11 Απριλίου 2017

Τα παιδιά μας, αυτοί οι άγνωστοι

Από τη Μαριαλένα Σπυροπούλου
(ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

«​​​​Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για τον θάνατο του παππού του;», «Πώς να του πω για τον πατέρα του που έφυγε από το σπίτι;», «Τώρα στην εφηβεία δε θέλει να μου μιλήσει, γιατί;», «Γιατί μένει κλεισμένο στο σπίτι, τι σκέφτεται;», «Πώς να τον κατευθύνω ως προς τη σχολή που θα επιλέξει;». Αυτές είναι μόνο μερικές από τις ερωτήσεις που δέχομαι από γονείς καθημερινά. Συναντώ γονείς αγ­χω­μένους, ανήσυχους, με αγωνία για απλά αλλά και πιο σύνθετα πράγματα. Η διαπαιδαγώγηση είναι για αυτούς μια ιστορία συμβουλών. Θέλουν να πάρουν συμβουλές για το πώς θα αναθρέψουν τα παιδιά τους, θέλουν να δώσουν συμβουλές στα παιδιά τους. Μερικές φορές είναι πολύ φυσιο­λο­γι­κό να θέλουν μια κατεύθυνση, έναν άνθρωπο που κάπως ξέρει να τους πει κάτι ή να πει κάτι στα παιδιά τους. Κάποιες φορές, όμως, δεν μπορώ να δώσω συμβουλές, γιατί νιώθω ότι οι γονείς ρω­τά­νε τα λάθος πράγματα. Και τότε καμιά συμβουλή δε θα τους ικανοποιήσει.

Πολύ συχνά θέτω σε αμφισβήτηση την ικανότητα να γνωρίζουμε τα παιδιά μας: Εάν τα έχουμε πα­ρα­τηρήσει σε όλες τις φάσεις τους, εάν έχουμε περάσει ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο μαζί τους, ε­άν τους έχουμε μάθει να συζητούν και, τέλος, εάν παρατηρούμε τον εαυτό μας σε αλληλεπίδραση με το παιδί μας. Αν αντέχουμε το παιδί μας να είναι την ίδια στιγμή ο πιο δικός μας άνθρωπος και έ­νας ξένος· και να ισορροπούμε ανάμεσα σε αυτήν τη σιωπηλή σύμβαση. Αν, ακόμη, κινούμαστε πα­ράλ­ληλα με αυτό, αφουγκραζόμαστε τις αγωνίες του, το στηρίζουμε, του ανοίγουμε δρόμους αλ­λά, κυρίως, αν στεκόμαστε πίσω από αυτό ή δίπλα και όχι μπροστά –όχι πριν από αυτό για αυ­τό.

Πόσο γνωρίζουμε τα παιδιά μας; Τι είναι αυτό που μας κάνει να στεκόμαστε αμήχανοι απέναντι στις αγωνίες και στις επιθυμίες τους; Γιατί προσπαθούμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, να προλάβουμε τις κρίσεις ή να καλύψουμε τις ανάγκες τους; Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στο παιδί της κοι­λιάς μας και στο παιδί της καρδιάς μας; Γιατί προσπαθούμε να τα κατευθύνουμε, να τους δώσουμε τη δική μας φαντασίωση για αυτό που λέγεται ζωή; Και, τέλος, γιατί ξεχάσαμε τόσο πολύ πώς ή­μα­σταν εμείς παιδιά;

Λίγοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι το να γίνεις γονιός προϋποθέτει μια σπουδή του εαυτού –ό­χι του εαυτού του παιδιού μας, αλλά του παιδικού εαυτού μας. Κάθε φορά που ρωτάμε κάτι για το παιδί μας πρέπει να αναρωτιόμαστε εάν το ρωτάμε για εμάς ή για εκείνο. Τα παιδιά μας πρέπει να πα­ραμείνουν σε έναν βαθμό ολίγον άγνωστα για εμάς. Αλλά δε δικαιούμαστε να παραμείνουμε ε­μείς άγνωστοι με τον εαυτό μας μέχρι το τέλος της ζωής μας.


► ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (26.03.2017)

9 Απριλίου 2017

Οι θεμελιώδεις αξίες της παιδείας

Από τον Στάθη Ν. Καλύβα
(καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale)

Η​​ σημασία της παιδείας είναι κομβική τόσο για την προσωπική ανάπτυξη του κάθε ανθρώπου χω­ρι­στά όσο και για τη συνολική ανάπτυξη μιας χώρας. Γι’ αυτό και η παιδεία θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων μας. Επειδή όμως το θέμα της παιδείας είναι εξαιρετικά σύν­θε­το, πολλές φορές χάνουμε το δάσος για τα δέντρα. Θα ήθελα λοιπόν να υπενθυμίσω κάποιες θε­με­λιώ­δεις, κατά τη γνώμη μου, αξίες που πρέπει να συναποτελούν τον κεντρικό άξονα των σχετικών προβληματισμών.

1. Ερμηνεία και διαχείριση, όχι αναπαραγωγή

Η παιδεία στη χώρα μας εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να αντανακλά τις αξίες της εποχής στην ο­ποί­α θεμελιώθηκε. Παρά τις διάφορες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές που επιχειρήθηκαν κατά και­ρούς, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται σε υπερβολικό βαθμό από αξίες που μας κληροδότησε ο 19ος αιώνας. Παλιότερα η πρόσβαση στην πληροφορία ήταν εξαιρετικά δυσχερής και αυτό που έ­κα­νε κάποιους (και αργότερα κάποιες) να ξεχωρίζουν ήταν η ικανότητά τους να αναπαράγουν τη γνώση που αποκτούσαν. Η βασική μέθοδος ήταν η αποστήθιση.

Σήμερα πλέον ζούμε σε έναν κόσμο που κολυμπά μέσα σε μια σχεδόν απεριόριστη ποσότητα πλη­ρο­φο­ρίας. Η απάντηση σε ένα ερώτημα εξαρτάται απλούστατα από την ευκολία της πρόσβασής μας στο διαδίκτυο. Αυτό όμως που δεν είναι καθόλου αυτονόητο είναι η ερμηνεία και διαχείριση της τεράστιας αυτής ποσότητας πληροφοριών. Το ποιο ερώτημα θα θέσει κανείς είναι πιο σημα­ντι­κό από το ποια απάντηση θα λάβει, ενώ η σύνθεση είναι πολύ πιο σημαντική από την αποδελ­τί­ω­ση. Αντί λοιπόν το εκπαιδευτικό σύστημα να βασίζεται στην αποστήθιση, όπως συμβαίνει τώρα, θα έπρεπε να ενθαρρύνει και να καλλιεργήσει την κριτική ικανότητα. Είναι μάλιστα προφανές πως ο α­ναπροσδιορισμός αυτός δεν είναι απαραίτητος μόνο για την ανθρώπινη ανάπτυξη αλλά και για την επιβίωση της δημοκρατίας.

2. Ικανότητα απόκτησης καινούργιων δεξιοτήτων σε μόνιμη βάση

Είναι σχεδόν κοινότοπη η διαπίστωση πως η τεχνολογική επανάσταση έχει προκαλέσει τεράστιες α­να­τροπές στην οικονομία και πως μεταμορφώνει τα δεδομένα της απασχόλησης με ταχύτατους ρυθ­μούς. Η κυρίαρχη σήμερα αντίληψη πως στόχος των σπουδών είναι η απόκτηση ορισμένων συ­γκε­κριμένων δεξιοτήτων που αποτυπώνονται σε ένα πτυχίο, το οποίο και εξασφαλίζει την α­ντί­στοι­χη «επαγγελματική αποκατάσταση», έχει όλο και πιο περιορισμένη εφαρμογή. Η επαγγελματική α­γο­ρά χαρακτηρίζεται από μεγάλη αβεβαιότητα και ρευστότητα και αυτό απαιτεί πάνω απ’ όλα τη δυνατότητα να μπορεί κανείς να εξελίσσεται συνεχώς. Η συνεχής, όμως, αυτή εξέλιξη και προσαρ­μο­γή δεν είναι κάτι που διαθέτουμε αυτόματα. Είναι μια δεξιότητα που αποκτούμε μέσω της μά­θη­σης και που πρέπει να παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα.

3. Ποικιλία αντί ομοιομορφίας

Ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να προσαρμόζεται στους χρήστες του και επομένως να λειτουργεί με πολλαπλές ταχύτητες. Πρέπει, για παράδειγμα, να βοηθά ταυτόχρονα τους τα­λα­ντού­χους να γίνουν άριστοι, αλλά και τους πιο αδύναμους να ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους. Πρέ­πει να μη θέτει προσκόμματα στις οικογένειες που διαθέτουν τους πόρους για να επιδιώξουν μια υ­ψη­λότερου επιπέδου παιδεία για τα μέλη τους, αλλά ταυτόχρονα να ενισχύει όσους είναι μεν ι­κα­νοί αλλά δε διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους. Τα ακριβά ιδιωτικά σχολεία πρέπει να συνυ­πάρ­χουν με τα πρότυπα δημόσια σχολεία αριστείας. Τα δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια που το επιθυμούν θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν τα προγράμματα σπουδών τους, τις παιδαγωγικές μεθόδους τους, τις γλώσσες διδασκαλίας τους κτλ. και να κρίνονται με βάση τα αποτελέσματά τους. Οι πρακτικές αυτές προφανώς και δεν είναι συμβατές με το σημερινό υπέρμετρα συγκε­ντρω­τι­κό και τυπολατρικό σύστημα.

4. Προτεραιότητα στους χρήστες έναντι των λειτουργών

Στους περισσότερους τομείς της κρατικής οικονομίας (π.χ. μέσα μαζικής μεταφοράς, ΕΡΤ, ΔΕΚΟ) οι κρατικές δομές ευνοούν κυρίως τα μέλη σε σχέση με τους χρήστες τους. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς πως πολλές κρατικές δομές υπάρχουν κυρίως για να παρέχουν προσόδους στους υ­παλ­λήλους τους.

Προφανώς η ποιότητα της παιδείας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότη­τα των λειτουργών της, καθώς και τις συνθήκες εργασίας τους. Κακά εκπαιδευμένοι και κακοπλη­ρω­μέ­νοι δάσκαλοι δεν πρόκειται να παράγουν καλούς μαθητές. Από την άλλη όμως, η αίσθηση του καθήκοντος και η ευθύνη που επιτάσσει η παροχή της μόρφωσης είναι χαρακτηριστικά που δεν εγγυάται από μόνος του ένας καλός μισθός. Όλοι μας έχουμε προσωπικά παραδείγματα δασκάλων που έκαναν κάτι πα­ρα­πά­νω για εμάς και γνωρίζουμε την τεράστια σημασία που είχαν οι πράξεις αυτές για τη μετέ­πει­τα διαμόρφωσή μας. Είναι, επομένως, επιτακτικό οι καλύτεροι δάσκαλοι να τυγχάνουν προνομια­κής μεταχείρισης σε σχέση με τους λιγότερο καλούς.

Είναι αναμφίβολο πως οι αποφάσεις που θα μετουσιώσουν τις θεμελιώδεις αυτές αρχές σε πράξη δεν είναι ούτε αυτονόητες ούτε εύκολες. Αν όμως δε γίνουν πυξίδα μας, δεν πρόκειται να κατα­φέ­ρου­με τίποτα.


► ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12.03.2017)

30 Ιανουαρίου 2017

Μην τα βοηθάτε διαρκώς στα μαθήματα!

«Εάν θέλετε τα παιδιά σας να προοδεύσουν στο σχολείο, μην τα βοηθάτε διαρκώς να κάνουν τα μαθήματά τους», σημειώνεται σε πρόσφατες έρευνες, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η υπερβολική ε­νασχόληση των γονιών με τα μαθήματα των παιδιών έχει, τελικά, αρνητική επίπτωση στην ανάπτυ­ξή τους και στην κατάκτηση της γνώσης, αφού οι μαθητές αισθάνονται ότι δεν είναι ικανοί να τα καταφέρουν μόνοι τους.

Οι εκπαιδευτικοί εξηγούν ότι μερικοί γονείς γράφουν οι ίδιοι τις σχολικές εργασίες, ενώ η εμπλοκή στην εκπαίδευση των παιδιών είναι τόσο μεγάλη, που φτάνει στο σημείο να στέλνουν στους εκπαι­δευτικούς μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανά πάσα στιγμή, ακόμη και τα Σαββατοκύριακα, για να ρωτήσουν λεπτομέρειες σχετικά με την εργασία που έχει να κάνει το παιδί τους.

Τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη των μαθητών από αυτού του είδους τη γονική βοήθεια μπορεί να είναι πιο σοβαρά από όσο μπορεί να φανταστεί κά­ποιος. Οι γονείς εκφράζουν τελικά, με αυτή την επίμονη ενασχόληση, τη μεγάλη σημασία που έχει για εκείνους η επιτυχία των παιδιών τους στο σχολείο με μια συμπεριφορά η οποία ενδέχεται να προκαλέσει στα παιδιά διαφόρων ειδών αντιδράσεις: κρίσεις άγχους, ενίσχυση ναρκισσιστικών τάσεων, έλλειψη επιμονής στην κατάκτηση –με τη δική τους προσπάθεια– της γνώσης.


Σύμφωνα με τη μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις, τα παιδιά με ηλικία μεγαλύτερη των εννέα ετών προσλαμβάνουν την εμπλοκή των γονιών στην ολοκλήρωση των εργασιών τους ως ένδειξη δικής τους ανικανότητας. Η βοήθεια σε ένα παιδί μπορεί να είναι χρήσιμη στα πρώτα χρό­νια της εκπαίδευσής του, λένε οι ερευνητές, αλλά οι γονείς θα πρέπει, καθώς το παιδί τους μεγα­λώνει, να προσαρμόσουν την υποστήριξή τους και να το βοηθούν μόνο αν εκείνο το ζητά.

Όσο για τη συμμετοχή των γονέων στις εργασίες των εφήβων, αυτή θεωρείται μόνο επιζήμια δεδο­μένου ότι το παιδί πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται τον φόρτο των εργασιών του, να μάθει να είναι αυτόνομο και να γνωρίζει ότι ευθύνεται για τη βαθμολογία του.

Τέλος, τονίζουν οι ερευνητές, δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τον χρυσό κανόνα της επιτυχούς εκπαί­δευσης: ο ρόλος των γονιών δεν είναι να βοηθούν τα παιδιά τους να πετυχαίνουν εύκολα έναν στό­χο σήμερα, αλλά να συνδράμουν στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων εκείνων που θα τους επιτρέψουν αργότερα να λύνουν τα προβλήματά τους χωρίς τη βοήθεια των γονιών.


► ΠΗΓΗ: ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ (27.01.2017), από τον Γιώργο Καρουζάκη (αφορμή)

22 Ιανουαρίου 2017

Ανατροφή παιδιών ή γονιών;

Από τη Μαριαλένα Σπυροπούλου
(ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια)

​​​​«Δεν έχει αυξηθεί το μπούλινγκ στα σχολεία;», «δεν έχει χαλάσει η εκπαίδευση;», «τι να κάνουμε με τη μικρή που τσιρίζει;», «έχουν αγριέψει οι εποχές, τα παιδιά μας κινδυνεύουν», είναι μερικές α­πό τις φράσεις που άκουσα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού από γονείς με μικρά παιδιά, μόλις πληροφορούνταν την ιδιότητά μου. Είναι άξιο παρατήρησης ότι κάθε φορά που υπάρχει στην παρέ­α κάποιος ψυχολόγος οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ανοιχτούν, να εξωτερικεύσουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους. Και είναι λογικό. Υπάρχει πολύ μεγάλη ανάγκη για στήριξη, κατα­νόηση, ένα αφτί να τα πεις, και μάλιστα ένα αφτί που νιώθεις ότι κάτι ξέρει παραπάνω από έναν απλό φίλο.

Ωστόσο, αυτό που είναι έντονο πλέον είναι ότι οι άνθρωποι ανοίγουν σοβαρές συζητήσεις χωρίς να τις παίρνουν στα σοβαρά και χωρίς να θέλουν να μετακινηθούν. Τα παιδιά τους, ως διά μαγείας, ναι­· εκείνοι όχι.

Είναι δύσκολο να είσαι γονιός. Πάντα ήταν. Παρότι οι τωρινοί γονείς διεκδικούν έναν μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας, λέγοντας γενικά και αόριστα ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Φυσικά και έχουν αλλάξει. Αλλά και οι γονείς έχουν αλλάξει. Αυτό που δε γίνεται αντικείμενο βαθύτερης κατανόησης είναι ότι το χρέος δεν είναι να μεγαλώσουμε μόνο παιδιά. Το χρέος μας είναι να μεγαλώσουμε τον εαυτό μας. Αυτό έχει αλλάξει συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές, οι οποίες όχι ότι κατόρθωναν πολλά πράγματα σε βάθος, άντεχαν όμως σε μεγαλύτερες πιέσεις και προσαρμόζονταν στη διευρυ­μένη πυρηνική οικογένεια τηρώντας θεσμούς και παραδόσεις.

«Μα δεν είναι εγωιστικό να ασχολούμαι με μένα και όχι με το παιδί μου;» με ρώτησε μια νεαρή μη­τέ­ρα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη παρερμηνεία που γίνεται. Η έννοια «ασχολούμαι με τον εαυτό μου» φαντάζει σαν την επιστροφή σε μια ξέφρενη εφηβεία. Ενώ θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτή ως η με­γαλύτερη κληρονομιά που θα αφήσουμε στα παιδιά μας. Η στροφή στον εαυτό οφείλει να πολλα­πλασιάζει τελικά τον χώρο για να μπουν μέσα τα μέλη του οικογένειας και όχι να αποκλείει τη δίο­δο της επαφής. Άλλωστε το παράδειγμα μορφώνει, όχι η συμβουλή.

Τι σημαίνει –πρακτικά– ασχολούμαι με τον εαυτό μου; Πόσα από τα ερωτήματα που ταλανίζουν τους γονείς αφορούν τον εαυτό τους και όχι τα παιδιά τους; Γιατί φοβούνται τόσο πολύ κάποιοι γο­νείς και γιατί αναζητούν εχθρούς και όχι συμμάχους στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους; Πώς γίνεται να υπάρχει κακός δάσκαλος, κακός αστυνομικός, κακός παπάς, κακοί γείτονες, κακοί φίλοι και τελικά μόνο οι γονείς να μένουν ανεπηρέαστα καλοί; Πώς γίνεται να απαιτούν τα παιδιά τους να ακούν τις συμβουλές τους, τη στιγμή που οι περισσότεροι δεν αντέχουν να ακούσουν κάτι για τον ε­αυτό τους; Ποιος μας είπε ότι άπαξ και δημιουργήσαμε οικογένεια είμαστε και αρκετά ώριμοι ή και ικανοί για να διαχειριστούμε τα πάντα; Και πώς ζητάμε από τα παιδιά μας να μεγαλώσουν τη στιγ­μή που η μεγαλύτερη δυσκολία αυτής της κοινωνίας είναι να μεγαλώσει;

Μεγαλώνω δε σημαίνει ψηλώνω. Μεγαλώνω σημαίνει αποκτώ επαφή με την ψυχική μου πραγματι­κότητα. Με τις δυσκολίες μου, τις αμφιθυμίες μου, τους παλιμπαιδισμούς μου, με τις λογικές και παράλογες ανάγκες μου. Με το παρελθόν μου.
● Μεγαλώνω σημαίνει κόβω τον ομφάλιο λώρο. Δεν παίρνω χρήματα από τους γονείς μου στα 40 μου, όση κρίση κι αν έχουμε. Δεν τους παίρνω τηλέφωνο κάθε ώρα για να μιλήσω για τα προβλή­ματά μου ούτε τους ζητώ συνέχεια να με ξελασπώνουν.
● Μεγαλώνω σημαίνει αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να μην έχω τη ζωή που φαντάστηκα αλλά αυτή εί­ναι η ζωή –και την παλεύω.
● Μεγαλώνω σημαίνει ζητώ συγγνώμη.
● Μεγαλώνω σημαίνει αποκτώ δική μου ζωή. Πραγματική. Δε συνεχίζω τη ζωή των γονιών μου, δεν κλέβω τη ζωή των παιδιών μου, ούτε κληρονομώ τις συνήθειες του άντρα ή της γυναίκας μου, ούτε γινόμαστε όλοι μαζί ένας διαγενεαλογικός χυλός όπου το παιδί δεν ξέρει εάν η γιαγιά είναι μαμά και εάν η μαμά είναι το παιδί.
● Μεγαλώνω σημαίνει αντιμετωπίζω κατάματα τη σεξουαλικότητά μου και τις ευθύνες μου. Χωρίς ε­νοχές αλλά και χωρίς να μας ανήκει ο κόσμος.

Δεν είναι τυχαίο που όταν μετατίθεται το βάρος από τα παιδιά στον εαυτό μας, οι περισσότεροι αλ­λάζουν κουβέντα. Διότι, όπως είπε γλαφυρά και ένας μπαμπάς, «έλα, καλοκαίρι είναι, μη μας βά­ζεις δύσκολα»...


► ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25.09.2016) – απόσπασμα

Είχε κακοποιηθεί ως παιδί και έπραξε το ίδιο

Είναι ιδιαίτερα ψυχοφθόρο, αλλά η διαδικασία επαναλαμβάνεται κάθε φορά που έρχεται στο φως μια υπόθεση κακοποίησης παιδιού. Οι άνθρωποι στο «Χαμόγελο του Παιδιού», έχοντας ενημερωθεί για τα στοιχεία του περιστατικού, ξεφυλλίζουν τα αρχεία τους για τυχόν καταγγελίες σε σχέση με το συγκεκριμένο οικογενειακό περιβάλλον. Μήπως είχαν δεχθεί καταγγελία για κακοποίηση του παι­διού στο παρελθόν αλλά οι Αρχές είχαν κωλυσιεργήσει; Μήπως θα μπορούσε η τραγική κατά­λη­­ξη να είχε αποφευχθεί;

Προχθές (10.01.2017) η αναζήτηση αυτή κατέληξε σε μια συγκλονιστική αποκάλυψη. Το «Χαμόγε­λο του Παιδιού» είχε ενημερωθεί για μια τραγική υπόθεση κακοποίησης. Ένα αγοράκι μόλις 2,5 ε­τών από τη Σκάλα Λακωνίας είχε μεταφερθεί εσπευσμένα στο Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης με σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και μώλωπες. Οι γιατροί, εκτιμώντας την κατάστασή του, έ­κριναν ότι έπρεπε να διακομιστεί επειγόντως στο Νοσοκομείο Παίδων Αγλαΐα Κυριακού. Εκεί νοση­λεύεται μέχρι σήμερα σε κρίσιμη κατάσταση στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Το παιδί φέ­ρε­ται να έχει πέσει θύμα κακοποίησης της 23χρονης μητέρας του και του 54χρονου συντρόφου της, οι οποίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα με την κατηγορία της κακοποίησης α­νη­λί­κου.

Αμέσως το «Χαμόγελο του Παιδιού» δήλωσε διαθεσιμότητα για παροχή βοήθειας στο παιδί. Παράλ­ληλα έλεγξε εάν η οικογένεια είχε απασχολήσει την οργάνωση στο παρελθόν. Τότε βρέθηκε ότι το 2006 είχε υπάρξει ανώνυμη καταγγελία από ευαισθητοποιημένο πολίτη στην «Εθνική Τηλεφωνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056» για την κακοποίηση και παραμέληση μιας 11χρονης από τον ίδιο της τον πατέρα σε περιοχή της Λακωνίας. Είχαν ενημερωθεί οι αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες και οι αρχές της περιοχής, όμως τελικά το κοριτσάκι δεν απομακρύνθηκε από το ακατάλληλο περιβάλ­λον όπου ζούσε. Εκείνη η 11χρονη, σύμφωνα με το «Χαμόγελο του Παιδιού», είναι η 23χρονη μητέ­ρα που φέρεται να κακοποίησε το δικό της παιδί.


Θα είχε συμβεί ό,τι συνέβη εάν τότε το κορίτσι είχε απομακρυνθεί από την οικογένειά της και είχε μεγαλώσει σε ασφαλές περιβάλλον; «Κανείς δεν μπορεί να ξέρει», αναφέρουν από την οργάνωση. Το ερώτημα όμως αρκεί.


► ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (12.01.2017), από τη Λίνα Γιάνναρου