15 Δεκεμβρίου 2011

Σωστοί γονείς οι αρκετά καλοί γονείς

Συνέντευξη με την Έφη Λάγιου-Λιγνού
(διδάσκουσα ψυχοθεραπεύτρια παιδιών και εφήβων, επόπτρια κλινικού έργου στην
Πανεπιστημιακή Παιδοψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγία Σοφία»)

Ποια είναι η «τέλεια μητέρα»;

Η τέλεια μητέρα είναι κακό πράγμα για το παιδί, δεν έχει ανθρώπινες διαστάσεις. Χρειάζεται α­πλώς μια αρκετά καλή μητέρα. Το παιδί θα χρειαστεί να ματαιωθεί για να αναπτυχθεί, χρει­ά­ζε­ται να στερηθεί, να νιώσει την απουσία, να αναπαραστήσει στον νου του την εικόνα αυτού που δεν έ­χει. Η φροντιστική μητέρα επιστρέφει και εδραιώνει την εικόνα της.

Μέσα από τη σχέση του με τη μητέρα κατακτά τη λειτουργία να σκέφτεται. Η μητέρα σκέ­φτε­ται για χάρη του, προσπαθεί να το καταλάβει. Έτσι το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει τον εαυτό του. Σ’ αυτή τη διαδικασία η μητέρα μπορεί να ’ναι μόνο μια αρκετά καλή μητέρα: δεν υ­πάρ­χει περίπτωση να μην κάνουμε λάθη αλλά δεν πειράζει, γιατί έτσι μπορούμε να ε­πα­νορ­θώ­σου­με εξαιτίας των ενο­χών που νιώθουμε και εδώ βρίσκεται η πρόκληση: το παιδί μπορεί να μας βάζει δύσκολα και χρειά­ζεται να ανταποκριθούμε.

Πολλοί γονείς τοποθετούν τα παιδιά τους στο κέντρο του κόσμου. Πόσο τα βοηθά να ε­ξε­λι­χθούν κάτι τέτοιο;

Ο γονιός που γίνεται θυσία για το παιδί του περιμένει ανταλλάγματα. Όταν έχει θυσιάσει την προ­σω­πι­κή του ζωή, περιμένει το παιδί να καλύψει όλες του τις ανάγκες που για χάρη του θυ­σί­α­σε. Το παιδί δεν έχει ούτε τη δυνατότητα ούτε τα προσόντα ούτε την υποχρέωση. Δεν μπο­ρού­με να του φορτώνουμε ότι για χάρη του τα παρατήσαμε όλα. Όχι. Για χάρη της δικής μας εικόνας, ως μητέ­ρας, τα παρατήσαμε. Είναι άδικο να περιμένουμε από το παιδί να γε­μί­σει τη ζωή της μαμάς του.

Υπάρχουν συνταγές επιτυχίας;

Οι γονείς χρειάζεται να διαφυλάξουν τη δική τους ικανότητα φροντίδας του παιδιού. Δεν είναι υ­πε­ράν­θρω­ποι και το παιδί τους έχει ανάγκη να βιώσει τις ανθρώπινες διαστάσεις τους. Ε­πι­πλέ­ον, σί­γουρα δεν εξυπηρετούν τις αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού με το να τρο­φο­δο­τούν (για τους δι­κούς τους λόγους) μια εικόνα του εαυτού τους «πανταχού παρούσα και τα πά­ντα πληρούσα». Αν είναι αδιάκοπα διαθέσιμοι, δεν αφήνουν στο παιδί χώρο να νιώ­σει την έλ­λει­ψή τους και κατά την απουσία τους να αντλήσει από τις μνήμες του, να αναπαραστήσει και να σκεφτεί. Προσπαθώντας να μην το απογοητεύσουμε, υπερβαίνουμε τα όρια αντοχής μας και τότε είναι δύσκολο να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις.

Είναι εφικτή μια ισορροπία σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες που βιώνουμε;

Σίγουρα ζούμε σε μια ζοφερή πραγματικότητα και συχνά οι κακές οικονομικές συνθήκες ε­νο­χο­ποι­ού­νται για τα προβλήματα των παιδιών. Παίζουν ρόλο, όμως, όχι γιατί έχουν άμεση ε­πί­δρα­ση στο παιδί, αλλά γιατί η αγωνία και ο θυμός των γονιών για τις συνθήκες διαβίωσης τούς δυσκολεύει να ’χουν χώρο στον νου τους για τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού τους, να έχουν την ψυχική αντοχή να διατηρήσουν με συνέπεια μια στάση οριοθέτησης και, χω­ρίς και οι ίδιοι να το καταλαβαί­νουν, προσάπτουν στο παιδί τον φόρτο των έντονα αρ­νη­τι­κών συναισθημάτων που τους πλημμυρί­ζουν. Συνήθως λόγω ενοχών μεγαλοποιούμε τις ελ­λεί­ψεις των παιδιών. Τίνος ανάγκη εξυπηρετούμε όταν τους αγοράζουμε παραπάνω πράγ­μα­τα απ’ όσα χρειάζονται, επειδή τα είδαν στη διαφήμιση ή τα έχουν τα άλλα παιδιά; Είναι ση­μα­ντι­κό να μπορούμε να εξηγήσουμε στα παιδιά μας ότι κάτι είναι ακριβό και δεν έχουμε τα λε­φτά να το αγοράσουμε. Δε χρειάζεται να παριστάνουμε τους πάμπλου­τους στα μάτια τους.

Μεγαλώνοντας το παιδί τους οι γονείς έχουν άλλη μια ευκαιρία να μεγαλώσουν οι ί­διοι;

Βέβαια, πολλές φορές οι γονείς δεν αντέχουν να του βάλουν όρια, να το ματαιώσουν, να πουν «ό­χι», αυτή την καταπληκτική λεξούλα που είναι εξίσου απαραίτητη για το παιδί όπως το «ναι». Είναι τρομακτικό για ένα παιδί να νιώθει ότι κυριαρχεί πάνω στους ενήλικες, από τους οποίους εξαρτάται η φροντίδα του: Ποιος θα το προστατέψει από τη –φανταστική μεν τρο­μα­κτι­κή δε– δύναμή του; Τα όρια συγκρατούν και προσφέρουν ασφάλεια. Όμως το παιδί δε σταματά να δοκιμάζει την αντοχή των ορίων του «όχι». Φαινομενικός στόχος του είναι να σπά­σει τα όρια, κρυφός στόχος είναι να ε­πιβεβαιώσει ότι είναι ανθεκτικά. Τα όρια που ξε­χει­λώ­νουν δε δείχνουν ευελιξία. Δείχνουν αδυναμία και ασυνέπεια του ενηλίκου –γονιού ή δα­σκά­λου– πάνω στον οποίο το παιδί στηρίζεται.

Λέγοντας «όχι» οι γονείς προσφέρουν την ασφάλεια των ξεκάθαρων ορίων στο χάος της ψυ­χι­κής ανωριμότητας του παιδιού τους. Του προσφέρουν πλαίσιο για να αναπτυχθεί, προ­ε­τοι­μά­ζο­ντάς το να είναι ανθεκτικό στις ματαιώσεις, τις απογοητεύσεις και τις αντιξοότητες της ζω­ής. Η δυνατότητα έκφρασης των έντονων συναισθημάτων και η διαπραγμάτευσή τους ε­πι­τρέ­πει την ομαλή συναισθη­ματική ανάπτυξη των παιδιών, νιώθουν ότι οι γονείς και οι δά­σκα­λοι αντέχουν την έκφραση αρνητι­κών συναισθημάτων.

Λέγοντας «όχι» στο παιδί δεν είμαστε κακοί γονείς, δημιουργούμε έναν χώρο ανάμεσα στις ε­πι­θυ­μί­ες και την πραγματοποίησή τους, έναν χώρο σκέψης.

Το δίλημμα όμως είναι «υποτακτικό ή ελεύθερο»;

Αν κάποιος σε υπηρετεί και κάνει όλες τις δουλειές για χάρη σου, τότε εσύ γίνεται αδύναμος, ε­ξαρ­τά­σαι από αυτόν και δε μαθαίνεις να αντέχεις τις απογοητεύσεις, να συμβιβάζεσαι. Δε γί­νε­σαι δυ­νατός. Κάθε περιορισμός είναι ευκαιρία για εξέλιξη.

Ανταποκρίνομαι στις ανάγκες του παιδιού δε σημαίνει κάνω ό,τι μου ζητήσει. Η ικανότητα να λέ­με «όχι» πρέπει να αντέχει τη συναισθηματική πίεση του παιδιού που διαμαρτύρεται και να συ­νο­δεύ­ε­ται από μια ευαισθησία για τις πραγματικές ανάγκες του. Τα παιδιά δεν είναι αγ­γε­λού­δια, ούτε εί­ναι δυνατόν να είναι συνεχώς ευτυχισμένα!

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (02.11.2011) / Ιωάννα Σωτήρχου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου