18 Δεκεμβρίου 2011

Οι παιδεραστές της διπλανής πόρτας

«Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει το μέγεθος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σοκαριστεί εκ των προτέρων και μόνο –χωρίς καν να χρειάζεται να δει ό,τι έχουμε δει εμείς. Και να σου πω και κάτι; Η εμπειρία λέει ότι στις κλειστές κοινωνίες της ελλη­νικής επαρχίας όλο και κάτι κυκλοφορεί... Για θυμήσου την ιστορία με τον Δουρή... Όταν μαθεύτη­καν τα αίσχη, όλοι έπεσαν από τα σύννεφα. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, όλο και κάτι “είχαν πο­νηρευτεί”. Τα παιδιά δεν μπορούν να κρύψουν κάτι τόσο σοβαρό, όσο και αν πιέζονται από τις οικο­γένειές τους να σιωπήσουν, για λόγους που όλοι ξέρουμε...».

Ο άνθρωπος που τα λέει αυτά έχει περάσει από διάφορα πόστα στην αστυνομία. Ανάμεσα σε αυτά και υπηρεσίες της Ασφάλειας για την προστασία των ανηλίκων. Όταν όμως τότε, την τελευταία η­μέρα του 1993, η Ελλάδα συγκλονιζόταν με την υπόθεση Δουρή, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Ούτε διαμετακομιστικό κέντρο του ασιατικού, ανατολικοευρωπαϊκού και βαλκανικού οργανωμένου εγκλή­ματος είχε γίνει η Ελλάδα, ούτε και οι ομάδες, οργανωμένες και μη, των παιδεραστών είχαν βάλει στην εργαλειοθήκη της ανωμαλίας τους τη σκοτεινή πλευρά του διαδικτύου και των συστημάτων κοινωνικής δικτύωσης.

Τρεις περιπτώσεις

Η τελευταία υπόθεση από το Ρέθυμνο (Δεκέμβριος 2011) έρχεται να επιβεβαιώσει για ακόμη μία φο­ρά τον κανόνα του «καθ’ όλα φυσιολογικού παιδεραστή της διπλανής πόρτας». Ο γυμναστής Νίκος Σειραγάκης (τα στοιχεία και η φωτογραφία του δημοσιεύτηκαν κατόπιν εισαγγελικής οδηγίας) συ­νελήφθη επ’ αυτοφώρω με δύο ανήλικα αγόρια, έπειτα από έρευνες της Αστυνομίας με τη βοήθεια υψηλής τεχνολογίας, που διήρκησαν, σύμφωνα με την ίδια, 14 μήνες. Κάτι που ευλόγως δημιουργεί την απορία για το πόσο χρόνο θα χρειαζόταν για τη σύλληψη του γυμναστή, σε περίπτωση που δεν υπήρχε η υποβοήθηση της τεχνολογίας...

Όμως, το θέμα δεν είναι (μόνο) εδώ. Όπως καταγγέλθηκε και στα τοπικά Μέσα, ο 47χρονος άντρας είχε πολιτικές επαφές, ακόμη και συγγενικές σχέσεις, με παράγοντες της τοπικής κοινωνίας. Κατά ένα μεγάλο μέρος τις είχε καλλιεργήσει και μέσα από την προπονητική του ιδιότητα στην ομάδα μπάσκετ, αλλά και από την καθηγητική του. Σύμφωνα με τις πρώτες έρευνες είχε παρενοχλήσει σε­ξουαλικώς 39 αγόρια αλλά οι καταγγελίες γι’ αυτές τις παρενοχλήσεις πηγαινοέρχονταν από την Α­στυνομία στην Εισαγγελία και το αντίστροφο. Ορίστε μία από τις καταγγελίες –ενός αγοριού: «Με πήγε σε ένα ξωκλήσι σε ένα χωριό που δεν είχα πάει ποτέ. Ήταν μακριά από το σπίτι μου. Πριν μπούμε στο αυτοκίνητο, μου είπε ότι εκεί θα καθόμασταν στη φύση και θα μου έλεγε πώς να γίνω πιο καλός άνδρας. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε, αλλά αφού ήταν καθηγητής μου τον ακο­λούθησα. Μετά άρχισε να με ακουμπάει. Πρώτα στο χέρι. Ένιωσα αμήχανα. Περίεργα. Ντρέπομαι. Δεν μπορώ να σας πω άλλα. Αφήστε με...».

Ας δούμε τώρα και από την ανάποδη, από την πλευρά του παιδεραστή, τον τρόπο με τον οποίο πε­ριγράφει στις αρχές τι έκανε και τι λέει γι’ αυτό. Το 2005 συνελήφθη από τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος ένας ιδιωτικός υπάλληλος 42 ετών, που εργαζόταν σε μπαρ της Μυκόνου. Στο σπίτι ό­που έμενε βρέθηκαν δύο άλμπουμ με 59 φωτογραφίες, οι οποίες εικόνιζαν τη σεξουαλική δραστη­ριότητα του ίδιου με δέκα ανήλικα παιδιά. Όταν ανακρίθηκε, είπε μεταξύ άλλων: «Έχω πάθος με την παιδική σάρκα. Είχα μόνιμη ερωτική σχέση με έναν 16χρονο αλλοδαπό. Λυπάμαι που δεν πρό­λαβα να συνευρεθώ ερωτικά και με άλλα παιδιά...». Κάθε φωτογραφία που παρήγε με δικά του μέσα την πωλούσε μέσω διαδικτύου (δηλαδή μέσω πιστωτικών καρτών) σε τιμές που ξεκινούσαν από 80 ευρώ και διαμορφώνονταν ανάλογα με τη σκληρότητα και την ηλικία των παιδιών. Μεταξύ των υπό εμπόρευση φωτογραφιών βρέθηκαν και κάποιες με παιδιά που έπαιζαν γυμνά σε παραλί­ες...

Λίγους μήνες έπειτα από τη σύλληψη του υπαλλήλου στη Μύκονο ήταν η σειρά ενός καθηγητή στη Βόρεια Ελλάδα. Την επιχείρηση παγίδευσης και σύλληψής του μας περιγράφει το πρώην στέλεχος της ΕΛ.ΑΣ.: «Είχαμε μια καταγγελία από ένα γείτονά του. Έβαζε, λέει, αγόρια δώδεκα, δεκατριών, δεκατεσσάρων στο σπίτι. Από οικογένειες ξένες. Αλβανία, Πολωνία και τέτοια. Τον “στήσαμε”. Βά­λαμε τον γιο ενός συναδέλφου και τον πλησίασε, τάχα μου ότι έψαχνε ένα φίλο του και του χτύπη­σε το κουδούνι. Τον είχαμε καλωδιώσει και περιμέναμε με εισαγγελέα απ’ έξω σ’ ένα αυτοκίνητο. Ο άτιμος δεν έχασε ούτε λεπτό. Άρχισε να λέει στον πιτσιρικά πόσο άντρας δείχνει, ότι έχει γυμνα­σμένα πόδια και διάφορα τέτοια. Και άρχισε να του λέει τι έκανε με τον φίλο του. Μόλις τα είπε και βεβαιωθήκαμε ότι τα είχαμε γραμμένα, κάναμε ντου στο σπίτι και τον μαζέψαμε. Πριν τον στεί­λουμε στον εισαγγελέα τού πήραμε κατάθεση. Δεν μπορείς να φανταστείς τι έλεγε το στόμα του. Όλο “ε, και; τι έγινε;” έλεγε. Και δεν ήταν μόνο αγοράκια. Και με μικρά κορίτσια είχε πάει, τους έπαιρνε διάφορα δώρα και για να τους τα δώσει τούς έλεγε να του κάνουν το ένα, να του κάνουν το άλλο. Μας έλεγε για το παιδικό δέρμα και τέτοια. Πώς το μύριζε και πώς ένιωθε να ερεθίζεται όταν άγγιζε μικρά κορίτσια. Ήταν ένας συνάδελφος που είχε μια κόρη έξι ετών που έγραφε την κα­τάθεση. Δεν άντεξε και πετάχτηκε από το γραφείο, άρπαξε την καρέκλα που καθόταν και τη σήκω­σε στον αέρα για να του τη φέρει στο κεφάλι. Με το ζόρι τον κρατήσαμε».

Το προφίλ του παιδεραστή

Πόσο κοντά ή μακριά στην πραγματική ζωή είναι ο παιδεραστής; «Παιδεραστής μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε γύρω μας, νέος ή μεγαλύτερος, φτωχός ή πλούσιος, μορφωμένος ή αγράμματος, ερ­γαζόμενος ή άνεργος, οποιασδήποτε καταγωγής», λέει ένας ιδιωτικός ερευνητής της Αθήνας, που στο παρελθόν ενεπλάκη σε υποθέσεις παιδεραστίας που απασχόλησαν ιδιαιτέρως την επικαιρότη­τα. Γονείς που είχαν παρατηρήσει περίεργες συμπεριφορές στα παιδιά τους κατέφυγαν σε αυτόν για να μπορέσουν να μάθουν, καθώς οι αστυνομικές αρχές απαιτούν επίσημες και άρα επώνυμες καταγγελίες για να κάνουν έρευνα που αφορά ένα συγκεκριμένο παιδί.

«Στις περισσότερες περιπτώσεις», συνεχίζει, «ο παιδεραστής είναι άντρας, άνω των 30. Ζει μόνος του ή με τη μητέρα του και ο φιλικός του κύκλος δεν είναι μεγάλος. Αν είναι παντρεμένος, η σχέση με τη σύζυγό του είναι περισσότερο συντροφική και χωρίς σεξουαλικές επαφές. Όσον αφορά το ε­παγγελματικό του προφίλ, όπως το έχω μελετήσει εγώ, παρατηρούνται αρκετά κενά μεταξύ εργα­σίας και απραξίας και συνήθως με πρωτοβουλία του ίδιου.

»Γενικώς, απολαμβάνουν ένα είδος κοινωνικής αναγνώρισης και, σε πολλές περιπτώσεις, αυτό συν­δέεται με επαγγέλματα σχετικά με παιδιά, στα οποία ασκούν ένα είδος εξουσίας και γοήτρου. Έχει παρατηρηθεί ακόμη και το γεγονός ότι παιδιά-θύματα, τα οποία κατά βάση είναι κοντά στην εφη­βεία, κάτι που προτιμούν οι παιδεραστές, να αναπτύσσουν με αυτούς συμπεριφορές όμοιες με το “Σύνδρομο της Στοκχόλμης”, δηλαδή να μη θέλουν να τους καταγγείλουν και παράλληλα να ανα­πτύσσουν φιλικά αισθήματα προς αυτούς. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι μια κατηγορία παιδιών που μπαίνουν στο στόχαστρο των παιδεραστών είναι εκείνα που δείχνουν με τη συμπεριφορά τους πως έχουν ανάγκη από προστασία και ασφάλεια.

»Οι συνήθειες των παιδεραστών χαρακτηρίζονται από εμμονή με τα παιδιά που θέτουν ως στόχους
–κάνουν τα πάντα για να το πετύχουν. Προστατεύουν με κάθε θυσία τις συλλογές από φωτογραφί­ες, συνήθως αρέσκονται να διατηρούν σουβενίρ από κάθε εμπειρία τους και με κάποιο τρόπο έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι αυτό που κάνουν είναι “υγιές” και φυσιολογικό για τα παιδιά. Επίσης, βρίσκουν πάντοτε έναν τρόπο να είναι κοντά στο οικογενειακό περιβάλλον των παιδιών, αναπτύσ­σοντας σχέσεις με τους γονείς τους, ώστε να μπορούν ν’ αντικρούσουν ευκολότερα τυχόν αποκαλύ­ψεις των παιδιών. Τελειώνοντας με το προφίλ του παιδεραστή, αυτό που πρέπει να μείνει είναι ότι πρόκειται για εγκληματική δραστηριότητα που μπορεί να την κάνει ο οποιοσδήποτε, δεν είναι κανα­λιζαρισμένη σε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις, όπως μπορεί να είναι άλλα εγκλήματα».


► ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (17.12.2011), από τον Κώστα Κυριακόπουλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου