20 Αυγούστου 2017

Δέκα «μικρά» παιδικά δικαιώματα

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού (ΟΗΕ/UNICEF, 1959) και η Σύμβαση για τα Δι­και­ώ­μα­τα του Παιδιού (ΟΗΕ, 1989) τριάντα χρόνια αργότερα αφορούν θέματα όπως η προ­στα­σί­α της ζωής των παιδιών, της υγείας τους αλλά και το δικαίωμα που έχουν στην εκ­παί­δευ­ση. Πλάι όμως στις μεγάλες αυτές αρχές υπάρχουν και τα «μικρά» δικαιώματα της κα­θη­με­ρι­νής ζωής, που αφορούν περισσότερο τις οικογένειες. Δικαιώματα που κά­θε καλός γονιός πρέπει να σέβεται. Ας δούμε τα κυριότερα από αυτά:

1. Συναισθηματική αποδοχή. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να γίνεται αποδεκτό για ό,τι α­κρι­βώς εί­ναι και όχι για ό,τι θέλουν οι άλλοι. Οι ενήλικοι δεν πρέπει να «κατευθύνουν» αυ­θαί­ρε­τα τα παι­διά τους, να τα εξαπατούν και να τα υποχρεώνουν να δεσμεύονται με πράγματα που είναι έ­ξω από τις δυνατότητες και τον χαρακτήρα τους. Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να υ­πο­χω­ρούν στα καπρίτσια τους. Τα παιδιά, γενικά, ξέρουν πως βρίσκονται μέσα στην καρδιά και τη σκέ­ψη των γονιών τους, τους έχουν εμπιστοσύνη και είναι ικανά να αποδέχονται κάποιες πα­ρα­τη­ρή­σεις όταν τις βλέπουν δίκαιες (συχνά το βλέπουν) και να πειθαρχούν.

2. Ευνοϊκό περιβάλλον. Το περιβάλλον πρέπει να προσφέρει γαλήνη και ηρεμία στα παι­διά. Για να μεγαλώνουν με σιγουριά και θάρρος, για να μπορούν να ικανοποιούν τη φυσική τους περιέργεια, την ανάγκη τους να «εξερευνούν» και να «κοινωνικοποιούνται», πρέπει να μπο­ρούν να συχνάζουν και σε χώρους έξω από το σπίτι: στη γειτονιά, στην πόλη. Επομένως πρέ­πει όλοι να δεσμεύονται ότι οι γειτονιές, τα σχολεία, τα πάρκα κ.ο.κ. θα είναι πολιτισμένοι χώ­ροι, κατάλληλοι για τα παιδιά.

3. Χώρος για παιχνίδια. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την κίνηση όσο και τον αέρα. Τη σημερινή ε­πο­χή δεν παίζουν αρκετά σε ανοικτούς χώρους ελεύθερα, μαζί με άλλα παιδιά –ιδίως στις πό­λεις. Υπάρχουν βέβαια οι παιδικές χαρές, αλλά τον περισσότερο καιρό τους τον περνούν στο σπίτι, καθισμένα, ακίνητα, πράγμα που τα κάνει ευερέθιστα, νευρικά, ανασφαλή και ι­δι­ό­τρο­πα.

4. Το δικαίωμα στο λάθος. Είναι δύσκολο να μάθει κανείς χωρίς να κάνει λάθη. Ένας γονιός φυ­σι­κά πρέπει να προστατεύει τα παιδιά του και να μην αφήνει να κάνουν σοβαρά λάθη. Ω­στό­σο, καλύτερο είναι να τα βοηθάει να μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αν, για παράδειγμα, τα παι­διά διαλέγουν «κακές» (κατά τη γνώμη των γονιών) παρέες, οι απαγορεύσεις και οι πε­ρι­ο­ρι­σμοί δε χρησιμεύουν σε τίποτα. Η πιο σωστή αντιμετώπιση είναι να τα βοηθούν, ώστε να α­ντι­λαμ­βά­νο­νται μόνα τους τα προβλήματα (αν υπάρχουν) και να αξιολογούν πιο σωστά τις πα­ρέ­ες τους. Αυτό προϋποθέτει γονείς διατεθειμένους για διάλογο με τα παιδιά τους.

5. Ανεξαρτησία. Δεν πρέπει να επιχειρούμε να λύνουμε τα προβλήματα που τα παιδιά μπο­ρούν να λύσουν μόνα τους. Πρέπει να τους αφήνουμε τον χρόνο και να τους δίνουμε τις ευ­και­ρί­ες να τα κατανοούν και να βρίσκουν τα ίδια λύση. Τα παιδιά που θέλουν να τα βγάζουν πέ­ρα μόνα τους έχουν κατά κανόνα γονείς διατεθειμένους να τα υποστηρίξουν, αν παραστεί α­νά­γκη, αλλά και που καταλαβαίνουν πότε η στιγμή είναι ακατάλληλη για να επέμβουν. Μπο­ρεί να είναι δύσκολο για έναν γονιό να βλέπει τα παιδιά του να αντιμετωπίζουν α­πο­γοη­τεύ­σεις, αλλά η επέμβαση σε κάθε περίπτωση δεν τα βοηθάει να μάθουν να αγωνίζονται.

6. Σταθεροί κανόνες. Το να μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα περιβάλλον χωρίς κανόνες ση­μαί­νει πως μεγαλώνει μέσα σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Όμως, όταν τα παιδιά δεν έχουν σταθερά σημεία αναφοράς, δεν αποκτούν την ικανότητα να αξιολογούν την πραγματικότητα και να προχωρούν σε καλές επιλογές. Καθώς μεγαλώνουν, βέβαια, οι κανόνες αλλάζουν και τα παιδιά μπορούν να τους αμφισβητούν, αλλά στα πρώτα τους χρόνια η ύπαρξη ο­ρι­σμέ­νων κα­νό­νων, εναρμονισμένων με την ηλικία τους, είναι πηγή σιγουριάς. Στα παιδιά αρέσει να νιώ­θουν πως οι γονείς τους μπορούν να ελέγχουν την κατάσταση.

7. Υπευθυνότητα. Από την προσχολική ηλικία ακόμη τα παιδιά πρέπει να συνηθίσουν να κά­νουν κάποιες μικρές «δουλειές», ας τις πούμε θελήματα, για να νιώθουν πως είναι χρή­σι­μα και να αναλαμβάνουν ευθύνες –στα μέτρα τους βέβαια. Είναι ένας τρόπος για να α­πο­κτούν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, να συνηθίζουν στον αλτρουισμό και να νιώθουν πως συμ­με­τέ­χουν στην οικογενειακή ζωή. Επαναλαμβάνουμε πως όλα αυτά (δουλειές, κα­θή­κο­ντα, ευθύνες) πρέπει πάντα να είναι στο μέτρο της ηλικίας τους.

8. Ελεύθερος χρόνος. Δεν πρέπει όλος ο χρόνος των παιδιών να είναι προγραμματισμένος. Εί­ναι δικαίωμά τους να έχουν κάποια χόμπι και ενδιαφέροντα ανεξάρτητα από το σχολείο και την οικογένεια. Πρέπει να έχουν ελεύθερο χρόνο, ακόμη και τον χρόνο να μην κάνουν τίποτα, να αφήνουν ελεύθερη τη φαντασία τους, να αναπαύονται, να αξιολογούν τις εμπειρίες τους. Μό­νο αν έχουν τη δυνατότητα να «χάνουν» χρόνο, θα μπορέσουν να γίνουν ενήλικοι ικανοί να βρίσκουν ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και τη διασκέδαση.

9. Ειλικρινείς απαντήσεις. Αν δεν απαντούμε στις ερωτήσεις τους, τα παιδιά θα πάψουν να μας ρωτάνε. Για να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης, πρέπει να είμαστε πάντα δι­α­θέ­σι­μοι για διάλογο. Αν υπάρχει αυτή η διάθεση, το παιδί μπορεί να καταλάβει πως ένας ενήλικος δεν είναι δυνατόν να τα ξέρει όλα και να κατανοήσει πως υπάρχουν στιγμές που ο γονιός μπο­ρεί να μιλήσει και άλλες που είναι προτιμότερο να σιωπήσει.

10. Σεβασμός στις κλίσεις τους. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα σε μια αγωγή που θα α­να­πτύσ­σει τις κλίσεις και τις δυνατότητές τους (όλα είναι προικισμένα με κάτι). Η εκ­παί­δευ­ση πρέπει να τους προσφέρει βασικές ικανότητες και, συγχρόνως, την ελευθερία να ανακαλύπτουν τα εν­δι­α­φέ­ρο­ντά τους και να τα αναπτύσσουν. Κάθε παιδί πρέπει να είναι ελεύθερο να ερευνά, να πειραματίζεται και να δραστηριοποιείται με σεβασμό στα όρια και τις δυνατότητές του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (02.05.2000) / CORRIERE SALUTE

18 Αυγούστου 2017

Σχολικό μπούλινγκ και κοινωνία

(ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

Ένας μαθητής 12 χρόνων πήγε φέτος (σχολικό έτος 2016-2017) σε καινούργιο σχολείο ε­πει­δή υπέστη μπούλινγκ. Ο μαθητής, έξυπνος και ικανός, έχει μια δυσκολία στη βάδιση. Αυτό τον κάνει διαφορετικό. Στο νέο του σχολείο δεν υφίσταται μπούλινγκ, δημιουργεί όμως φα­σα­ρί­ες, με τον συνεχή φόβο ότι θα τον κοροϊδέψουν.

Ένας άλλος μαθητής, με σύνδρομο Άσπεργκερ, είναι από τους πιο χαρισματικούς της τάξης. Έ­χει φυσικά τις δυσκολίες του, αλλά το παλεύει γενναία και διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου μα­θη­τή. Κάποιοι συμμαθητές του τον ενοχλούν, τον πειράζουν, του δημιουργούν προ­βλή­μα­τα. Εκείνος ανταπαντά, γίνεται επιθετικός.

Μια τρίτη μαθήτρια ζει δύσκολα με τη μητέρα της. Σε κακή οικονομική κατάσταση, ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νη από πατέρα, δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση. Τα κορίτσια δεν την κάνουν πα­ρέ­α, γιατί η φαντασία της είναι αχαλίνωτη και γιατί δεν της αρέσει να χάνει. Είναι όμως ένα υ­πέ­ρο­χα συγκινητικό πλάσμα, με φοβερές ικανότητες και με μια μητέρα που δίνει μάχες κυ­ρι­ο­λε­κτι­κής επιβίωσης.

Και για τα τρία αυτά παιδιά έχουν έρθει συστάσεις γονέων να φύγουν από το σχολείο όπου φοι­τούν. Και για τις τρεις –αλλά και για άλλες εκατόν τρεις– περιπτώσεις υπάρχουν γονείς που ζη­τούν από κάποιον δάσκαλο ή κάποιον διευθυντή να απομακρυνθούν τέτοια παιδιά α­πό τα παιδιά τους, γιατί δημιουργούν προβλήματα στα «αγγελούδια» τους. Γιατί είναι ε­πι­θε­τι­κά, είναι δύσκολα, είναι «περίεργα». Είναι διαφορετικά. Λες και η λέξη «διαφορετικός» είναι αρ­ρώ­στια ή λες και δεν είμαστε όλοι με έναν τρόπο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο –αλλά και τόσο όμοιοι.

Αναρωτιέμαι πλέον πολύ συχνά τι σημαίνει μπούλινγκ στα σχολεία. Τι είναι αυτό που εν­δι­α­φέ­ρει τόσο πολύ τους γονείς, με τέτοια μανία, ώστε να είναι το πρώτο πράγμα που μου ζη­τούν να μιλήσουμε (φαντάζομαι αυτό ισχύει για όλους τους ψυχολόγους του εκπαιδευτικού συ­στή­μα­τος). Τι είναι το μπούλινγκ; Ποιοι κάνουν μπούλινγκ; Ποιοι το υφίστανται; Γιατί το μπού­λινγκ αφορά μόνο τα σχολεία και όχι όλη την κοινωνία και, κυρίως, τις οικογενειακές σχέ­σεις, τις επαγγελματικές σχέσεις, τις σχέσεις μας γενικά με τους άλλους ανθρώπους;

Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απαίτηση ή η φαντασίωση μερικών να συναγελάζονται μό­νο με ομοίους τους ή «κανονικούς»; Τι είναι το μπούλινγκ, αν δεν είναι η απώλεια του ε­λέ­ους, αυτού του μαλακτικού για την ψυχή και για την κοινωνία;

Οι έρευνες αποδεικνύουν συνεχώς την επικράτηση του αριστερού ημισφαιρίου στον δυτικό κό­σμο. Το δεξί ημισφαίριο, της συναισθηματικότητας, της φροντίδας, του ανοίγματος των ο­ρί­ων του εαυτού, καθώς και της αποδοχής, δείχνει να δίνει τη θέση του στις ταχύτατες, εκ του μα­κρό­θεν, συναλλαγές. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται με τα συναισθήματά τους και κυρίως με την ετερότητα, τη διαφορετικότητα. Διαφορετικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο το χρώμα, το ύψος, το βάρος· δεν είναι μόνο η εκ γενετής έλλειψη, δυσκολία ή διαφοροποίηση στον ψυχισμό, στο σώμα ή στην ανάπτυξη. Διαφορετικό είναι και το ταλέντο, η υψηλή νοημοσύνη, οι πολ­λα­πλές ι­κα­νό­τη­τες, το χάρισμα, η ένταση, το πάθος.

Κάθε φορά που συναντάμε κάποιον διαφορετικό νιώθουμε την ανάγκη να φέρουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της σύγκρισης. Εάν ο άλλος υπολείπεται, τότε αισθανόμαστε γενναιόδωροι και φιλεύσπλαχνοι στην παντοδυναμία μας. Μόλις όμως ο άλλος είναι καλύτερος, γι­γα­ντώ­νο­νται σε τούτη τη χώρα ο φθόνος και η καταστροφή. Το ζήτημα είναι να κατορθώσουμε να α­ντέ­ξου­με τον άλλο χωρίς να είμαστε εμείς το κέντρο. Να αντέξουμε να σκεφτούμε για αυτόν, να τον φροντίσουμε, να ανοίξουμε έναν χώρο ύπαρξης για εκείνον, να μείνουμε εμείς στη θέ­ση μας και εκείνος στη δική του. Να αποδεχτούμε επιτέλους ότι ο άλλος είναι ένας άλλος και ε­μείς είμαστε εμείς. Να αναζητήσουμε επ’ ευκαιρία και ποιοι είμαστε εμείς.

Τα σχολεία δεν κινδυνεύουν από το μπούλινγκ των παιδιών. Η κοινωνία ολόκληρη κινδυνεύει α­πό το μεγάλο αλλά ρημαγμένο Εγώ του καθενός από εμάς, που περνάει από κρησάρα το κα­­θε­­τί μέσα από το πρίσμα τού «πώς το βλέπω εγώ». Αν αντέξουμε να μην είμαστε οι μόνοι και οι πιο σημαντικοί, τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να αποδεχθούμε ότι ζούμε σε έναν κό­σμο όπου δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε όλα, ότι ο δρόμος προς την αυτοπραγμάτωση είναι δύ­σβα­τος, ότι η επιθετικότητα δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα, αρκεί να αντέξουμε να δώ­σου­με ένα νόημα στο γιατί και στο ποιος. Κυρίως να δούμε με ορθάνοιχτα μάτια ότι οι πιο ε­πι­θε­τι­κοί είμαστε εμείς, που ενώ φαντασιωνόμαστε ότι φροντίζουμε καλά τον κήπο μας, μπο­λιά­ζου­με τα φυτά μας με αγκάθια, κρατώντας και μια καραμπίνα για όποιο σκαθάρι τολμήσει να ακουμπήσει στο δέντρο μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29.10.2016)

8 Αυγούστου 2017

Αγάπα, παιδί μου, το βιβλίο

Συγγραφείς παιδικών βιβλίων μιλούν για το
πώς δημιουργούνται μικροί αναγνώστες

Η αγάπη των Ελλήνων για τα βιβλία είναι ένα ποτήρι άλλοτε μισοάδειο, άλλοτε μισογεμάτο. Η μό­νη ελπίδα να το απογεμίσουμε με φρέσκο νεράκι είναι να κατορθώσουμε να εμ­φυ­σή­σου­με στα μι­κρά παιδιά τη βιβλιοφιλία. Δύσκολο εγχείρημα ομολογουμένως την εποχή των πολ­λα­πλών και κα­ται­γι­στι­κών ερεθισμάτων, που την προσοχή των μικρών παιδιών δι­εκ­δι­κούν καθημερινά η τη­λε­ό­ρα­ση, ο υπολογιστής και το τάμπλετ, και ο ελεύθερος χρόνος τους μοι­ρά­ζε­ται ανάμεσα σε χρο­νο­βό­ρες μετακινήσεις και αναρίθμητες εξωσχολικές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες και μαθήματα. Μπορούμε και πώς να μάθουμε τα παιδιά να αγαπούν τα βιβλία;


Απευθύναμε την ερώτηση σε μερικούς από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς παιδικών α­να­γνω­σμά­των. «Μπορούμε να τους διαβάζουμε βιβλία, να παίζουμε με βιβλία, να κυνηγάμε εκ­δη­λώ­σεις βιβλίου, να σκορπάμε βιβλία στον χώρο όπου μεγαλώνουν και να περιμένουμε ώ­σπου η πε­ρι­έρ­γει­ά τους να τα κάνει να ξεφυλλίσουν μερικά από αυτά», ήταν η συμβουλή του Α­ντώ­νη Πα­πα­θε­ο­δού­λου. Ο Φίλιππος Μανδηλαράς μάς πρότεινε «από μικρή ηλικία να παίρ­νου­με τα παιδιά μαζί μας στο βιβλιοπωλείο, να τους δείχνουμε αυτόν τον χώρο-τέμενος για τα βιβλία κι εκεί να τους μα­θαί­νου­με πώς διαλέγουμε ένα βιβλίο, ότι κοιτάμε την ιστορία, το οπισθόφυλλο κτλ. Το παιδί έ­τσι θα αγαπήσει σταδιακά το βιβλίο, θα επιλέγει μόνο του και κά­πως έτσι θα αποκτήσει α­να­γνω­στι­κή συνείδηση».

Όλοι οι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός: «Να αφήνουμε τα παι­διά να διαλέγουν. Να διαβάζουμε συχνά μαζί, δυνατά», προτρέπει η Ελένη Ανδρεάδη, ε­νώ ο Ευγένιος Τριβιζάς παροτρύνει τους γονείς να επιλέγουν παιδικά βιβλία που και οι ίδιοι α­πο­λαμ­βά­νουν και στέκεται, επίσης, στη συνύπαρξη παιδιού και γονιού πάνω από ένα βι­βλί­ο: «Η έννοια της “συναπόλαυσης” είναι καθοριστική. Αν οι γονείς διαβάζουν στο παιδί μια ι­στο­ρί­α που αφήνει τους ίδιους αδιάφορους, εκείνο το διαισθάνεται και αντιδρά ανάλογα. Αν ό­μως διασκεδάζουν οι ί­διοι με την όλη διαδικασία, τότε είναι πολύ πιο πιθανό να με­τα­δώ­σουν στο παιδί την αγάπη για το διάβασμα». Φυσικά, πολύ σημαντικό είναι να αγαπούν οι ί­διοι οι γονείς τα βιβλία και να τους βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν και να αντλούν α­πό­λαυ­ση από αυτά.

Ο ρόλος του σχολείου

Ποιος όμως είναι ο ρόλος του σχολείου σε όλη αυτή την προσπάθεια; Η Καλλιόπη Κύρδη εί­ναι εκ­παι­δευ­τι­κός και συγγραφέας, υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων στη Διεύθυνση Πρω­το­βάθ­μι­ας Εκ­παί­δευ­σης Α΄ Αθήνας: «Το σχολείο μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα για α­νά­γνω­ση όπως δρα­στη­ρι­ό­τη­τες με μορφή παιχνιδιού που εμπλέκουν βιβλία, ώρα ανάγνωσης ό­που δάσκαλος και παι­διά ε­πι­λέ­γουν και διαβάζουν βιβλία, αναπάντεχες γωνιές του σχο­λεί­ου ό­που μπορεί να γίνει μια α­τμο­σφαι­ρι­κή ανάγνωση, προτάσεις για βιβλία που συνδέονται με τα ενδιαφέροντα κάθε παι­διού, υ­πο­στή­ρι­ξη των επιλογών τους, χρόνος για να μιλήσουν για τα βιβλία που διαβάζουν».

Εμπιστοσύνη στη δουλειά που μπορεί να κάνει το σχολείο στη διαμόρφωση μικρών –και με­γά­λων– βι­βλι­ο­φά­γων δείχνει και η Άλκη Ζέη, που μας εξομολογήθηκε ότι «η πείρα μου από τις ε­πι­σκέ­ψεις στα σχολεία της Ελλάδας μού έδειξε ότι διαβάζουν εκείνα τα παιδιά που ο δά­σκα­λός τους έ­χει πάθος με τα βιβλία και βρίσκει χίλιους δυο τρόπους να τα κάνει να δια­βά­σουν. Αρχίζει να δια­βά­ζει ένα βιβλίο με υπέροχο τρόπο και ξαφνικά σταματά και λέει “η συ­νέ­χει­α αύριο” ή τους προ­τεί­νει να “παίξουν” το βιβλίο, να υποδυθούν τους ήρωες. Εγώ θυ­μά­μαι, όταν ήμουν μικρό παιδί, έ­παι­ζα με την αδερφή μου τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, για πα­ρά­δειγ­μα τον “Τρελαντώνη”. Ε­γώ έκανα την Πουλουδιά και η αδερφή μου τον Τρε­λα­ντώ­νη».

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, αντίθετα, πιστεύει ότι ο ρόλος του σχολείου είναι «καταστροφικός»: «Με­­γά­­λο μέρος των σχολικών βιβλίων είναι βαρετά, κουραστικά έως και απωθητικά. Τα­λα­νί­ζουν τό­σο τα παιδιά, ώστε μέσα από μια διαδικασία γενίκευσης εξηρτημένων α­ντα­να­κλα­στι­κών αι­σθά­νο­νται στην υπόλοιπη ζωή τους απέχθεια για οποιοδήποτε έντυπο, με την ε­ξαί­ρε­ση ίσως των καρνέ επιταγών».

Τι λένε οι συγγραφείς για το καλό παιδικό βιβλίο

Άλκη Ζέη: «Το παιδί ψάχνει να βρει τον εαυτό του στο βιβλίο. Αν ο ήρωας είναι πραγματικό παι­δί, τον αγαπά και διαβάζει το βιβλίο. Προσπαθώ, όταν γράφω για ένα παιδί 10 χρονών, ε­κεί­νη την ώρα να γίνομαι αυτό το παιδί».

Φίλιππος Μανδηλαράς: «Είναι αυτό που κάνει το παιδί να ταξιδεύει σε έναν νέο κόσμο, εί­ναι σαν να μπαίνει σε ένα καράβι και να ταξιδεύει στη θάλασσα».

Αντώνης Παπαθεοδούλου: «Ένα καλό παιδικό βιβλίο πρέπει να αφηγείται κάτι νέο και πρω­τό­τυ­πο ή κάτι γνωστό και ειπωμένο αλλά με έναν ολότελα νέο τρόπο. Πρέπει να τιμά τα παι­διά και να μην τα θεωρεί εύκολο κοινό. Να σέβεται το εύπλαστο της ηλικίας τους και τα ξε­χω­ρι­στά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Να σέβεται το δικαίωμα των παιδιών για ένα αισιόδοξο τέλος ό­σο δύσκολο κι αν εί­ναι το θέμα του. Και να “διδάσκει” περισσότερα στον πρωταγωνιστή μέ­σα α­πό την ιστορία και λι­γό­τε­ρα απευθείας στον αναγνώστη».

Καλλιόπη Κύρδη: «Αν εμείς, ως έμπειροι αναγνώστες, χαρούμε με την ανάγνωση ενός βι­βλί­ου για παιδιά, χαμογελάσουμε, νιώσουμε αγωνία, συμπάσχουμε με τους ήρωες, χαθούμε στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση, δηλαδή αν το απολαύσουμε, τότε είναι ένα καλό παιδικό βιβλίο».

Ελένη Ανδρεάδη: «Θα δανειστώ από τον παιδικό συγγραφέα Άνταμ Γκίντγουιτς. Αν ένα παι­δί δια­βά­σει όλο το βιβλίο, το κλείσει και το κρατήσει σφικτά στην αγκαλιά του λέγοντας “α­γα­πώ αυ­τό το βιβλίο”, τότε είναι ένα καλό βιβλίο».

Ευγένιος Τριβιζάς: «Να γοητεύει και να διασκεδάζει το παιδί, να διευρύνει τους δη­μι­ουρ­γι­κούς του ορίζοντες και να καλλιεργεί τη φαντασία του».

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (01.08.2017) / Μαρία Αθανασίου

6 Αυγούστου 2017

Το πορνό καθορίζει την ανδρική συμπεριφορά

Σε όσο μικρότερη ηλικία έρχεται ένα αγόρι σε επαφή με την πορνογραφία, συνήθως πλέον μέ­σω του διαδικτύου, τόσο περισσότερο θα έχει αργότερα την τάση να κυριαρχεί πάνω στις γυ­ναί­κες ως «μάτσο» άνδρας (ή μάλλον έτσι να νομίζει...). Όταν ο νέος εκτίθεται για πρώτη φο­ρά στην πορ­νο­γρα­φί­α σε μεγαλύτερη ηλικία, τότε έχει μεγαλύτερη τάση να συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται σαν ε­ρω­τύ­λος πλεϊμπόι και να είναι σεξουαλικά ασυγκράτητος. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας α­με­ρι­κα­νι­κής επιστημονικής έρευνας, η οποία συσχέτισε την ηλικία της πρώτης «συ­νά­ντη­σης» με την πορ­νο­γρα­φί­α και τις κατοπινές σεξιστικές τάσεις ενός άνδρα. Το βα­σι­κό συμπέρασμα: η πορ­νο­γρα­φί­α έχει πραγματική επίπτωση στο μυαλό, στο συναίσθημα και στις σχέσεις των ανδρών.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Νεμπράσκα, με επικεφαλής την Αλίσα Μπίσμαν, έ­κα­ναν τη σχε­τι­κή ανακοίνωση σε ψυχολογικό συνέδριο στην Ουάσιγκτον. Στην έρευνά τους με­λέ­τη­σαν 330 άν­δρες 17 έως 54 ετών. Η μέση ηλικία της πρώτης επαφής με την πορνογραφία ή­ταν τα 13, η νε­ό­τε­ρη τα 5 (!) και η μεγαλύτερη τα 26. Οι συμμετέχοντες (σχεδόν όλοι ε­τε­ρο­φυ­λό­φι­λοι) α­πά­ντη­σαν σε αναλυτικό ερωτηματολόγιο για τις απόψεις τους σε σχέση με το σεξ και τις σχέσεις με το άλ­λο φύλο. Διαπιστώθηκε ότι:
● Όσοι είχαν έρθει σε επαφή με το πορνό από πολύ μικροί συμφωνούσαν με απόψεις του τύ­που «τα πράγματα είναι καλύτερα όταν οι άνδρες έχουν το πάνω χέρι σε σχέση με τις γυ­ναί­κες».
● Όταν η επαφή με το πορνό είχε γίνει με καθυστέρηση, οι άνδρες, περιέργως, έτειναν να αλ­λά­ζουν συχνά συντρόφους και να το «παίζουν» πλεϊμπόι.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνδρες που έχουν δει πολύ πορνό συχνά δεν ευ­χα­ρι­στιού­νται το πραγ­μα­τι­κό σεξ και έχουν μεγαλύτερο άγχος απόδοσης στο κρεβάτι με τη σύντροφό τους. Όσοι έ­χουν δει λιγότερο πορνό τείνουν να απολαμβάνουν περισσότερο το σεξ στην πραγ­μα­τι­κή ζωή.

Η μελέτη, εξάλλου, διαπίστωσε ότι τα περισσότερα παιδιά έρχονται σε επαφή με την πορ­νο­γρα­φί­α τυχαία (44%) και όχι επειδή την αναζήτησαν επί τούτου (33%) ή επειδή κάποιος τους υ­πο­χρέ­ω­σε να τη δουν (17%).

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (05.08.2017)

Παγκόσμιες ικανότητες

(δημοσιογράφος)

Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα αλλάξουν στη ζωή τους επτά επαγγέλματα, τα τρία από τα ο­ποί­α δεν υπάρχουν ακόμη. Θα επικοινωνούν και θα συνεργάζονται πάνω σε συγκεκριμένα πρό­τζεκτ με ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη, τους οποίους θα συναντούν στην... ο­θό­νη του υ­πο­λο­γι­στή τους. Τα παιδιά του 21ου αιώνα θα βρεθούν σε έναν άλλο κόσμο όσον α­φο­ρά την ερ­γα­σί­α, που ούτε να φανταστούμε μπορούμε και βέβαια σε καμία περίπτωση δεν ξέρουμε τις νέες πα­ρα­μέ­τρους του. Το σίγουρο είναι ότι δε θα έχουν σημασία μόνο αυτά που ξέρεις, αφού η πρό­σβα­ση στην πληροφορία γίνεται ολοένα και πιο εύκολη για ολοένα και περισσότερους αν­θρώ­πους, αλλά κυρίως τι μπορείς να κάνεις με αυτά που ξέρεις, πώς μπο­ρείς να τα αξιοποιήσεις. Χρει­ά­ζο­νται, επομένως, «παγκόσμιες ικανότητες».

Η δυνατότητα προσαρμογής σε διαφορετικά περιβάλλοντα, η ι­κα­νό­τη­τα συνεργασίας με κοι­νό στό­χο, η επίλυση δύσκολων προβλημάτων με διαφορετικούς τρόπους, η ι­κα­νό­τη­τα να με­τα­βάλ­λεις τον εαυτό σου σχεδόν ταυτόχρονα με τον κόσμο είναι πια προαπαιτούμενα. Δύ­σκο­λα πράγ­μα­τα, βεβαίως, αλλά και συ­ναρ­πα­στι­κά συνάμα. Την ίδια στιγμή οι αλλαγές που προ­ω­θού­νται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύ­στη­μα δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ή, ακόμη χει­ρό­τε­ρα, τη χλευάζουν και την απαξιώνουν, κρίνοντάς τη μάλιστα με ι­δε­ο­λη­πτι­κούς όρους. Σαν να γίνεται να στα­μα­τή­σεις τη χρήση του διαδικτύου, επειδή μπορεί να χρησιμοποιείται για την προ­ώ­θη­ση του κα­πι­τα­λι­σμού.

Πολλές φορές οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν έχουν καν τόσο «βαθιά» κίνητρα· βα­σί­ζο­νται σε ένα οφθαλμοφανές κυνικό κομματικό πάρε δώσε: Το προνήπιο, για παράδειγμα, θα ε­ντα­χθεί στην υποχρεωτική εκπαίδευση, ώστε να προσληφθούν περισσότεροι εκπαιδευτικοί· τα Θρη­σκευ­τι­κά θα μείνουν γιατί δε συμφέρει πολιτικά να συγκρουστείς με την Εκκλησία· το ά­συ­λο στα πα­νε­πι­στή­μι­α θα επανέλθει για να ηρεμήσουν οι αριστεριστές...

Αρκεί ένα απλό «γκουγκλάρισμα» για να βρεθεί κανείς στον εκπαιδευτικό κόσμο της φα­ντα­σί­ας και της αλλαγής σε πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη. Φοβάμαι την ώρα που θα με ρω­τή­σει το παι­δί μου για ποιο λόγο υποχρεώθηκε να μάθει μέσα σε μια ιδεοληπτική, μίζερη και α­πό­λυ­τα βα­ρε­τή εκπαιδευτική πραγματικότητα, όταν στον κόσμο συμβαίνουν τόσα συ­ναρ­πα­στι­κά και εν­δι­α­φέ­ρο­ντα πράγματα.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (04.08.2017)

4 Μαΐου 2017

Εμβόλια: Ένα τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής

(αν. καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος ΔΣ ΚΕΕΛΠΝΟ)

Πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο φαραώ της Αιγύπτου Ραμ­σής ο 5ος καταγράφηκε ως το πρώτο διάσημο θύμα της πρώτης ιστορικά επιδημίας στον κό­σμο, της ευ­λο­γιάς. Από τότε και μέχρι την εξάλειψη της νόσου, στο τέλος της δεκαετίας του ’70, δεκάδες ε­κα­τομ­μύ­ρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από αυτήν. Συντριπτικά πε­ρισ­σό­τε­ροι όμως είναι εκείνοι που διασώθηκαν χάρη στο εμβόλιο κατά της ευλογιάς, το πρώτο εμ­βό­λι­ο που αναφέρεται στην ι­στο­ρί­α της Ιατρικής. Οι εμβολιασμοί κατά της ευλογιάς ε­φαρ­μό­σθη­καν συστηματικά σε παγκόσμιο επίπεδο από το 1956 και οδήγησαν στην εξάλειψη της νό­σου, η οποία ανακοινώθηκε επισήμως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) στις 8/5/1980.

Η ανακάλυψη και συστηματική χρήση των εμβολίων αποτελεί έναν από τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους –αν ό­χι τον σημαντικότερο– σταθμούς στον αγώνα για την προστασία της δημόσιας υ­γεί­ας. Στο πλαίσιο αυ­τό ο ΠΟΥ έχει καθιερώσει τον εορτασμό της Ευρωπαϊκής Εβδομάδας Εμ­βο­λι­α­σμών από τις 24 έ­ως τις 30 Απριλίου κάθε χρόνο με στόχο την πρόκληση και τον συ­ντο­νι­σμό ενημερωτικών δράσεων για τη σπουδαιότητα των εμβολιασμών αλλά και την αύ­ξη­ση της εμβολιαστικής κάλυψης του πλη­θυ­σμού.

Δυστυχώς, παρόλο που χάρη στα εμβόλια ασθένειες όπως η ευλογιά ή η πανώλη έχουν ε­ξα­λει­φθεί, παρόλο που οι σημερινοί παιδίατροι γνωρίζουν π.χ. τη διφθερίτιδα μόνο μέσα από τα βιβλία Ι­α­τρι­κής, η παράνοια της τελευταίας εικοσαετίας, που –κατ’ ευφημισμόν– ο­νο­μά­ζε­ται «αντιεμβολιαστικό κίνημα», απειλεί διαχρονικά αυτό το τεράστιο επίτευγμα της Ιατρικής: τα εμβόλια και τη συ­στη­μα­τι­κή τους εφαρμογή.

Η φωτιά που άναψε το 1998 ο ανεκδιήγητος Βρετανός «ερευνητής» Andrew Wakefield όταν, μέ­σω δημοσίευσης έρευνας-απάτης στο The Lancet, ισχυρίστηκε την ύπαρξη συνδέσμου με­τα­ξύ αυ­τι­σμού και εμβολίων, συνεχίζει να καίει και να στοιχίζει ζωές αθώων παιδιών, τα ο­ποί­α άφρονες γο­νείς αφήνουν ανεμβολίαστα. Υπέρογκα ποσά δαπανήθηκαν και περίπου 26 ε­κα­τομ­μύ­ρι­α παιδιά ε­ρευ­νή­θη­καν προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν βασιμότητα των ισχυρισμών του Wakefield. Όλες οι σχε­τικές έρευνες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: δεν υπάρχει καμία συ­σχέ­τι­ση μεταξύ εμβολίων και αυτισμού. Το επιστημονικό περιοδικό ζήτησε συγνώμη, α­φαι­ρέ­θη­κε η άδεια άσκησης ε­παγ­γέλ­μα­τος από τον Wakefield, αλλά το κακό είχε γίνει. Η α­νά­πτυ­ξη των νέων μέσων επικοινωνίας, που ως γνωστόν ευνοούν την ταχεία διάδοση και των πά­σης φύσεως θεωριών συνωμοσίας, συνέβαλε στην ενδυνάμωση της φωνής όσων πο­λε­μούν τα εμβόλια.

Κι ενώ θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά στον απλό πολίτη, που δεν μπορεί να δια­χω­ρί­σει την ήρα από το στάρι μέσα σε έναν ωκεανό πληροφοριών, είναι αδιανόητο να α­πο­δε­χθού­με πως υπάρχουν γιατροί που αρνούνται την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων. Έ­χο­ντας ασκήσει την Ιατρική επί 40 συναπτά έτη, έχοντας εργαστεί επί του πε­δί­ου στον α­να­πτυσ­σό­με­νο κόσμο και έχοντας διαπιστώσει με τα μάτια μου τι σημαίνει μια φτω­χή χώρα να μην μπορεί να εμ­βο­λιά­σει τα παιδιά της, καταδικάζω με τον πλέον κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρόπο όλους εκείνους τους ε­παγ­γελ­μα­τί­ες υγείας που από το ασφαλές τους γραφείο ε­ξα­πο­λύ­ουν μύδρους φαντασιοπληξίας κα­τά των εμβολίων. Οι γιατροί, όλοι οι επαγγελματίες υ­γεί­ας, δεν έχουμε την πολυτέλεια να πα­ρα­μέ­νου­με απαθείς: οφείλουμε να υψώσουμε σθε­να­ρή φωνή ενάντια στον παραλογισμό: τα εμβόλια είναι α­ποτελεσματικά και προστατεύουν τη ζωή των παιδιών μας.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25.04.2017)

3 Μαΐου 2017

Γονείς: Όλο και πιο διστακτικοί
έναντι του εμβολιασμού

Ανησυχητικές διαστάσεις αρχίζει να λαμβάνει και στην Ελλάδα το αντιεμβολιαστικό κίνημα. Ό­λο και πιο συχνά, οι παιδίατροι καλούνται να καθησυχάσουν τους γονείς που προ­σέρ­χο­νται στα ι­α­τρεί­α τους με ερωτήσεις σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων. «Η εντύπωση που έχουμε είναι ό­τι το φαινόμενο μέρα με τη μέρα μεγαλώνει», ανέφερε η κ. Μαρία Θε­ο­δω­ρί­δου, ομότιμος κα­θη­γή­τρια Παιδιατρικής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, σε ενημερωτική εκ­δή­λω­ση που διοργάνωσε το Κέ­ντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων με αφορμή την Ευ­ρω­παϊ­κή Εβδομάδα Εμβολιασμών (24-30 Απριλίου 2017).


«Μελέτη του 2012 του ΚΕΕΛΠΝΟ κατέδειξε ότι στους 100 γονείς ο ένας αρνείται να κάνει το εμ­βό­λι­ο. Τώρα μπορεί να έχει φθάσει να αρνούνται δέκα στους 100 γονείς. Αυτό που βλέ­που­με είναι ό­τι από τους πέντε γονείς που θα έρθουν στο ιατρείο οι τέσσερις θα εκφράσουν τη διστακτικότητά τους για τους εμβολιασμούς. Άλλος θα ρωτήσει μήπως δε θα πρέπει να κά­νει όλα τα εμβόλια στο παιδί του, άλλος θα ζητήσει να γίνουν τα εμβόλια αργότερα και άλ­λος μπορεί να μεταφέρει κάτι που άκουσε σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων, ζη­τώ­ντας την άποψη του γιατρού», σημείωσε η κ. Θεοδωρίδου, καταλήγοντας ότι «τα εμβόλια είναι θύ­μα­τα της ίδιας της επιτυχίας τους. Πολλές ασθένειες έχουν εξαλειφθεί λόγω των εμβολίων και δε θυμούνται πλέον οι νέοι την εγκεφαλίτιδα ως επιπλοκή της ιλαράς ή τα άτομα με κινητικές δυ­σκο­λί­ες λόγω της πολιομυελίτιδας». Τα πο­σο­στά εμβολιαστικής κάλυψης παραμένουν στην Ελλάδα υψηλά, γεγονός που έχει οδηγήσει στην «εκ­ρί­ζω­ση» ή και εξαφάνιση νο­ση­μά­των. Όπως ανέφερε η κ. Θεανώ Γεωργακοπούλου, υ­πεύ­θυ­νη του Τμήματος Ε­πι­δη­μι­ο­λο­γι­κής Επιτήρησης του ΚΕΕΛΠΝΟ, από το 2002 η Ελλάδα έχει α­να­κη­ρυ­χθεί χώρα «ελεύθερη πο­λι­ο­μυ­ε­λί­τι­δας», ενώ κανένα κρούσμα ιλαράς δεν έχει δηλωθεί από τις αρ­χές του 2016 έως τον Απρίλιο του 2017.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα του ΚΕ­ΕΛ­ΠΝΟ ή εδώ.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (26.04.2017) / Πέννυ Μπουλούτζα