18 Μαρτίου 2015

Το τελευταίο τραγούδι του Βαγγέλη

Από τον Παντελή Μπουκάλα
(ποιητής, συγγραφέας, αρθρογράφος, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων)

Τραμπούκοι. Νταήδες. Τσαμπουκάδες. Ζόρικοι. Τζάμπα μάγκες. Κουτσαβάκια. Ψευτοπαλικαρά­δες... Υπήρχαν πάντοτε. Και τίποτε δε δείχνει ότι κάποτε θα λείψουν. Άλλωστε η βία που εκλύεται από τους πόρους του κοινωνικού σώματος αυξάνεται σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες, που επι­κυρώνονται από όσα διαπιστώνει ο καθένας στον μικρό ή μεγάλο περίγυρό του. Και οι λέξεις ε­πί­σης ήταν ήδη εδώ. Διαυγείς. Απτές. Για να κατονομάζουν όσους φέρονται όχι απλώς επιθετικά έως κα­νιβαλικά απέναντι στους ασθενέστερους και στους κάθε είδους διαφορετικούς: ως προς το φύ­λο, τη φυλή, τη θρησκεία, την ερωτική επιλογή, τη θέση στην κοινωνική κλίμακα, την πολιτική έ­νταξη και τώρα πια και ως προς τη φαρμακευτική ανάπτυξη των μυώνων.

Το νέο (πέρα από τον όρο bullying, που για ένα τμήμα τουλάχιστον του πληθυσμού μάλλον συσκο­τίζει παρά αποσαφηνίζει), το σχετικώς νέο, δεν είναι η συγκρότηση αγέλης από νταήδες. Είναι κυ­ρίως το ότι έχει μειωθεί πολύ ο μέσος όρος ηλικίας στη συγκρότηση αγέλης εκβιασμού, όπως δεί­χνουν οι συμμοριούλες που δρουν ακόμα και στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Και επιπλέον, το ότι η αδίστακτη βία δεν εκδηλώνεται πια εκτάκτως, αλλά τείνει να εμφανίζεται σαν νορμάλ και συ­νήθης. Εκσυγχρονισμός σημειώθηκε και στον εξοπλισμό των εκφοβιστικών συμμοριών. Το δια­δί­κτυ­ο με τη βολική ανωνυμία του κι από κοντά η μικροκάμερα του κινητού που καταγράφει τα πά­ντα τους πρόσφεραν καινούργιες μεθόδους εκβιασμού. Τους έδωσαν νέους τρόπους για να α­πει­λούν, να τσακίζουν το ηθικό του «αντιπάλου» (του συμμαθητή, συμφοιτητή ή συγχωριανού), να τον βυθίζουν στην κατάθλιψη, και στην αυτοκτονία ακόμη. Δεν είναι, τέλος, αμελητέα η κάλυψη (κουρέλια ραμ­μένα πάνω στο πατρόν χλαμύδας) που παρείχε σε αρκετές αγέλες η παρουσία είτε μεμονωμένων χρυσαυγιτών, σε ρόλο αρχινταή, είτε χρυσαυγίτικων πυρήνων, σε ρόλο οργανωτή της απέχθειας προς τους πιο ανίσχυρους, αλλοδαπούς, ομοφυλόφιλους και όποιους άλλους κα­τα­τάσσει στους κα­τώτερους και τους αποβλητέους η τόση πια ανεκτικότητά μας. Ο ιδεολογικός φα­σι­σμός συνάντησε τον κοινωνικό φασισμό και προέκυψε τέρας.

Στις περιπτώσεις του συστηματικού τραμπουκισμού η αυτοκτονία είναι καθαρή δολοφονία. Δεν εί­ναι, δε θα μπορούσε να είναι επιλογή. Υπαγορεύεται, σαν έσχατη «λύση», από την απόγνωση του εκβιαζόμενου, που έχει δύο γεννήτορες: τη σαδιστική αναλγησία των «μπουλαδόρων» και την ανυ­παρξία συμπαράστασης από την πλευρά όσων ξέρουν, αλλά σιωπούν «για να μην μπλέξουν».


Ο Βαγγέλης Γιακουμάκης δεν αυτοκτόνησε. Θανατώθηκε από την ανελέητη κακία των συσπουδα­στών–συμπατριωτών του και από την ανοχή όσων γνώριζαν, αλλά είτε αδιαφορούσαν είτε διέκο­πταν γρήγορα την προσπάθειά τους να παρέμβουν. Οι ανήθικοι αυτουργοί λιάνισαν την ψυχή του Βαγγέλη απολαμβάνοντας το «παιχνίδι» τους· και ίσως αυτή η απόλαυσή τους είναι ό,τι αποκρου­στικότερο. Τον χρησιμοποιούσαν σαν τζουκμπόξ. Τον έκλειναν σε μια ντουλάπα και του πετούσαν κέρματα για να τραγουδάει. Το τελευταίο τραγούδι του Βαγγέλη είναι μοιρολόι. Μόνο που δε μοι­ρολογάει για τη ζωή του που χάθηκε, αλλά για τον κόσμο που επέτρεψε να χαθεί αυτή η ζωή.


► ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (17.03.2015) | ΕΙΚΟΝΑ: Σκίτσο του Ηλία Μακρή από το φύλλο της ίδιας μέρας

Οι τραμπούκοι της ζωής μου

Από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο
(δημοσιογράφος, εκδότης της εφημερίδας LiFO)

To πιο καθοριστικό πράγμα της ζωής μου ήταν το μπούλινγκ που δέχτηκα μικρός. Πρώτον, διότι μου στέρησε την παιδική μου ηλικία. Δεύτερον, γιατί μου προκάλεσε έναν απέραντο φόβο, που πο­τέ δεν ξεπέρασα και κατά καιρούς καταλύει ό,τι κερδίζω.

Όσα συμβαίνουν σε κάθε άνθρωπο που ενηλικιώνεται –θάνατοι, καταστροφές, αστάθειες– τα δια­πραγματεύεσαι σχετικά ευκολότερα. Λες είναι η μοίρα των ανθρώπων, η φύση των πραγμάτων –εί­ναι κάτι γενικό. Όμως τον φόβο που σου κληροδότησε το μπούλινγκ δύσκολα τον σκεπάζεις, πόσω μάλλον τον σβήνεις. Γιατί έρχεται από τη ρίζα του εαυτού σου –τότε που διαμορφωνόταν. Είναι ένα «ελάττωμα» δικό σου: το ατομικό σου στίγμα.

Κι αυτό το στίγμα είναι ο εξοστρακισμός από την ομάδα και την κοινωνία. Η αίσθηση ότι δε σε θέ­λουν –επειδή είσαι σεξουαλικά, φυλετικά, σωματικά ή ψυχικά ασυνήθιστος. Αυτή η επιβεβλημένη μόνωση, ιδίως τότε που δεν έχεις ακόμα έρμα μέσα σου για να σε συγκρατήσει, είναι σαν ξαφνικός θάνατος. Ειδικά αν ζεις σε ένα απλοϊκό περιβάλλον (επαρχία ή οικογένεια) που συσχετίζει κουτά. Δεν ξέρεις από πού να κρεμαστείς.

Παλιά τα πράγματα ήταν χειρότερα. Τη δεκαετία του ’60, χωρίς facebook και ίντερνετ, περιοδικά και κινητά –δεν μπορούσες καν να παρηγορηθείς στη φάτνη των ομοιοπαθούντων. Πολλά βράδια αποκοιμιόμουν κλαίγοντας κάτω από τα σκεπάσματα. Ζήλευα τα παιδιά που ποτέ δεν σκέφτηκαν τι είναι και πού πάνε. Ο συναγερμός που χτύπησε μέσα μου με έκανε μεν πιο σβέλτο, αλλά μου στέ­ρησε κάθε ανεμελιά.

Διαβάζω κατά καιρούς στο ίντερνετ διάφορες εμψυχωτικές ιστορίες ανθρώπων που μετέστρεψαν τα χτυπήματα του μπούλινγκ σε κάτι θετικό. Πράγμα ασφαλώς αξιέπαινο. Κι όντως, υπάρχει μια «υπόγεια» πινακοθήκη ηρώων που ήταν λοξοί, καταδιωγμένοι κ.λπ. και τελικά τα καταφέρανε, κάνοντας την κακοποίησή τους δημιουργική αξία.

Όμως αυτή η ικανοποίηση δεν είναι και για χόρταση. Ο αργοπορημένος θρίαμβος είναι ακριβώς αυτό: αργοπορημένος. Αντί να κάνω το ξίδι γλυκάδι, θα προτιμούσα να φάω τα γλυκά στην ώρα τους. Και όσο μάταιες είναι οι κλάψες, άλλο τόσο βαριέμαι τις παρηγοριές στον άρρωστο. Πρέπει να ειπωθεί απλά και καθαρά: άπαξ και σε τραμπούκισαν μικρό την έβαψες! Το μπούλινγκ είναι έ­γκλημα πρώτου βαθμού, όπως ο βιασμός κι η κακοποίηση ανηλίκων, διότι επιφέρει κάτι οριστικό και μη αναστρέψιμο. Δεν αποζημιώνεσαι μετά την απομάκρυνση από το ταμείο.

Προσπαθώ να σκεφτώ συχνά τα πρόσωπα εκείνων που μου έκαναν μπούλινγκ, τόσα χρόνια μετά. Μερικούς τους συναντώ ακόμα. Προσπαθώ να μειώσω τον αντίλαλο της κακίας τους με το να σκέ­φτομαι πόσο λίγα κατάφεραν στη ζωή, πόσο ασκήμυναν, πόση άγνοια είχαν, πόσο δυστυχισμένοι έγιναν οι περισσότεροι. Αλλά αυτό είναι μια φτενή και λίγο ένοχη απόλαυση. Κατά βάθος δε με α­φορά. Επίσης, δεν υπάρχει λόγος να τους ρωτήσω γιατί το έκαναν. Ξέρω. Φοβόντουσαν και αυ­τοί.

Προσπαθώ να το πάρω απόφαση και να πάω παρακάτω. Λέω στον εαυτό μου: είναι σαν να όρμησε ένα κτήνος και να σου έφαγε το χέρι –μάθε να ζεις ως μονόχειρας και φρόντισε να κάνεις καλά α­κροβατικά.

Οτιδήποτε κατορθώνω στη δουλειά μου ουσιαστικά απαντά στην απορία που μου γεννήθηκε όταν μου επιτέθηκαν πρώτη φορά: αναρωτήθηκα αν το αξίζω και επειδή δεν είχα ακόμα συνείδηση του εαυτού μου, υπέθεσα ότι ίσως είμαι κάτι όντως παρακατιανό. Έφτανα να τους δικαιολογώ, στο πο­δόσφαιρο ήμουνα το όνειδος της χλόης, και οι ομάδες τσακωνόντουσαν ποια δε θα με πάρει. Τα κατάφερνα βέβαια σε άλλα πράγματα (π.χ. στις λέξεις), αλλά ούτε κανείς μου το είχε πει ποτέ, ούτε εγώ το ήξερα. Κι έτσι μεγάλωσα ως εξωφυλαρούχας –πράγμα όχι καλό. Έκτοτε προσπαθώ κυρίως για ένα πράγμα: να αποδείξω ότι τα δίχτυα μου δεν είναι τρύπια. Κουραστικό, πολύ κουρα­στικό.

Δυστυχώς δεν κατάφερα να πάψω να φοβάμαι μέσα από τη φιλία, τον έρωτα, το χρήμα ή τη δύ­ναμη.
● Τα δύο πρώτα, σίγουρα, είναι καταφυγή όταν δυσκολεύομαι –όπως και τα ταξίδια. Αλλά με τα χάδια ή τη φυγή δε γίνεται για πολύ καιρό δουλειά –κάποια στιγμή πρέπει να ξαναβγείς στον κό­σμο.
● Τα δύο τελευταία βοηθούν όσους θέλουν να δώσουν πόνο σε όσους τους πονέσανε –αλλά το ζη­τούμενο δεν είναι τα καουμποϊλίκια (όσο κι αν τα ευνοεί η κοινωνία)–είναι η προσωπική ευτυχία. Η εξουσία, η επίδειξη της δύναμης, η εκδικητικότητα απλώς αναδιπλασιάζουν την παλιά αγωνία –κα­νένα όφελος.

Αν όμως είναι έτσι η φύση του μπούλινγκ, οριστική και μη αναστρέψιμη, τότε γιατί καθόμαστε και μιλάμε;

Μιλάμε για τους επόμενους –εμείς σχεδόν γεράσαμε. Καθώς η κοινωνία (ελπίζω) εξελίσσεται, το μπούλινγκ πρέπει να οριστεί ως πράξη βίας, να αναχαιτίζεται, να τιμωρείται, κυρίως να προλαβαί­νεται. Και πρέπει να εκπαιδευτούν τα παιδάκια (με την έμφυτη σκληρότητα) στην αναγνώριση του διαφορετικού, στην ισονομία του συνηθισμένου με τον ασυνήθιστο. Θέλει πολλή δουλειά.

Αν και περάσανε τα χρόνια και κάποια πράγματα έχουνε βελτιωθεί, το μπούλινγκ μαίνεται. Κυρίως ψηφιακά. Ακόμα και σε πρόσωπα υπεράνω πάσης υποψίας, που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευ­τικά, συχνότατα διακρίνεις την αυτοματική μανία που μετατρέπει τον φόβο του διαφορετικού σε χύδην μπούλινγκ. Οτιδήποτε είναι διαφορετικό, από τις πολιτικές απόψεις μέχρι τη σεξουαλικότη­τα, στοχοποιείται αυτόχρημα, αποκτάει διαστάσεις απειλητικές, και του πρέπει το λιντσάρισμα.

Δεν έχω αμφιβολία ότι και αυτό το κείμενο οι bullies θα το χρησιμοποιήσουν εναντίον μου. Είναι «αγαθόν το εξομολογείσθαι» μόνον αν οι τραμπούκοι δεν έχουν πρόσβαση στο ίντερνετ.


► ΚΕΙΜΕΝΟ: LiFO (01.03.2015) | ΠΗΓΗ: symvstathmos.wordpress.com

4 Μαρτίου 2015

Ημερολόγια εκφοβισμού

Από το European Antibullying Network

Ιστορίες καθημερινής πλάκας στη σχολική αυλή ή ένα φαινόμενο που τραυματίζει συναισθη­ματικά έναν άνθρωπο για όλη του τη ζωή; Ο εκφοβισμός θεωρείται από πολλούς ως ένα ατυ­χές, ακίνδυνο και τελικά αναπόφευκτο κομμάτι της ενηλικίωσης. Κάποιοι ίσως θυμούνται με νοσταλγία πειράγματα και καβγάδες στο σχολείο και τη γειτονιά. Πότε σταματούν, όμως, αυτά τα αστεία να έχουν πλάκα; Πότε υπερβαίνουν τα όρια;

Αγόρια και κορίτσια, που έχουν βιώσει τον εκφοβισμό είτε ως θύματα είτε ως δράστες, αλλά και εκπαιδευτικοί μιλούν ανοιχτά στο ντοκιμαντέρ που ακολουθεί. Έγκριτοι επιστήμονες προ­σπαθούν να δώσουν απαντήσεις και να φωτίσουν όλες τις πτυχές του φαινομένου. Στόχος να αναγνωριστεί δημόσια ο εκφοβισμός και να εντοπιστούν οι βασικές του αιτίες με την ελπίδα ότι ο φαύλος κύκλος του μπορεί να σπάσει...


ΠΗΓΗ: www.alphatv.gr