7 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα πολύτιμο «εφόδιο» για τη ζωή

(συμβουλευτική ψυχολόγος)

Οι διακοπές φτάνουν στο τέλος τους. Για τους περισσότερους μεγάλους έχουν ήδη τελειώσει, για τους μικρούς μένουν ακόμη λίγες μέρες για να αρχίσει το «πρόγραμμα». «Καιρός ήτανε», «τέ­λειω­σαν τα ψέματα», «καλή η τεμπελιά, αλλά να μην την πολυσυνηθίζουν», λένε πολλοί α­πό τους μεγά­λους και σαν να δείχνουν ανακουφισμένοι που τα παιδιά ξαναμπαίνουν σε μια πιο ελεγχόμενη κατά­σταση, σαν να θέλουν να τους υπενθυμίσουν ότι δεν πρέπει να πα­ρα­α­φή­νο­νται στη χαλαρή και ε­λεύθερη αίσθηση των διακοπών, της «πολυτέλειας» τού «ό­λη μέ­ρα παιχνίδι». Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να είναι πειθαρχημένα, να αξιοποιούν τον χρό­νο τους, να κάνουν πράγματα χρήσιμα, παραγωγικά, ωφέλιμα. Το μόνο που παραμένει αμ­φι­σβη­τή­σι­μο είναι η άποψη ότι όλα αυτά μπορούν να υποκαταστήσουν εκείνο που συνήθως στε­ρούν από το παιδί: την ευκαιρία να παίξει, τον χρόνο για παιχνίδι.

Τι χρειάζονται πραγματικά τα παιδιά;

Οι γονείς, που έχουν αδιαμφισβήτητα τις καλύτερες προθέσεις, θέλουν να «εξοπλίσουν» τα παι­διά τους με τον πιο πλήρη τρόπο, για να είναι έτοιμα και ικανά να αντιμετωπίσουν τη ζωή και να ευτυ­χήσουν. Με αυτό το σκεπτικό τα περισσότερα παιδιά τα περιμένει με την και­νούρ­για σχολική χρο­νιά ένα πρόγραμμα «βαρβάτο», γεμάτο «ωφέλιμες» δραστηριότητες: σχο­λεί­ο φυ­σι­κά, μαθήματα, ξένες γλώσσες, αθλητικές, καλλιτεχνικές και παιδαγωγικές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Όλα αυτά αξιολογού­νται από τους γονείς ως «σοβαρά και αναγκαία», σε αντίθεση με το παι­χνί­δι, που θεωρείται δευτε­ρεύουσας σημασίας, όχι ιδιαίτερα χρήσιμο, απαραίτητο μόνο για να «ξεδίνουν» λίγο τα παιδιά, και άρα «δεν έγινε και τίποτα» αν δεν τους δίνεται και τόσο συ­χνά η ευκαιρία να παίζουν.

Μπορεί αυτά να ακούγονται υπερβολικά και σίγουρα πολλοί γονείς θα διαμαρτυρηθούν, λέ­γο­ντας ότι τα παιδιά τους παίζουν όλη τη μέρα, ότι την ώρα που θα έπρεπε να μελετούν χά­νουν την ώρα τους παίζοντας και χαζολογώντας και ότι εν πάση περιπτώσει υπάρχουν και τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα και οι διακοπές για να παίζουν. Και δε θα έχουν άδικο, γιατί ο ρόλος τους ως γονιών είναι να φρο­ντίζουν για την εξασφάλιση των αναγκαίων αγαθών, για την τήρηση κα­νό­νων και πειθαρχίας στη ζωή του παιδιού τους και να μεριμνούν για όσα αυτό χρειάζεται για να αντεπεξέλθει στις ευθύνες της μελλοντικής ενήλικης ζωής του. Δεν εμπίπτει στα πα­ρα­δο­σι­α­κά καθήκοντα των γονιών να ασχο­λούνται με το παιχνίδι των παιδιών παρά μόνο για να το περιορίζουν, να το ελέγχουν ή, σε ορισμέ­νες περιπτώσεις, να το παρακολουθούν ως θε­α­τές, αν έχει π.χ. τη μορφή αγωνίσματος.

Μπορεί βέβαια να αναρωτηθεί κανείς γιατί τέτοια εμμονή με το παιχνίδι, εφόσον όλα αυτά που κά­νουν τα παιδιά αποσκοπούν στο δικό τους καλό, είναι δημιουργικά, επιμορφωτικά και τό­σο καλά σχεδιασμένα, ώστε να τους προσφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος με τον πιο ευ­χά­ρι­στο τρόπο. Τι άλ­λο χρειάζεται ένα παιδί για να αναπτυχθεί σωστά;

Το πολύτιμο παιχνίδι

O διαρκώς αυξανόμενος αριθμός παιδιών και εφήβων με ψυχικές και ψυχοσωματικές δι­α­τα­ρα­χές, μαθησιακές δυσκολίες, κινητικά προβλήματα, νευρικότητα, άγχος, επιθετικότητα δεν μπο­ρεί παρά να μας αναγκάζει να αμφισβητούμε το πόσο καλά, ωφέλιμα και επαρκή είναι ό­λα αυτά, που με τό­ση περίσκεψη έχουν μελετηθεί και επιλεγεί για το καλό τους. Και μας κά­νουν να αναρωτηθούμε μή­πως ο «μεγάλος χαμένος», το ελεύθερο παιχνίδι των παιδιών, μπο­ρεί να τους προσφέρει επίσης πάρα πολλά, και μάλιστα χωρίς «παρενέργειες».

Το παιχνίδι είναι ένα σημαντικότατο κομμάτι στη ζωή των παιδιών από τη βρεφική ηλικία έως την ε­ποχή της ενηλικίωσης. Είναι τόσο απαραίτητο για την προσωπική και κοινωνική ο­λο­κλή­ρω­σή τους, για την ψυχική και σωματική τους ανάπτυξη και για τη διανοητική και αισθητική τους εξέλιξη, επει­δή με το παιχνίδι ένα παιδί:

1. Αποφορτίζει τις ψυχικές εντάσεις. Όταν τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να παίξουν με σχε­τι­κή ελευθερία και χωρίς πίεση χρόνου, δημιουργούν μια κατάσταση έντασης και ε­γρή­γορ­σης και βυθί­ζονται μέσα στη φανταστική πραγματικότητα που δημιουργούν με τέτοιο τρό­πο, ώστε όλα όσα φα­ντάζονται, αισθάνονται, επιθυμούν εκείνη τη στιγμή να βιώνονται ως α­λη­θι­νά. Ταυτόχρονα, δεν παύ­ουν ούτε στιγμή να ξέρουν ότι παίζουν και να έχουν επίγνωση των ορίων του παιχνιδιού. Αυτή είναι μια κατάσταση που, στην παιδική ηλικία τουλάχιστον, μό­νο με το παιχνίδι μπορεί να επιτευχθεί και η οποία δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να «ξα­να­ζή­σουν» ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές, να ανακαλέσουν «καλά» και «κακά» συ­ναι­σθή­μα­τα και να επεξεργαστούν με τον τρόπο τους όσα ζουν καθημερινά. Να τα α­να­πλά­σουν, δη­λα­δή, να τα μεταφέρουν σε μια «γλώσσα» που τους είναι πιο προσιτή, να τα συνδέσουν με άλλα πράγματα που γνωρίζουν και έχουν ζήσει και με τον τρόπο τους να τα αξιολογήσουν και να τα αφομοιώσουν. H χαρά, η λύπη, ο ενθουσιασμός, η προσδοκία, η α­πογοήτευση, ο φό­βος, ο θαυμασμός, η ζήλια, η ντροπή, η περηφάνια, όλα τα συναισθήματα που μπορεί να νιώ­σει ένα παιδί ξαναβιώνονται με τρόπο καθαρτικό στο παιχνίδι, ώστε να μειώνονται οι ε­ντά­σεις και να μη συσσωρεύονται.

2. Αναγνωρίζει την αναγκαιότητα των κανόνων. Το παιχνίδι υπόκειται πάντα σε κάποιους κα­νό­νες, τους οποίους το παιδί είναι υποχρεωμένο να τηρήσει για να μην το «χαλάσει». Το παι­δί βρίσκε­ται σε μια κατάσταση όπου είτε επιλέγει μόνο του τους κανόνες είτε πειθαρχεί με τη θέλησή του σε κάποιους, επειδή θέλει να παίξει. Βιώνει, δηλαδή, και αναγνωρίζει «από πρώ­το χέρι» την αναγκαιό­τητα της ύπαρξης ή της επινόησης και της τήρησης κανόνων για να πραγματοποιηθεί κάτι που το ευχαριστεί, για να γίνει αποδεκτό από μια ομάδα και για να πε­τύ­χει έναν σκοπό. Ταυτόχρονα παίρ­νει «μάθημα ηθικής», καθώς, στα ανταγωνιστικά του­λά­χι­στον παιχνίδια, είναι υποχρεωμένο να πα­ραμείνει προσκολλημένο στους κανόνες πα­ρά την επιθυμία του να νικήσει.

3. Αναπτύσσει συναισθηματική νοημοσύνη. Στα παιχνίδια με τους άλλους το παιδί μα­θαί­νει να δημιουργεί και να διατηρεί σχέσεις, να υπολογίζει και να σέβεται τους συ­μπαί­κτες, αλ­λά και να υ­περασπίζεται τον εαυτό του και την ανάγκη του για συντροφιά ή απομόνωση. Μα­θαί­νει να χτίζει και να αξιολογεί φιλίες, να εμπιστεύεται και να προστατεύει τον εαυτό του από σχέ­σεις που το βλάπτουν. Ζει την εμπειρία της μοιρασμένης χαράς και λύπης, την ι­κα­νο­ποί­η­ση της συνεργασίας, την αίσθηση της δύναμης που δίνει το να ανήκεις σε μια ομάδα και τις υ­πο­χρε­ώ­σεις που αυτό συνε­πάγεται.

4. Μαθαίνει πώς να μαθαίνει. Με το παιχνίδι το παιδί φαντάζεται και δημιουργεί. Παίζοντας κα­λεί­ται να επιστρατεύσει ό,τι ξέρει για να «στήσει» το παιχνίδι του, να φανταστεί πράγματα και κα­ταστάσεις που δεν υπάρχουν, προκειμένου να το εμπλουτίσει και να του δώσει ένταση. Για να φτιάξει τον κόσμο του παιχνιδιού του πλάθει, χτίζει, παριστάνει, επινοεί, μετατρέπει. H φα­ντα­σί­α, χρησιμοποιώντας την έμφυτη περιέργεια και ικανότητα για μάθηση, απογειώνεται με σκοπό να γίνει το παιχνίδι πιο ελκυστικό. Ταυτόχρονα το παιδί «φέρνει στα μέτρα του» τον πραγ­μα­τι­κό κόσμο, α­νοίγει δρόμους για να τον κατανοήσει. H έντονη «δράση» της φα­ντα­σί­ας στο παιχνίδι των μικρών παιδιών είναι ο προάγγελος της κατανόησης και της δη­μι­ουρ­γι­κής μάθησης.

5. Αποκτά αυτογνωσία. Στα παιχνίδια μίμησης και μεταμφίεσης το παιδί μπαίνει σε ρόλους ξέ­νους προς αυτό, δοκιμάζοντας έτσι τις δυνατότητές του, αλλά και γνωρίζοντας τα όριά του. Πραγ­μα­το­ποι­εί κρυφές ή φανερές επιθυμίες και χαίρεται κάνοντας πράγματα που δεν μπορεί να τα κάνει ό­ταν είναι ο «αληθινός» εαυτός του και δεν προσποιείται.

6. Ελέγχει το σώμα του. Σε κάποια παιχνίδια, κυρίως κινητικά, το παιδί αφήνεται στην ευ­χα­ρί­στη­ση που προκαλεί η ακραία σωματική διέγερση: ο ίλιγγος όταν στριφογυρίζει πολύ γρή­γο­ρα, όταν πηδάει από ψηλά, φτάνει ψηλά κάνοντας κούνια, κάνει βουτιές στο νερό, σκαρ­φα­λώ­νει ή κατρακυ­λάει επιταχύνοντας σε μια κατηφόρα. Τάσεις βίαιες και κα­τα­στρο­φι­κές ε­κτο­νώ­νο­νται ακίνδυνα στο παιχνίδι όταν το παιδί γκρεμίζει τον πύργο που έφτιαξε, ψαλιδίζει τη ζω­γρα­φιά του, κουρεύει την κούκλα του, διαλύει ένα μηχανικό παιχνίδι για να δει πώς είναι το ε­σω­τε­ρι­κό του.

Η απαρίθμηση των θετικών συνεπειών του παιχνιδιού θα μπορούσε να συνεχιστεί: Δεν α­να­φερ­θή­κα­με στην αξία του παιχνιδιού για τη σωματική ανάπτυξη, την αντίληψη του χώρου και του χρόνου, την ικανότητα για συγκέντρωση και εστίαση της προσοχής, την εμπειρία της α­νι­δι­ο­τέ­λει­ας και της μη σκοπιμότητας, την αίσθηση του ρυθμού και της αρμονίας που χα­ρα­κτη­ρί­ζει ορισμένα είδη παι­χνιδιού και πολλά άλλα.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς

Ποιοι είναι, όμως, οι λόγοι που κάνουν τους γονείς συνυπεύθυνους για κάτι που «κανονικά» δε θα έπρεπε να τους απασχολεί παρά μόνο περιφερειακά; Το πρόβλημα είναι ότι οι συν­θή­κες της ζωής (ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, όπου ζουν και τα περισσότερα παιδιά) κά­νουν τα παι­διά να εξαρ­τώνται από τους ενηλίκους για να μπορέσουν να παίξουν, εφόσον δεν μπο­ρούν –παρά μόνο πολύ περιορισμένα– να κινηθούν μόνα τους στην περιοχή όπου ζουν.

Για να υπάρξει, για να δημιουργηθεί παιχνίδι, χρειάζονται
● ένα ή περισσότερα παιδιά,
● ένας χώρος προστατευμένος από κινδύνους, αλλά και από ενηλίκους που ασκούν διαρκή έ­λεγ­χο,
● χρόνος αρκετός και απερίσπαστος, τόσος ώστε να μπορεί να εξελιχθεί η δράση του παι­χνι­διού και να υπάρξει κάποια κορύφωση (δηλαδή να μη μένει το παιχνίδι συνέχεια στην αρχή ή στη μέση) και, ενδεχομένως,
● κάποια παιχνίδια ή αντικείμενα που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως παιχνίδια, χωρίς ό­μως αυτά να είναι πάντοτε απαραίτητα.

Το μόνο από αυτά που διαθέτει η πλειοψηφία των παιδιών, σε βαθμό υπερβολής, είναι και το λι­γό­τε­ρο αναγκαίο: τα παιχνίδια.

Αυτό που μπορούν να κάνουν οι γονείς είναι να εκτιμήσουν το παιχνίδι ως κάτι απόλυτα α­να­γκαί­ο και πολύτιμο για τα παιδιά και να το αφήσουν να έχει τον χώρο του και, κυρίως, τον χρό­νο του μέ­σα στο καθημερινό τους πρόγραμμα. Μπορεί η δεύτερη ή η τρίτη γλώσσα, το μά­θη­μα πιάνου, η κο­λύμβηση να είναι απαραίτητα εφόδια για τα παιδιά, αλλά δεν είναι ευ­και­ρί­ες που χάνονται για πά­ντα αν δε γίνουν στην παιδική ηλικία. Αν δε μάθεις τάε κβον ντο στα έ­ξι σου χρόνια, μπορείς να μά­θεις στα 26 (αν το χρειαστείς), μπορείς να μάθεις κιθάρα στα 60, αν το θελήσεις, και να κολυμπάς σαν θαλασσόλυκος, έστω και αν δεν έχεις μάθει τις σω­στές κινήσεις στο κολυμβητήριο. Δε θα έχεις όμως ποτέ την ευκαιρία να ξαναπαίξεις σαν παι­δί, αν δεν προλάβεις να παίξεις στην παιδική σου η­λικία.

ΠΗΓΗ: www.vita.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου