30 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ύπνος θρέφει τα παιδιά

Από τη Χριστίνα Σανούδου

Δε θα ξεχάσω ποτέ το αίσθημα έκπληξης και τρόμου, με το οποίο ξυπνούσα τα χειμωνιάτικα πρωινά της παιδικής μου ηλικίας. Έξω δεν είχε ακόμα ξημερώσει και το αθώο μυαλό μου δυσκολευόταν να κα­ταλάβει γιατί έπρεπε να εγκαταλείψω από τόσο νωρίς το ζεστό κρεβάτι μου για να βρεθώ σε μια τάξη γεμάτη εξίσου αγουροξυπνημένα και ανίκανα να συγκεντρωθούν παιδιά. Ξανά και ξανά οι ενή­λι­κες μου υπενθύμιζαν ότι το σχολείο αποτελεί «προθάλαμο» της επαγγελματικής ζωής και καλά θα κάνω να συνηθίσω ή με διαβεβαίωναν πως όταν μεγαλώσω θα καταλάβω.

Αντίθετα με τις προβλέψεις τους, ουδέποτε κατάφερα να απαλλαγώ από τη φαντασίωση ενός κό­σμου όπου οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν ωράριο καταστημάτων, οι υπάλληλοι γραφείων προλα­βαί­νουν να απολαύσουν το πρωινό τους και οι μαθητές φτάνουν στο σχολείο ξεκούραστοι, με καθαρό μυαλό. Για χρόνια πίστευα πως αποτελούσε ένδειξη ανωριμότητας, φαίνεται όμως πως η «ουτοπία» μου έχει αρκετούς υποστηρικτές –κάποιους μάλιστα εντός της επιστημονικής κοινότητας. Τον Σε­πτέμ­βριο του 2015 ο δρ Paul Kelley, ερευνητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και ειδικός σε θέ­μα­τα ύπνου, εξέπληξε το κοινό στο Βρετανικό Φεστιβάλ Επιστημών όταν πρότεινε στα δημοτικά σχο­λεία της χώρας να αρχίζουν το πρόγραμμά τους το νωρίτερο στις 8.30 και στα γυμνάσια να με­τα­θέσουν την ώρα έναρξης μαθημάτων κατά δύο με τρεις ώρες, επιτρέποντας στους εφήβους (που έχουν διαφορετικούς κιρκαδικούς ρυθμούς) να κερδίζουν δέκα ώρες επιπλέον ύπνου την εβδομάδα. «Είμαστε μια κοινωνία στερημένη από ύπνο, αλλά οι ηλικίες 14 με 24 εμφανίζουν μεγαλύτερες ελ­λεί­ψεις από κάθε άλλο κομμάτι της κοινωνίας. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στις επιδόσεις και στη σωματική και πνευματική υγεία», υπογράμμισε.

Όμως και οι μεγαλύτεροι φαίνεται ότι πλήττονται από την έλλειψη ύπνου. Σύμφωνα με τον δρα Kel­ley, τα άτομα από 24 έως 35 ετών κοιμούνται κατά μέσο όρο μία με μιάμιση ώρα λιγότερο από όσο έχει ανάγκη ο οργανισμός τους, ενώ μόνο μετά τα 55 προσαρμοζόμαστε εύκολα στο «τυπικό» ω­ρά­ρι­ο 8 π.μ. με 4 μ.μ. Πρόταση του ερευνητή είναι οι επιχειρήσεις να εφαρμόζουν κυλιόμενο ωράριο, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση των ατυχημάτων στους δρόμους και σηματοδοτώντας το τέλος των περιόδων αιχμής στις πόλεις.


► ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (29.09.2015)

6 Σεπτεμβρίου 2015

Ακροβάτες μεταξύ offline και online ζωής

Η χρήση των νέων μέσων κάνει το άτομο να αποκτά μια ηλε-
κτρονική προσωπικότητα με ό,τι αυτή μπορεί να συνεπάγεται

Από τον Μανώλη Ανδριωτάκη
(συγγραφέας, αρθρογράφος, blogger)

Το διαδίκτυο τείνει να γίνει δεύτερη φύση. Είναι μια προέκταση του εαυτού μας, ένα μέσο ενσωμα­τω­μέ­νο στην εργαλειοθήκη της καθημερινής μας επιβίωσης. Μπορεί ως εργαλείο να μην έχει μεγά­λη ιστορία, αλλά η διείσδυσή του σε κρίσιμα πεδία του βίου γίνεται όλο και πιο αισθητή. Το δια­δί­κτυο είναι ο νέος κοινός μας τόπος, η νέα κοινή μας επικράτεια. Από τη στιγμή που ο καθένας μπο­ρεί να κυκλοφορεί με μια φορητή συσκευή στα χέρια του και να είναι διαρκώς διασυνδεδεμένος, α­να­δύε­ται στην επιφάνεια ένα νέο αίτημα, μια νέα πρόκληση: Πώς θα ισορροπήσουμε την offline ζωή με την online ζωή; Πώς θα δραπετεύσουμε από τις ψευδαισθήσεις που πωλούνται αφειδώς τό­σο εντός όσο κι εκτός των δημοφιλών δικτύων; Είναι απαραίτητο άλλοτε να δαιμονοποιούμε και άλ­λοτε να ε­ξι­δανικεύουμε τις επιλογές μας ή έχουμε κι εναλλακτικές;


Το βέβαιο είναι ότι στις νέες προκλήσεις δεν μπορείς να απαντάς με παλιά εργαλεία σκέψης. Ναι, θα χρησιμοποιήσω το διαδίκτυο για να επικοινωνήσω, να ενημερωθώ, να ψυχαγωγηθώ, να εκφρα­στώ, ακόμη και να «χαζολογήσω», αλλά θα το πράξω με συνείδηση, με νόημα, με πνευματική ε­γρή­­γορση, με αυτεπίγνωση. Είναι τέτοια η ρευστότητα κι η πλαστικότητα του μέσου, η δύναμή του να σε κάνει να χάνεσαι και να ξεχνιέσαι, που χρειάζεται διαρκώς να στοχάζεσαι τη θέση σου εντός του. Δεν είναι εύκολο, δεν περιέχεται στις οδηγίες χρήσης του. Ακόμα και η πιο αθώα καθημερινή πλοήγηση, με τη μονότονη περιοδικότητα και κανονικότητά της, μπορεί να προσδώσει στον χρήστη χαρακτηριστικά επίκτητης προσωπικότητας ή, αλλιώς, αυτό που ο καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πα­­νε­πιστήμιο του Στάνφροντ Elias Abejaoude αποκαλεί «ηλεκτρονική προσωπικότητα».

Παθογένειες και κριτική συμμετοχή

Η ηλεκτρονική προσωπικότητα δεν είναι ένα θεωρητικό σχήμα. Προκύπτει από την εικονική περι­ή­γη­ση του χρήστη στο διαδίκτυο και φέρει συγκεκριμένες παθογένειες, οι οποίες, αν δεν αντιμετω­πι­στούν, καταλήγουν σε παθολογίες. Καθώς όμως βρισκόμαστε σε μια εν εξελίξει κατάσταση, κα­μί­α σχετική ασθένεια δεν έχει το κατάλληλο φάρμακο. Στο βιβλίο του «Virtually you: The traits of e-per­sonality» (Norton, 2011) ο Abejaoude αποφαίνεται ότι οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δι­κτύ­­ω­σης συμβάλλουν οικειοθελώς σε ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα, του οποίου τα αποτελέσματα δεν είναι κανείς σε θέση να γνωρίζει σήμερα. Επομένως, η συνετή στάση απέναντι στο φαινόμενο αυ­τό μπορεί να είναι μια πιο κριτική συμμετοχή.

Για να εξασφαλίσουμε ένα ικανό επίπεδο ψυχικής και πνευματικής υγείας και να αντισταθμίσουμε τα ελλείμματα που προκαλούνται από την εκτεταμένη χρήση του διαδικτύου, θα χρειαστεί να α­ντι­σταθούμε σε πολύ ανθρώπινες παρορμήσεις, έχοντας πάντα στο μυαλό μας ότι στο διαδίκτυο ι­κα­νο­ποιούμε πραγματικές ανάγκες κι επιθυμίες. Ο Abejaoude, περιγράφοντας τα ανησυχητικά χαρα­κτη­ριστικά της ηλεκτρονικής προσωπικότητας, προτείνει μια σύγχρονη μορφή «γνώθι σαυτόν». Πιο συγκεκριμένα, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε μια σειρά πυρηνικών ιδιοτήτων του είδους μας, οι ο­ποίες πυροδοτούνται και μεγεθύνονται μέσω της συμμετοχής μας στα διαδικτυακά μέσα. Τέτοιες εί­ναι η ψευδαίσθηση του μεγαλείου, ο ναρκισσισμός, η καθημερινή μνησικακία, οι ψυ­χα­να­γκασμοί, ο εθισμός, η ανωριμότητα, οι επιδερμικές σχέσεις, η αυταπάτη της γνώσης, η απώλεια της ιδιω­τι­κό­τητας.

Πώς θα αυτοθεραπεύσουμε την ψευδαίσθηση του μεγαλείου που μας προσφέρει η απόκτηση δημό­σι­ου βήματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Με την ταπεινότητα, με την επίγνωση ότι η γνώμη του άλλου είναι εξίσου βαρύνουσα και σοβαρή. Με την ενσυναίσθηση θα αμβλύνουμε πολύ και τις υ­πόλοιπες παθογένειες που αφορούν την έλλειψη φυσικής επαφής με τον άλλο. Μπαίνοντας συ­νει­δη­τά στη θέση του, μειώνουμε τις πιθανότητες να υποκύψουμε στην επιδειξιομανία και τον κυ­νι­σμό, ενώ απομακρυνόμαστε και από την κοινότοπη τάση να φερόμαστε με σκληρότητα σε ανθρώ­πους που δε γνωρίζουμε.

Δεν είναι μόνο ο εθισμός

Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους ψυχαναγκασμούς που μας επιβάλλει η διαδικτυακή χρήση με ε­λεγχόμενη αυτοσυγκράτηση, καθορισμένες «δίαιτες» και «ψηφιακές αποτοξινώσεις». Πιθανώς έ­τσι να αντιμετωπίσουμε την «υπερσύνδεση», τους αφόρητους περισπασμούς και τον εθισμό. Ο τε­λευ­ταί­ος προβάλλεται δυσανάλογα περισσότερο ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας της προ­σω­πι­κό­τη­τας, ενώ η καλπάζουσα ανωριμότητα, ο πειρασμός του τρολαρίσματος, η ένδεια της γλώσ­σας, η ε­πιρρέπεια στη χαμέρπεια και η αυταπάτη της γνώσης παρουσιάζονται ως ελάσσονες ή πα­ρε­μπί­πτουσες πτυχές, κάτι σαν παράπλευρες αλλά ανεκτές απώλειες. Για όλα αυτά το πιστοποι­η­μέ­νο φάρμακο είναι η μελέτη, η επαφή με το διαφορετικό, η νοηματοδότηση των σχέσεών μας και της ε­παφής μας με τον κόσμο.


► ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (05.09.2015) – απόσπασμα