21 Απριλίου 2012

Παιδιά αφέντες, γονείς δούλοι

Πριν ακόμα χτυπήσει την πόρτα ο πελαργός, όλα είναι έτοιμα. Ρουχαλάκια, σαλιάρες, κουδουνί­στρες, καρότσι και παιδικό δωμάτιο με ήλιους και ροζ ή μπλε συννεφάκια. Το βασίλειο της παιδικής ηλικίας του διαδόχου έχει στηθεί, ενώ Εκείνος, με το που θα σκάσει από τ’ αβγό του, επιθυμεί να κυβερνήσει. Μπουσουλώντας στην αρχή, τρέχοντας με χίλια στη συνέχεια, μέχρι τα πέντε του χρό­νια έχει καταφέρει να σκαρφαλώσει στο θρόνο. Κι αν του παραχωρήσουμε τα σκήπτρα, ασκεί σκλη­ρή διοίκηση στους υπηκόους του...

«Αν ένας άνθρωπος υπήρξε το αδιαμφισβήτητα αγαπημένο παιδί της μητέρας του, διατηρεί σε όλη του τη ζωή το αίσθημα θριάμβου, την πίστη στην επιτυχία, που συχνά οδηγεί πραγματικά σ’ αυ­τήν». Οι γονείς δε χρειάζεται να έχουν διαβάσει αυτήν τη φράση του Φρόιντ για να γνωρίζουν ότι η αγάπη προς τα παιδιά τους είναι το μόνο εχέγγυο για μια ισορροπημένη ζωή. Ούτε την παρακάτω του Αϊνστάιν: «Καλύτερος σύμβουλος και από την ευθύνη είναι η αγάπη». Η αγάπη όμως είναι, κα­θώς φαίνεται, σαν το φάρμακο. Αν χορηγηθεί απερίσκεπτα, μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές. Για παράδειγμα, να μεταμορφώσει το αγγελούδι μας σε διαβολάκι και την οικογενειακή ζωή σε ολίγην από κόλαση.

«Μα είναι ποτέ δυνατόν η αγάπη στη σχέση του γονιού με το παιδί να κάνει κακό;» θα αναρωτηθεί­τε. Ένα μέρος της απάντησης κρύβεται πίσω από ένα άλλο ερώτημα: Ποιος επιδιώκει να αγαπηθεί, από ποιον και με τι κίνητρο;

«Οι γονείς πέφτουν στην παγίδα να γοητεύσουν τα παιδιά τους, παρά να τα διαπαιδαγωγήσουν ως οφείλουν», διαπιστώνει ο διάσημος για τα άρθρα και τα βιβλία του γάλλος παιδίατρος Άλντο Να­ουρί. Μας περιγράφεται εδώ μια όχι ασυνήθιστη συμπεριφορά: οι γονείς πασχίζουν να αγαπηθούν από τα παιδιά τους. Η προσπάθεια αυτή οφείλεται στην ανάγκη να καλύψουν δικά τους συναισθη­ματικά ελλείμματα και ανασφάλειες και ο πιο εύκολος δρόμος γι’ αυτό είναι η εξαγορά: «Σου δίνω ό,τι ζητήσεις, αρκεί να μου το ανταποδώσεις με την αγάπη και την αφοσίωση που έλειψε από τη δική μου ζωή».

Χατίρια που δε χαλιούνται, αμέτρητα διάσπαρτα παιχνίδια παντού, κανόνες που παραβιάζονται και αντικαθίστανται με άλλους, ελαστικότερους, που επίσης παραβιάζονται. Όσο χώρο τούς αφήνεις τείνουν να τον καταλάβουν, να σε στριμώξουν –και λίγο παραπάνω. Όσο οι γονείς υπηρετούν και ενδίδουν τόσο για τα παιδιά αποτελεί πρόκληση να επιβάλλουν τη θέλησή τους. Να γίνουν αφεντι­κά. Τα παιδιά στην ηλικία των πέντε ετών έχουν, κατά τους ειδικούς, ολοκληρώσει την προσωπι­κότητά τους, που σημαίνει ότι έχουν σαφή εικόνα για το τι «τους περνάει». Και αφού τους περνάει, το τραβάνε προς όποια κατεύθυνση τους αρέσει.

Συχνά πολλοί γονείς, που λατρεύουν τα παιδιά τους, παραπονιούνται για το γεγονός ότι αυτά συνε­χώς ζητούν –όχι μόνο αντικείμενα ή συναισθήματα, αλλά τα πάντα. Και τον ελάχιστο προσωπικό χρόνο και τον ύπνο των γονιών τους. «Τα παιδιά είναι βαμπίρ», μου λέει η μαμά του 9χρονου Γιώρ­γου. «Σου ρουφάνε όλη σου την ενέργεια, ό,τι έχεις». Ιδανικά, ωστόσο, θα έπρεπε να αντιλαμβά­νονται ότι η μαμά και ο μπαμπάς χρειάζονται κι εκείνοι τον προσωπικό χώρο και χρόνο τους. Ότι δικαιούνται και οφείλουν να έχουν φιλοδοξίες, ασχολίες, καριέρα ή απλώς τη δυνατότητα ενός ή­ρεμου απογεύματος. «Δε μ’ αφήνουν στιγμή σε ησυχία», μας λέει η Μαρία, μητέρα δύο παιδιών στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. «Μόλις με δούνε να καθίσω ή να μιλήσω στο τηλέφωνο, απαι­τούν αμέσως την προσοχή μου, επινοώντας ανάγκες του τύπου “μαμά, πεινάω” ή “πονάει το φρύδι μου”. Αν αυτά δεν πιάσουν, αρχίζουν να σκοτώνονται μεταξύ τους, οπότε το απόγευμα έχει κατα­στραφεί –μαζί με το νευρικό μου σύστημα».

Ο μικρός Αλέξης, πάλι, έχει βρει τον τρόπο να βγάλει ξινή στη μαμά του τη στοιχειώδη ανάγκη της να διακριθεί στο επάγγελμά της. Η Ελένη, διαφημίστρια σε μεγάλη εταιρεία, σπάνια θα χαρεί ένα καλό συμβόλαιο, αφού θα αντιμετωπίσει γυρίζοντας στο σπίτι την άρνηση του γιου της να διαβάσει και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του: «Ας γύριζες νωρίς όπως οι άλλες μανάδες κι εγώ θα διάβαζα». Σιγά που θα διάβαζε... Την Ελένη, όμως, την κάνει κουρέλι.

Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση του «κάνω ό,τι μου καπνίσει» μας περιγράφει η Αγγελική, φιλό­λογος, που πάντα της άρεσε να διαβάζει –όχι μόνο για να διδάξει, αλλά και για την προσωπική της ευχαρίστηση. Τώρα το μυαλό της έχει γίνει «κιμάς», αφού τα αγγελούδια της δεν επιτρέπουν να παίζει σε καμία συσκευή τηλεόρασης τίποτε άλλο από Στρουμφάκια και Μικρή Φραουλίτσα, ενώ από το CD ακούγονται διαρκώς Ζουζούνια και το «Παπαγάλε, θες σουβλάκι;».

Ένα πολύτιμο δώρο

Ιδανικά, σε όλες τις παραπάνω μικρές καθημερινές στιγμές, θα έπρεπε να ισχύει κάτι που λέγεται αμοιβαίος σεβασμός. Αν αυτό δεν το μάθουν τα πιτσιρίκια μας στην παιδική τους ηλικία, θα δυσκο­λευτούν να σεβαστούν στη ζωή τους οποιονδήποτε. Πάντα θα διεκδικούν να είναι το κέντρο του εν­διαφέροντος. Να κερδίζουν, να επιτυγχάνουν, να διακρίνονται. Να γνωρίζουν μόνο την κατάφαση. Μόνο το «ναι». Εφικτό στο στενό οικογενειακό περιβάλλον, αλλά στον έξω κόσμο τα περιμένουν εκ­πλήξεις. Εμπόδια, δηλαδή, ανάμεσα σ’ αυτά και τις επιθυμίες τους και πολλές απορρίψεις.

«Τα παιδιά τότε γίνονται ανικανοποίητοι ενήλικοι;» ρωτάμε τον ψυχίατρο-παιδοψυχολόγο, καθηγη­τή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρο της ΕΨΨΕΠ (Εταιρεία Ψυχολογικής Ψυχιατρικής Ενηλίκου & Παιδιού), κ. Γιάννη Κούρο. «Δημιουργούν μεγάλους στόχους και μεγάλα όνειρα, που, εξ ορι­σμού, το πιθανότερο είναι να μείνουν απραγματοποίητα», μας απαντά και προσθέτει: «Το παιδί δι­ψάει συνεχώς για καινούργιες επιτυχίες, κάθε είδους απόκτηση υλικών αγαθών, επαγγελματικών ε­πιτευγμάτων. Θεωρεί δεδομένο ότι όλα τού οφείλονται. Το να του προσφέρεις, όμως, το “όχι” από μικρή ηλικία είναι ένα πολύτιμο δώρο. Με το να του βάλεις όρια, του δίνεις στην ουσία ένα σοβαρό μάθημα επιβίωσης και κοινωνικής ένταξης, που θα είναι πολύ χρήσιμο στη μετέπειτα ζωή του».

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν: τα παιδιά-δυνάστες ή τύραννοι ή κακομαθημένα (ή όπως αλλιώς θέλει να τα πει κανείς) είναι δικό μας δημιούργημα. Κι αν ένα κίνητρο μπορεί να είναι η δική μας ανάγκη να αγαπηθούμε, ένα άλλο είναι να τους τα παράσχουμε όλα για να τα προστατέψουμε. Η ελληνική οι­κογένεια, κατά την ψυχολόγο Νένα Γεωργιάδου, είναι υπερπροστατευτική στην κυρίαρχη τάση της. «Δε θέλω», σκέφτεται ο γονιός, «το παιδάκι μου να λυπάται, να λαχταράει κάτι και να μην το έχει». Το παιδάκι, βέβαια, έχει διαπιστώσει την αδυναμία που μόλις περιγράψαμε. Πιέζει με τους γνωστούς αγαπημένους τρόπους: πέφτει κάτω, ουρλιάζει, χτυπιέται και, φυσικά, ικανοποιεί τις α­νάγκες του. Η παραπάνω, μάλιστα, είναι μια ασφαλής διαδρομή για να οδηγηθεί ένα παιδί στην πρώτη του μικροκλοπή. Αφού τα έχω όλα, σου λέει, γιατί να μην έχω κι αυτό του διπλανού μου;
Το θέλω, θα το αποκτήσω.

Γονεϊκά απωθημένα

Σε κάθε περίπτωση, πίσω από τον υπερπροστατευτισμό, επισημαίνει ο κ. Κούρος, κρύβονται τα α­πωθημένα μας. Μας έλειψαν κάποια πράγματα, δε μας καταλάβανε, βρήκαμε εμπόδια; Προσπαθού­με να προστατέψουμε τα παιδιά μας να μην πάθουν τα ίδια. Να μη ματαιωθούν. Τα τοποθετούμε, λοιπόν, στο κέντρο του σύμπαντος, αλλά περιμένουμε κι ένα αντάλλαγμα. Να πραγματοποιήσουν όσα εμείς εμποδιστήκαμε να πραγματοποιήσουμε. «Εσύ θα είσαι δικό μου», σκέφτεται ο γονιός, «δεμένο επάνω μου και όταν έρθει η ώρα θα μου δώσεις τα χρωστούμενα, αφού θα γίνεις αυτό που επιθυμώ. Και θα γίνεις αυτό που επιθυμώ, διότι, παρέχοντάς σου τα πάντα, θα σε κάνω να μην μπορείς να σταθείς στα δικά σου πόδια και θα σε γεμίσω με ενοχές. Η μαμά που έκανε τόσα για σέ­να, που θυσιάστηκε... Δε θα της κάνεις το χατιράκι να γίνεις μεγαλογιατρός αντί για μουσικός που ονειρεύεσαι;»

Αν μπορούσαν τα παιδιά να αντιληφθούν το δόκανο σε μικρή ηλικία, σίγουρα δε θα ήθελαν να είναι το κέντρο του κόσμου μας, όσες υπηρεσίες και αν τους προσφέραμε. Ούτε μια άκρη, για την ακρί­βεια, δε θα ήθελαν να καταλάβουν. Δυστυχώς καταλαβαίνουν πολύ αργότερα ότι από προέκταση της ζωής μας έχουν γίνει ολόκληρη η ζωή μας. Τι να σου κάνουν μετά κι αυτά; Να μη σε στριμώ­ξουν; Δικαίως φωνάζουν και σκούζουν, αλλά φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Και μην ξεχνάμε τις ενο­χές μας. Γονείς που δεν έχουν χρόνο για τα πιτσιρίκια τούς δημιουργούν μέσω της υπερπαροχής και της συγχώρεσης την ψευδαίσθηση ότι είναι οι κυρίαρχοι του περιβάλλοντός τους. Γίνονται αγενή, ανεύθυνα, επιθετικά ή μαζεμένα στο καβούκι τους ή δύστροπα, γιατί η επαφή με το γονιό δεν αντι­καθίσταται από μπιχλιμπίδια. Εντέλει, σου πίνουν το αίμα, αλλά... πήγαινες γυρεύοντας.

Τέλος, επειδή το τανγκό είναι ένας χορός που χρειάζεται δύο, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι όταν οι γονείς παραχωρήσουν τα σκήπτρα, βρίσκονται οι ίδιοι πλέον με την πλάτη στον τοίχο. Με το να κά­νουν το παιδί απαιτητικό, δημιουργούν ένα συνεχές πρόβλημα στο οποίο δε διακρίνεται η άρνηση λόγω διάθεσης από την άρνηση λόγω πραγματικής αδυναμίας. Όσο κι αν ακούγεται μελό, αρκετοί γονείς πραγματικά υποφέρουν από παιδιά-δυνάστες που οι ίδιοι δημιούργησαν. Παράλληλα, όμως, λειτουργούν και ως πρότυπο για τα παιδιά. Πόσο καλό πρότυπο μπορεί να είναι ο γονιός που εξαι­τίας σου υποφέρει και ταλαιπωρείται; Παιδιά αφέντες και γονείς δούλοι είναι αδύνατον να φτάσουν στην ολοκλήρωση και την ευτυχία. Σχεδόν σίγουρο, όμως, είναι ότι θα φτάσουν στον καναπέ του ψυχαναλυτή για να ξεμπλέξουν το κουβάρι. Αν έφταναν, για παράδειγμα, στη διάσημη ψυχαναλύ­τρια Κλοντ Αλμός, θα τους έλεγε: «Ένα παιδί τύραννος είναι δυστυχισμένο. Έχει στα χέρια του την εξουσία, που σαν μπαλάκι τού πετούν οι γονείς του, και αυτή η εξουσία το θέτει μόνο σε κίνδυνο».


► ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (19.09.2010), από την Αθηνά Γκόρου