27 Μαρτίου 2012

Είμαστε ποτέ έτοιμοι να μεγαλώσουμε παιδιά;

(δημοσιογράφος)

Ποιος είναι, άραγε, ο «καλός γονιός» και σε ποια ηλικία κατακτάται η «ωριμότητα» για τη δη­μι­ουρ­γί­α απογόνων; Στην πραγματικότητα, κανείς δεν είναι ποτέ έτοιμος να μεγαλώσει παι­διά. Αλλά αυ­τό δεν έχει καμία σημασία, λένε οι γνωρίζοντες.

Κάποτε, όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρή, πίστευα πως ο καλύτερος τρόπος για να δι­α­σφα­λί­σεις το υ­γιές μεγάλωμα των παιδιών θα ήταν η σύσταση κάποιας επιτροπής που θα εξετάζει την ψυχική και νοητική υγεία των γονέων, ώστε να τους δίνει κάποια ειδική άδεια για να α­πο­κτή­σουν παιδιά. Κάτι σαν την άδεια οδήγησης, ας πούμε. Κατόπιν, όταν μεγάλωσα λίγο (και άρ­χι­σα να συνειδητοποιώ ό­τι ο φασισμός είναι πολυεπίπεδος), άλλαξα γνώμη, δίχως, ω­στό­σο, να καταφέρω να βρω μια ικα­νοποιητική λύση στο πρόβλημα.

Όταν ήρθε η ώρα να αποκτήσω παιδιά, και μόνο η ιδέα μού προκαλούσε απανωτές κρίσεις πα­νι­κού. Μα εγώ είμαι η ίδια παιδί!
● Πώς θα καταφέρω να παραμερίσω τον εγωισμό μου (αντί να χαίρομαι τη σεζλόνγκ, θα πρέ­πει τώρα να κυνηγάω ένα τέρας πάνω κάτω);
● Πώς θα διασφαλίσω τον προσωπικό μου χώρο (τι διάολο θέλει αυτό το πιανάκι στη μέση του σα­λονιού) και χρόνο (θέλω να ξενυχτήσω σ’ ένα κλαμπ κι όχι στο προσκεφάλι ενός ε­μπύ­ρε­του σπό­ρου);

Έπειτα από 6 χρόνια μητρότητας στα όρια της ταλαιπωρίας και έπειτα από πολλαπλές ε­πι­σκέ­ψεις στην παιδοψυχολόγο της γειτονιάς μου, επαναφέρω το μέγα ερώτημα: Είμαστε ποτέ έ­τοι­μοι να με­γαλώσουμε παιδιά;

Η παιδοψυχολόγος Μαρία Κοπακάκη αναλαμβάνει να με βοηθήσει να δω τη μεγάλη α­λή­θεια. Θα πονέσει, αλλά (αν δε με πεθάνει) θα με βγάλει πιο δυνατή. «Σε ό,τι αφορά αυτό με τη σύσταση... επιτροπής η ιδέα παραπέμπει στις πρακτικές της ευγονικής (υποχρεωτική στεί­ρω­ση ατόμων με νοη­τικά ελλείμματα και ψυχικές νόσους). Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ο­ρί­σει κανείς συγκεκριμένα και με λίγα λόγια τα κριτήρια που συνιστούν τον “καλό γονιό”, πό­σο μάλλον να τα “μετρήσει”, ώστε να χορηγήσει σε ορισμένους ανθρώπους “δίπλωμα γο­νέ­α” και να το στερήσει από κάποιους άλ­λους.

Ο «αρκετά καλός γονιός»

»Γενικά, καλός γονιός είναι ο ψυχικά υγιής, ισορροπημένος άνθρωπος, που αντλεί ι­κα­νο­ποί­η­ση από τη ζωή του και γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Όντας ο ίδιος πλήρης, είναι ικανός να συ­ντο­νι­στεί με τις ανάγκες του παιδιού, να το φροντίσει με ζεστασιά και ενσυναίσθηση, να του δώσει ζωτικό συ­ναισθηματικό χώρο να αναπνεύσει, να του δείξει τον δρόμο βάζοντάς του τα όρια που χρειάζεται για να μη χαθεί. Ακόμα και αυτός όμως, ο –υπερβολικά γενικός και δυ­σπρό­σι­τος για τους περισσό­τερους από εμάς– ορισμός είναι στατικός και δεν εμπεριέχει τη διαρκή μας ικανότητα να εξελισσό­μαστε και να προχωράμε ως άνθρωποι, άρα και ως γο­νείς», μου λέει.

Σκέφτομαι τον σπουδαίο ψυχαναλυτή παιδιών, τον D. Winnicott, που αναιρώντας την προσ­δο­κί­α για τελειότητα μιλάει για τον «αρκετά καλό γονιό», στο βλέμμα του οποίου «κα­θρε­φτί­ζε­ται» το βρέφος, ώστε να δομήσει τον εαυτό του. Μέσα από τις μικροστιγμές απουσίας και έλ­λει­ψης άψο­γου συντονισμού, το βρέφος πρωτογεύεται υγιείς «δόσεις» στέρησης και α­να­πτύσ­σει την ανεξαρτη­σία του. Ο «αρκετά καλός γονιός», τέλειος μέσα στην ατέλειά του, πα­ρα­χω­ρεί στον εαυτό του το δικαίωμα να αποτυγχάνει και να κάνει λάθη, κοινωνώντας το ίδιο μή­νυ­μα και στο παιδί: ότι δε χρει­άζεται να είναι τέλειο για να το αγαπούν.

Τα προσωπικά βιώματα

Η Μαρία Κοπακάκη μου λέει πως πυξίδα μας στην ανατροφή των παιδιών είναι τα βαθιά χα­ραγ­μέ­να βιώματα της παιδικής μας ηλικίας, που ενεργοποιούνται ασυνείδητα όταν κρατάμε το δικό μας μωρό στην αγκαλιά. Κάποιες φορές επαναλαμβάνουμε τυφλά τις ίδιες εμπειρίες, άλ­λο­τε προσπαθούμε α­πεγνωσμένα να πράξουμε τα αντίθετα. «Για παράδειγμα, εκείνος που βα­σα­νί­στη­κε από ελλείψεις και συναισθηματική απουσία πνίγει και υπερπροστατεύει ή ζητά α­συ­νεί­δη­τα από το παιδί να καλύ­ψει τα δικά του κενά· εκείνος που μεγάλωσε μέσα σε αυ­στη­ρό­τη­τα αδυνατεί να βάλει τα όρια που χρειάζονται κτλ.».

Το «πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» λοιπόν; «Όχι απόλυτα. Η απόκτηση αυτογνωσίας, η ε­πα­φή με τα βαθύτερα κομμάτια του εαυτού μας, μας βοηθά να βλέπουμε το παιδί πιο κα­θα­ρά και όχι μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των παιδικών μας βιωμάτων. Πολ­λοί δρόμοι μάς οδηγούν εκεί:
● Ένας απ’ αυτούς είναι η ψυχοθεραπεία.
● Άλλος περνά μέσα από τις σχέσεις που δημιουργούμε στην πορεία της ζωής μας, μέσα α­πό τις ο­ποίες μπορεί να αποκτήσουμε διαφορετικές εμπειρίες και άρα να κάνουμε νέες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές εγ­γραφές.
● Ο τρίτος μπορεί να είναι και η ίδια η σχέση με το παιδί, που μας φέρνει μπροστά στους ά­λυ­τους κόμπους της δικής μας ιστορίας και μας αναγκάζει να βρούμε λύσεις».

Κι εγώ που κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα ότι κάποιοι άνθρωποι είναι γεννημένοι γονείς... «Κα­τά μία έννοια, όλοι είμαστε “γεννημένοι γονείς”. Αυτός είναι ο βιολογικός μας προορισμός και είμαστε εξελικτικά εφοδιασμένοι με τις βασικές δεξιότητες που απαιτούνται για την α­να­τρο­φή ενός παιδιού. Τα παιδιά, άλλωστε, είναι εξαιρετικά ανθεκτικά πλάσματα και μπορούν α­κό­μα και με πολύ λίγα, με τα βασικά, να επιβιώσουν. Το να είμαστε και “καλοί γονείς”, που θα μεγαλώσουν ψυχικά υγιή, λει­τουργικά, ευτυχισμένα παιδιά, βέβαια, είναι άλλη ιστορία», ε­ξη­γεί η Μαρία Κοπακάκη.

Πρέπει να «θυσιάζεται»;

Και αυτή η «άλλη ιστορία» είναι που βασανίζει τους περισσότερους γονείς. Ποιος είναι ο κα­λός γο­νιός; Τι τον κάνει καλό; Ο καλός γονιός είναι εκείνος που γίνεται θυσία για το παιδί του;

«Αν είναι αυτός που γίνεται θυσία, τότε, ναι, ίσως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι πιο πρόθυμοι να κά­νουν κάτι τέτοιο από άλλους. Οι άνθρωποι, βέβαια, αυτοί –οι προσανατολισμένοι στη φρο­ντί­δα των άλλων– δε γεννιούνται έτσι αλλά πλάθονται σταδιακά, μέσα από το δικό τους με­γά­λω­μα και τις ε­μπειρίες στην οικογένεια που ανατράφηκαν. Αυτοί, όμως, είναι συνήθως οι γο­νείς που τα παιδιά τούς νιώθουν στερημένους και δυστυχείς. Όταν το παιδί αισθάνεται ότι ο γονιός του δεν είναι καλά, δυσκολεύεται πολύ να προχωρήσει τη δική του ζωή. Παίρνει το ί­διο τον ρόλο του γονιού, αντιστρέ­φοντας τους ρόλους και παραμελώντας τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές του ανάγκες, προκειμένου να στηρίξει τον γονιό, ή προκαλεί μέσα από αντίδραση, ακόμα και με εμπλοκή σε αυτοκαταστροφικές συμπερι­φορές, προκειμένου να φέρει στην επιφάνεια τη δυ­σλει­τουρ­γί­α της οικογένειας.

»Όχι, λοιπόν. Καλός γονιός είναι εκείνος που είναι καλά μέσα του. Εκείνος που φροντίζει τον ε­αυ­τό του, που είναι ευτυχισμένος στη σχέση με τον σύντροφό του (αν μιλάμε για ζευγάρι και ό­χι για τις μονογονεϊκές οικογένειες –μπορεί κανείς να είναι καλά με τον εαυτό του, αλλά και κα­λός γονιός, χωρίς να είναι απαραίτητα μέσα σε σχέση). Είναι γεμάτος, προκειμένου να έχει να “δώσει”».

Ένας τέτοιος γονιός δε «γεννιέται» αλλά γίνεται. Το σημείο εκκίνησης μπορεί να είναι δι­α­φο­ρε­τι­κό για τον καθένα, όμως ο δρόμος είναι ανοιχτός για όλους μας.

Η κατάλληλη ηλικία

Πολύ συχνά με απασχολεί η σωστή ηλικία για να αποκτήσεις ένα παιδί. Ίσως γιατί εγώ τα α­πέ­κτη­σα ως μεσήλικη πλέον. «Η σωστή ηλικία είναι διαφορετική για τον καθένα. Κάποιοι δε φτά­νουν πο­τέ στη σωστή ηλικία. Σημαντικό είναι ακόμα το να έχεις εκπληρώσει κάποιους στό­χους ζωής, ώστε να μη νιώθεις ότι η απόκτηση παιδιού ανέκοψε την πορεία σου και να δι­α­τη­ρείς πικρία απέναντί του. Για να είναι κανείς επαρκής ως γονιός, πρέπει να έχει με­γα­λώ­σει, να έχει βγει σ’ έναν βαθμό από τον ρόλο του παιδιού, να διαθέτει αρκετή συναισθηματική ω­ρι­μό­τη­τα ώστε να μπορεί να δει το παιδί του ως μία ξεχωριστή οντότητα με ιδιαίτερες α­νά­γκες και επιθυμίες, και όχι να προβάλλει πά­νω του δικές του ανάγκες και ανεκπλήρωτα ό­νει­ρα. Να γνωρίζει αρκετά καλά τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει η ματιά του να χωρέσει και τον “άλλο”.

»Από την άλλη μεριά, μεγαλώνοντας παιδιά, μεγαλώνουμε κι εμείς. Ψηλαφίζουμε τα κενά μας, αγ­γίζουμε παλιά, ανεπούλωτα τραύματα, μετράμε τις δυνάμεις μας, μαθαίνουμε, ε­ξε­λισ­σό­μα­στε, ζού­με χαρές, παίρνουμε ικανοποίηση, ξεπερνάμε εμπόδια, θυμώνουμε, μα­ται­ω­νό­μα­στε, αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες των δικών μας γονιών, ταυτιζόμαστε και δι­α­φο­ρο­ποι­ού­μα­στε από εκείνους, τους συγ­χωρούμε για τα λάθη τους», ολοκληρώνει η Μαρία Κοπακάκη.

Συμπέρασμα

Και καταλήγουμε στις προϋποθέσεις, που τελικά είναι πολύ απλές και ανθρώπινες:
● Να θέλουμε ένα παιδί και να το ονειρευόμαστε.
● Να είμαστε καλά με τον εαυτό μας και με τον σύντροφό μας (αν αυτός υπάρχει).
● Να έχουμε αυτογνωσία.
● Να αναγνωρίζουμε ότι ποτέ δε θα γίνουμε τέλειοι και να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας με τα λά­θη του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (19.09.2010)

4 Μαρτίου 2012

Η πορνογραφία κακοποιεί τα σεξουαλικά
πρότυπα των παιδιών

Συνέντευξη με την Gail Dines
(καθηγήτρια κοινωνιολογίας και γυναικείων σπουδών)

Η πορνογραφία είναι μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων δολαρίων που λειτουργεί σε όλο τον πλα­νή­τη. Το κύκλωμα της βιομηχανίας του πορνό έχει ενσωματωθεί πλήρως στις δομές των σύγ­χρο­νων κοι­νωνιών και οι εικόνες του επηρεάζουν με καταλυτικό τρόπο τις διάφορες πτυ­χές της κουλτούρας και του πολιτισμού μας, από την ποπ μουσική και τη διαφήμιση έως τις ί­διες τις ερωτικές σχέσεις. Τα ε­ρωτήματα γύρω από την πορνογραφία ήταν ανέκαθεν πολ­λά και οι συζητήσεις ιδιαίτερα διχαστικές. Αυτά ακόμη και σε μια εποχή όπου πορνογραφικό υ­λι­κό θεωρούνταν οι φωτογραφίες μιας γυμνής γυναίκας, όπως των playmates που κοσμούν τις σε­λί­δες περιοδικών σαν το Playboy και το Pent­house.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά στον κόσμο της διεθνοποιημένης βι­ο­μη­χα­νί­ας του πορνό. Η κοινωνία έχει περάσει στο σκληρό πορνό και το διαδίκτυο δίνει τη δυ­να­τό­τη­τα ακόμη και στα μικρά παιδιά να εκτεθούν από πολύ νωρίς στην υποβάθμιση και στην α­πο­κτή­νω­ση των γυναι­κών. Τα ερωτήματα, συνεπώς, για τις συνέπειες της πορνογραφίας έχουν γί­νει εντονότερα και οι α­νησυχίες έχουν δικαιολογημένα αυξηθεί.

Η Gail Dines όχι μόνο μελετά επιστημονικά εδώ και πολλά χρόνια το θέμα της πορνογραφίας, αλ­λά πρωτοστατεί σε μια διεθνή καμπάνια με στόχο την ενημέρωση του κοινού γύρω από τις αρ­νη­τι­κές ε­πιπτώσεις που έχει το πορνό, τόσο για τις ίδιες τις γυναίκες όσο και για τη σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα των αν­δρών και τον τρόπο με τον οποίον βιώνουν την καθημερινή τους ζωή.

Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του διαδικτύου στην προώθηση της σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κής βιομη­χανίας πορνό και ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του φαινομένου στην αρ­σε­νι­κή σεξουαλικό­τητα;

Το διαδίκτυο άλλαξε τη φύση της εμπειρίας του πορνό για τα αγόρια. Οι προηγούμενες γε­νιές αγο­ριών έπρεπε να αναζητήσουν το Playboy του πατέρα τους και είχαν περιορισμένη πρό­σβα­ση στις φωτογραφίες γυμνών γυναικών. Σήμερα ένα αγόρι έχει ολική πρόσβαση στις πιο απίστευτες γυναι­κείες εικόνες. Αυτό που αποκαλύπτουν οι μελέτες είναι ότι όσο πε­ρισ­σό­τε­ρη χρήση πορνό κάνουν οι άντρες τόσο περισσότερο αναισθητοποιημένοι γίνονται. Τώ­ρα έχουμε εφήβους που αναζητούν το πραγματικά σκληρό πορνογραφικό υλικό, επειδή έ­χουν βαρεθεί με το κανονικό πορνογραφικό υλι­κό. Καθώς το πορνό έχει γίνει κανονικό μέρος του πολιτισμού μας, βλέπουμε ότι η αρσενική σεξου­αλικότητα έχει αρχίσει να αλλάζει. Στις πα­νε­πι­στη­μι­ου­πό­λεις των ΗΠΑ το παραδοσιακό φλερτ και ραντεβού έχει περιοριστεί σε με­γά­λο βαθμό, καθώς οι άντρες θέλουν το περιστασιακό σεξ και όχι σχέσεις. Αυτό οφείλεται εν μέ­ρει στην πανταχού παρουσία του πορνό, επειδή το περιστασιακό σεξ σε αυτό είναι ο κα­νό­νας.

Η κοινωνιολογική έρευνα δείχνει ότι τα αγόρια εκτίθενται σε πορνογραφικό υλικό σε πο­λύ μικρότερη ηλικία σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ποια είναι η μέση ηλικία ενός α­γο­ριού που ανακαλύπτει πορνογραφικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο σήμερα;

Μερικές μελέτες λένε ότι είναι 11 ετών και κάποιες άλλες ότι είναι 13 ετών. Μάλλον μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι τα αγόρια βλέπουν πορνό σήμερα από ηλικία 12 ετών.

Για τα παιδιά η πορνογραφία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένα πέρασμα στον κόσμο των ενη­λίκων. Όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος να πιστέψουν ότι στην πραγματικότητα το σεξ συμβαίνει ό­πως στις ταινίες: Οι άνδρες είναι πάντα έτοιμοι να αποδώσουν τέλεια και οι γυναίκες είναι συ­νέχεια πρόθυμες και έτοιμες να εκφράσουν με μεγάλο πάθος τον εν­θου­σι­α­σμό τους. (www.vita.gr)

Λέγεται πως η πορνογραφία έχει ροπή προς τη φαντασία, αλλά είναι μια κερ­δο­σκο­πι­κή επι­χειρηματική δραστηριότητα που κινείται με βάση τις αρχές του κα­πι­τα­λι­σμού. Ε­πι­κρα­τεί αυτή η προσέγγιση για τον ρόλο και τις συνέπειες της βιομηχανίας της πορ­νο­γρα­φί­ας ανάμεσα στις μη ριζοσπαστικές ή κριτικές κοινωνιολογικές αναλύσεις;

Ακούμε ότι η πορνογραφία είναι φαντασία, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάτι το πολύ πραγ­μα­τι­κό. Αυτό που βλέπετε να συμβαίνει στο πορνό συνέβη πραγματικά σε κάποιες γυ­ναί­κες και αυτό είναι πραγματικότητα και όχι φαντασία. Είναι εκπληκτικό το πώς αγνοείται ο πα­ρά­γο­ντας κέρδος στις περισσότερες συζητήσεις για την πορνογραφία. Οι υπερασπιστές του πορνό λένε ότι μας βοη­θά να αναπτύξουμε τη σεξουαλική δημιουργικότητα, αλλά το πορ­νό είναι ένα βιομηχανικό προϊόν και, όπως όλα τα βιομηχανικά προϊόντα, είναι τυ­πο­ποι­η­μέ­νο και προϊόν μαζικής παραγωγής. Τι εί­ναι δημιουργικό γύρω από το πορνό; Το πορνό εί­ναι επαναλαμβανόμενο, βαρετό και με παντελή έλ­λειψη αυθεντικότητας. Στερεί τους άντρες α­πό μια σεξουαλικότητα βασισμένη στις δικές τους ανά­γκες και επιθυμίες και, αντ’ αυτού, τους δίνει μια έτοιμη σεξουαλικότητα που παράγεται μέσα σε έ­να βιομηχανικό χώρο.

Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η σημαντικότερη πτυχή της κριτικής προσέγγισης α­πό αρι­στερούς και φεμινίστριες ήταν ότι η πορνογραφία υποβίβαζε τις γυναίκες και ε­ξα­σφά­λι­ζε τη διαιώνιση ενός ανδροκρατούμενου κόσμου. Εσείς εστιάζετε στην υ­περ­σε­ξου­α­λι­κο­ποί­η­ση της κουλτούρας και του τρόπου με τον οποίον οι πορνογραφικές ει­κό­νες διαπερνούν όλες τις πτυχές του πολιτισμού μας. Ποιες είναι οι μα­κρο­πρό­θε­σμες επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης;

Ξέρουμε από μελέτες ότι όσο περισσότερο βλέπει ένα κορίτσι τον εαυτό της ως ερωτικό α­ντι­κεί­με­νο τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι να εκτεθεί σε καταστάσεις αγχώδους διαταραχής, αυ­το­κα­τα­στρο­φής, κατάθλιψης, χαμηλής αυτοεκτίμησης, κακών ακαδημαϊκών αποδόσεων. Ζούμε τώ­ρα σ’ έναν πολιτι­σμό που λέει στα κορίτσια ότι μπορούν να γίνουν πραγματικά ό,τι θέλουν –για­τροί, δικηγόροι, συγ­γραφείς– αλλά ανεξαρτήτως του τι θέλουν να γίνουν, ένα κορίτσι πρέ­πει να είναι «καυτό». Τα κο­ρίτσια είναι ορατά μόνο όταν φαίνονται «καυτά» κι έτσι α­να­γκά­ζο­νται να μοιάζουν και να συμπερι­φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, επειδή κανένα κορίτσι δε θέλει να είναι αόρατο.

Από την άποψη της κουλτούρας, το πορνό αναδιαμορφώνει τη σημασία της σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας. Οι ά­ντρες όλο και περισσότερο προσδοκούν από το ταίρι τους να κάνει πλήρη α­πο­τρί­χω­ση της γεννητι­κής της περιοχής, θέλουν το σεξ να μοιάζει με το σεξ στα πορνό και χάνουν την ικανότητα για τρυ­φερότητα. Μέσα από τις συνεντεύξεις μου ανακάλυψα ότι όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο πορνό βλέπουν οι ά­ντρες τόσο λιγότερο ενδιαφέρονται για το σεξ με έναν πραγματικό άν­θρω­πο και πως χρειάζονται όλο και περισσότερο να φαντάζονται πορνογραφικές εικόνες προ­κει­μέ­νου να έχουν στύση και ορ­γασμό. Το πορνό εποικίζει και κατακτά την αντρική σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (24.07.2011) / Χρόνης Πολυχρονίου