κακοποίηση

9 Αυγ 2020

Χρηματοοικονομική εκπαίδευση από το δημοτικό

Του Νικόλαου Δ. Φίλιππα
Καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, πρόεδρος και ιδρυτής του Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικού Αλφαβητισμού

Σύμφωνα με πρόσφατες επιστημονικές μελέτες, δισεκατομμύρια πολίτες σε ολόκληρο τον κόσμο αδυνατούν να διαχειριστούν τα οικονομικά τους και να καταλάβουν βασικές οικονομικές έννοιες όπως το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (και πώς αυτό διαμορφώνεται), την ποσοτική χαλάρωση (και τις συνέπειες που έχει στο ύψος των επιτοκίων και στο μέλλον των συντάξεων), τον τρόπο που η αύξηση του προσδόκιμου ζωής επηρεάζει το ύψος των μελλοντικών συντάξεων, την έννοια της δίκαιης τιμής (και πώς δημιουργούνται οι «φούσκες»), τον υπερδανεισμό (και τις διαχρονικές επιπτώσεις του).

* Να σημειωθεί ότι η υπερχρέωση ίσως είναι το σημαντικότερο οικονομικό πρόβλημα του πλανήτη στις μέρες μας, στον βαθμό που το συνολικό παγκόσμιο ιδιωτικό και δημόσιο χρέος στο πρώτο τρίμηνο του 2019 έχει ξεπεράσει το αστρονομικό ποσό των 246 τρισ. δολαρίων.

Όπως είναι γνωστό από τη χρηματοοικονομική επιστήμη, η ασύμμετρη πληροφόρηση λειτουργεί εις βάρος των οικονομικά ασθενέστερων ομάδων, διευρύνοντας τις υπάρχουσες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Ως εκ τούτου, η χρηματοοικονομική εκπαίδευση αναδεικνύεται σήμερα ως μια ιδιαίτερα σημαντική δράση για τους πολίτες, καθώς τους βοηθά να καταρτίζουν σωστούς και προσαρμοσμένους στις ανάγκες τους ατομικούς και οικογενειακούς προϋπολογισμούς, να διαχειρίζονται σωστά τα χρήματά τους, να προστατεύονται από διάφορους χρηματοοικονομικούς κινδύνους, να μην υπερχρεώνονται, να αποταμιεύουν και να επενδύουν αποτελεσματικά έχοντας στο μυαλό τους την ποιότητα ζωής τους κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησης.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι πολλές χώρες (ΗΠΑ, Ιταλία κ.ά.) μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 έχουν συστήσει αρμόδια εθνικά συμβούλια για την ενδυνάμωση της χρηματοοικονομικής ικανότητας των πολιτών και πολλές άλλες χώρες σχεδιάζουν και προωθούν εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν τον χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό των πολιτών. Μάλιστα, σύμφωνα με κορυφαίους οργανισμούς σε ολόκληρο τον κόσμο, όπως ο ΟΟΣΑ (2005), η Unicef (2012) και η World Bank (2017), η χρηματοοικονομική εκπαίδευση πρέπει να ξεκινάει όσο το δυνατόν νωρίτερα στη ζωή των πολιτών, δηλαδή από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Επίσης, στην άποψη αυτή έχουν καταλήξει κορυφαίοι ψυχολόγοι σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι συμφωνούν ότι τα παιδιά είναι ώριμα να κατανοήσουν την έννοια της αποταμίευσης ακόμη και από την ηλικία των 4 ετών.

Ήδη πάνω από 10 χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν υιοθετήσει υποχρεωτικά προγράμματα χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Τσεχία, Εσθονία, Ιαπωνία, Μαλαισία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σιγκαπούρη, Νότια Αφρική, Ταϊλάνδη, ορισμένες πολιτείες στις ΗΠΑ). Άλλη ομάδα χωρών (Βραζιλία, Βέλγιο, Ρωσία) έχει ξεκινήσει πιλοτικά προγράμματα χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης από το δημοτικό. Τέλος, σε ένα άλλο σύμπλεγμα χωρών (Αυστραλία, Καναδάς, Δανία, Γαλλία, Κίνα, Ινδονησία, Ιρλανδία, Λίβανος, Λετονία, Νέα Ζηλανδία, Περού) η χρηματοοικονομική εκπαίδευση αποτελεί μέρος του προγράμματος σπουδών τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.


Η προαγωγή της χρηματοοικονομικής γνώσης στα παιδιά και στους νέους είναι ιδιαίτερης σπουδαιότητας για τη δημιουργία ενός χρηματοοικονομικά εγγράμματου πληθυσμού, ικανού να λαμβάνει σωστές αποφάσεις μακριά από τις παγίδες του λαϊκισμού. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της χώρας μας, στην οποία η κρίση αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική και πολύχρονη, λόγω του χρηματοοικονομικού αναλφαβητισμού και της αδυναμίας κατανόησης και επίλυσης των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της χώρας τόσο από ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών όσο και από ένα μέρος της πολιτικής ηγεσίας.

Η προαγωγή της χρηματοοικονομικής γνώσης και μιας θετικής χρηματοοικονομικής νοοτροπίας στα παιδιά και στους νέους είναι σημαντική για την εξασφάλιση της μελλοντικής τους ευημερίας, αντιλαμβανόμενοι τη «μεγάλη εικόνα», κατανοώντας ταυτόχρονα τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που αναδύονται στη νέα πολύπλοκη ψηφιακή πραγματικότητα.

Είναι προφανές ότι στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, που σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της IBM η υπάρχουσα γνώση διπλασιάζεται κάθε 12 ώρες, απαιτείται ριζική αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, ξεκινώντας από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίνοντας έμφαση στις νέες αξίες και στις νέες δεξιότητες που απαιτούνται από τις προκλήσεις της νέας εποχής.

Η υιοθέτηση και η εισαγωγή στην εκπαιδευτική διαδικασία νέων ιδεών, όπως αυτή της επιχειρηματικότητας που υιοθέτησε πρόσφατα η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, κινούνται αναμφίβολα προς τη σωστή κατεύθυνση. Είναι όμως αναγκαίο να προχωρήσουμε με γρηγορότερους ρυθμούς, αναδιαμορφώνοντας το εκπαιδευτικό σύστημα με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του μέλλοντος, δημιουργώντας γερές βάσεις για μια σταθερή οικονομία και μια ευήμερη και συνάμα αξιοκρατική κοινωνία.

Aν επιθυμούμε λοιπόν να διαμορφώσουμε μια μελλοντική κοινωνία χρηματοοικονομικά ενήμερων και υπεύθυνων πολιτών, η προσπάθειά μας θα πρέπει να ξεκινήσει σήμερα από το δημοτικό σχολείο!


Εκπαίδευση

Διαβάστηκαν περισσότερο την τελευταία εβδομάδα