18 Μαρτίου 2015

Οι τραμπούκοι της ζωής μου

(δημοσιογράφος, εκδότης της εφημερίδας LiFO)

To πιο καθοριστικό πράγμα της ζωής μου ήταν το μπούλινγκ που δέχτηκα μικρός. Πρώτον, δι­ό­τι μου στέρησε την παιδική μου ηλικία. Δεύτερον, γιατί μου προκάλεσε έναν απέραντο φό­βο, που πο­τέ δεν ξεπέρασα και κατά καιρούς καταλύει ό,τι κερδίζω.

Όσα συμβαίνουν σε κάθε άνθρωπο που ενηλικιώνεται –θάνατοι, καταστροφές, αστάθειες– τα δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­σαι σχετικά ευκολότερα. Λες είναι η μοίρα των ανθρώπων, η φύση των πραγ­μά­των –εί­ναι κάτι γενικό. Όμως τον φόβο που σου κληροδότησε το μπούλινγκ δύσκολα τον σκε­πά­ζεις, πόσο μάλλον τον σβήνεις. Γιατί έρχεται από τη ρίζα του εαυτού σου –τότε που δι­α­μορ­φω­νό­ταν. Είναι ένα «ελάττωμα» δικό σου: το ατομικό σου στίγμα.

Κι αυτό το στίγμα είναι ο εξοστρακισμός από την ομάδα και την κοινωνία. Η αίσθηση ότι δε σε θέ­λουν –επειδή είσαι σεξουαλικά, φυλετικά, σωματικά ή ψυχικά ασυνήθιστος. Αυτή η ε­πι­βε­βλη­μέ­νη μόνωση, ιδίως τότε που δεν έχεις ακόμη έρμα μέσα σου για να σε συγκρατήσει, εί­ναι σαν ξαφνικός θάνατος. Ειδικά αν ζεις σε ένα απλοϊκό περιβάλλον (επαρχία ή οι­κο­γέ­νει­α) που συσχετίζει κουτά. Δεν ξέρεις από πού να κρεμαστείς.

Παλιά τα πράγματα ήταν χειρότερα. Τη δεκαετία του ’60, χωρίς facebook και ίντερνετ, πε­ρι­ο­δι­κά και κινητά, δεν μπορούσες καν να παρηγορηθείς στη φάτνη των ο­μοι­ο­πα­θού­ντων. Πολ­λά βράδια αποκοιμιόμουν κλαίγοντας κάτω από τα σκεπάσματα. Ζήλευα τα παιδιά που ποτέ δε σκέφτηκαν τι είναι και πού πάνε. Ο συναγερμός που χτύπησε μέσα μου με έκανε μεν πιο σβέλ­το, αλλά μου στέ­ρησε κάθε ανεμελιά.

Διαβάζω κατά καιρούς στο ίντερνετ διάφορες εμψυχωτικές ιστορίες ανθρώπων που με­τέ­στρε­ψαν τα χτυπήματα του μπούλινγκ σε κάτι θετικό. Πράγμα ασφαλώς αξιέπαινο. Κι όντως, υ­πάρ­χει μια «υπόγεια» πινακοθήκη ηρώων που ήταν λοξοί, καταδιωγμένοι κτλ. και τελικά τα κα­τα­φέ­ρα­νε, κάνοντας την κακοποίησή τους δημιουργική αξία.

Όμως αυτή η ικανοποίηση δεν είναι και για χόρταση. Ο αργοπορημένος θρίαμβος είναι α­κρι­βώς αυτό: αργοπορημένος. Αντί να κάνω το ξίδι γλυκάδι, θα προτιμούσα να φάω τα γλυκά στην ώρα τους. Και όσο μάταιες είναι οι κλάψες, άλλο τόσο βαριέμαι τις παρηγοριές στον άρ­ρω­στο. Πρέπει να ειπωθεί απλά και καθαρά: άπαξ και σε τραμπούκισαν μικρό την έβαψες! Το μπούλινγκ είναι έ­γκλημα πρώτου βαθμού, όπως ο βιασμός και η κακοποίηση ανηλίκων, δι­ό­τι επιφέρει κάτι οριστικό και μη αναστρέψιμο. Δεν αποζημιώνεσαι μετά την απομάκρυνση α­πό το ταμείο.

Προσπαθώ να σκεφτώ συχνά τα πρόσωπα εκείνων που μου έκαναν μπούλινγκ, τόσα χρόνια με­τά. Μερικούς τους συναντώ ακόμα. Προσπαθώ να μειώσω τον αντίλαλο της κακίας τους με το να σκέ­φτομαι πόσο λίγα κατάφεραν στη ζωή, πόσο ασχήμυναν, πόση άγνοια είχαν, πόσο δυ­στυ­χι­σμέ­νοι έγιναν οι περισσότεροι. Αλλά αυτό είναι μια φτενή και λίγο ένοχη απόλαυση. Κα­τά βάθος δε με α­φορά. Επίσης, δεν υπάρχει λόγος να τους ρωτήσω γιατί το έκαναν. Ξέ­ρω. Φοβόντουσαν και αυ­τοί.

Προσπαθώ να το πάρω απόφαση και να πάω παρακάτω. Λέω στον εαυτό μου: είναι σαν να όρ­μη­σε ένα κτήνος και να σου έφαγε το χέρι –μάθε να ζεις ως μονόχειρας και φρόντισε να κά­νεις καλά α­κροβατικά.

Οτιδήποτε κατορθώνω στη δουλειά μου ουσιαστικά απαντά στην απορία που μου γεννήθηκε ό­ταν μου επιτέθηκαν πρώτη φορά: αναρωτήθηκα αν το αξίζω και επειδή δεν είχα ακόμα συ­νεί­δη­ση του εαυτού μου, υπέθεσα ότι ίσως είμαι κάτι όντως παρακατιανό. Έφτανα να τους δι­και­ο­λο­γώ –στο πο­δόσφαιρο ήμουνα το όνειδος της χλόης και οι ομάδες τσακωνόντουσαν ποια δε θα με πάρει. Τα κατάφερνα βέβαια σε άλλα πράγματα (π.χ. στις λέξεις), αλλά ούτε κα­νείς μου το είχε πει ποτέ ούτε εγώ το ήξερα. Κι έτσι μεγάλωσα ως εξωφυλαρούχας –πράγ­μα όχι καλό. Έκτοτε προσπαθώ κυρίως για ένα πράγμα: να αποδείξω ότι τα δίχτυα μου δεν εί­ναι τρύπια. Κουραστικό, πολύ κουρα­στικό.

Δυστυχώς δεν κατάφερα να πάψω να φοβάμαι μέσα από τη φιλία, τον έρωτα, το χρήμα ή τη δύ­να­μη.
● Τα δύο πρώτα, σίγουρα, είναι καταφυγή όταν δυσκολεύομαι –όπως και τα ταξίδια. Αλλά με τα χάδια ή τη φυγή δε γίνεται για πολύ καιρό δουλειά. Κάποια στιγμή πρέπει να ξαναβγείς στον κό­σμο.
● Τα δύο τελευταία βοηθούν όσους θέλουν να δώσουν πόνο σε όσους τους πονέσανε –αλλά το ζη­τούμενο δεν είναι τα καουμποϊλίκια (όσο κι αν τα ευνοεί η κοινωνία), είναι η προσωπική ευ­τυ­χί­α. Η εξουσία, η επίδειξη της δύναμης, η εκδικητικότητα απλώς αναδιπλασιάζουν την πα­λιά αγωνία –κα­νένα όφελος.

Αν όμως είναι έτσι η φύση του μπούλινγκ, οριστική και μη αναστρέψιμη, τότε γιατί καθόμαστε και μιλάμε;

Μιλάμε για τους επόμενους –εμείς σχεδόν γεράσαμε. Καθώς η κοινωνία (ελπίζω) ε­ξε­λίσ­σε­ται, το μπούλινγκ πρέπει να οριστεί ως πράξη βίας, να αναχαιτίζεται, να τιμωρείται, κυρίως να προλαβαί­νεται. Και πρέπει να εκπαιδευτούν τα παιδάκια (με την έμφυτη σκληρότητα) στην α­να­γνώ­ρι­ση του διαφορετικού, στην ισονομία του συνηθισμένου με τον ασυνήθιστο. Θέλει πολ­λή δουλειά.

Αν και περάσανε τα χρόνια και κάποια πράγματα έχουνε βελτιωθεί, το μπούλινγκ μαίνεται. Κυ­ρί­ως ψηφιακά. Ακόμα και σε πρόσωπα υπεράνω πάσης υποψίας, που αυ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζο­νται ως προοδευ­τικά, συχνότατα διακρίνεις την αυτοματική μανία που μετατρέπει τον φόβο του διαφορετικού σε χύδην μπούλινγκ. Οτιδήποτε είναι διαφορετικό, από τις πολιτικές α­πό­ψεις μέχρι τη σεξουαλικότη­τα, στοχοποιείται αυτόχρημα, αποκτάει διαστάσεις απειλητικές και του πρέπει το λιντσάρισμα.

Δεν έχω αμφιβολία ότι και αυτό το κείμενο οι bullies θα το χρησιμοποιήσουν εναντίον μου. Εί­ναι «αγαθόν το εξομολογείσθαι» μόνο αν οι τραμπούκοι δεν έχουν πρόσβαση στο ίν­τερ­νετ.

ΚΕΙΜΕΝΟ: LiFO (01.03.2015) ● ΠΗΓΗ: symvstathmos.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου